Ενίσχυση των αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή και κινήσεις του Ισραήλ τροφοδοτούν εκτιμήσεις για πιθανή επανέναρξη των βομβαρδισμών, χωρίς να είναι σαφές πότε θα μπορούσε να γίνει.
Ενδείξεις ότι η Ουάσιγκτον εξετάζει την επανέναρξη βομβαρδισμών στο Ιράν επικαλούνται δύο Αμερικανοί αναλυτές. Η Σούζαν Μαλόνι εκτιμά ότι ενδέχεται να υπάρξουν πλήγματα λίγο μετά τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, στις 3 Νοεμβρίου, ενώ ο Τζέισον Κάμπελ σημειώνει ότι δεν μπορεί να προβλεφθεί το χρονοδιάγραμμα.
Η Μαλόνι, ερευνήτρια του Brookings Institution, αναφέρει ως ενδείξεις την ενίσχυση των αμερικανικών στρατιωτικών μέσων στην περιοχή, τις προειδοποιήσεις προς Αμερικανούς που βρίσκονται εκεί και την αυξημένη επαγρύπνηση των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων. Συνδέει επίσης τον πιθανό χρόνο μιας επιχείρησης με τις εκλογές, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ έχει δηλώσει δημόσια ότι δεν θα διατάξει πλήγματα πριν από αυτές.
Ο Κάμπελ, ερευνητής στο Middle East Institute της Ουάσιγκτον, επικαλείται την αναμενόμενη άφιξη του αεροπλανοφόρου USS Theodore Roosevelt, την αποστολή ενισχύσεων των πεζοναυτών και πρόσφατη επίδειξη ισχύος της ισραηλινής αεροπορίας. Αναφέρει ακόμη ότι ο υπουργός Πολέμου των ΗΠΑ Πιτ Χέγκσεθ επισκέφθηκε αυτή την εβδομάδα το Ισραήλ και συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Πίεση στη θάλασσα και αβέβαιη στρατιωτική διέξοδος
Η αντιπαράθεση μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης εκτυλίσσεται το τελευταίο διάστημα κυρίως στη θάλασσα. Οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει αποκλεισμό ιρανικών λιμανιών στον Κόλπο, ενώ το Ιράν επιχειρεί να ελέγξει το Στενό του Ορμούζ. Από τις αρχές Σεπτεμβρίου καμία από τις δύο πλευρές δεν έχει εξαπολύσει σημαντική επίθεση εναντίον χερσαίων στόχων.
Η Μαλόνι θεωρεί ότι η υφιστάμενη κατάσταση δεν μπορεί να διατηρηθεί επ’ αόριστον. Σύμφωνα με την ίδια, ο αποκλεισμός αυξάνει την πίεση στο Ιράν, ενώ οι ΗΠΑ χρειάζεται να διαθέτουν σημαντικές ναυτικές και άλλες δυνάμεις για να τον εφαρμόζουν. Εκτιμά ότι απαιτείται κάποια λύση, είτε διπλωματική είτε στρατιωτική.
Ο Τραμπ δήλωσε ότι η σύγκρουση θα μπορούσε να τελειώσει γρήγορα και, σε προεκλογική ομιλία, ανέφερε το ενδεχόμενο μιας «μικρής Επικής Οργής» αν δεν επιτευχθεί συμφωνία με την Τεχεράνη. Η ονομασία παραπέμπει στην αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση που ξεκίνησε από κοινού με το Ισραήλ στις 28 Φεβρουαρίου.
Ο πόλεμος έχει προκαλέσει δυσαρέσκεια σε Αμερικανούς ψηφοφόρους, ιδίως λόγω της ανόδου των τιμών της ενέργειας, και ενδέχεται να επηρεάσει το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα στις εκλογές.
Περιορισμοί και επιπτώσεις για τον πληθυσμό
Ο Κάμπελ εκτιμά ότι οι επιλογές του Τραμπ είναι πλέον πιο περιορισμένες σε σχέση με την έναρξη του πολέμου. Οι ζημιές σε αμερικανικές βάσεις στην περιοχή, σύμφωνα με τον ίδιο, δυσχεραίνουν μια μεγάλης κλίμακας χερσαία επιχείρηση, καθώς δεν υπάρχει ασφαλής τοποθεσία για να αναπτυχθούν οι χιλιάδες στρατιώτες που θα απαιτούνταν.
Η Μαλόνι αναφέρει ότι οι περισσότερες συμβατικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις του Ιράν έχουν ήδη υποστεί σοβαρές ζημιές. Κατά την εκτίμησή της, μια νέα σειρά βομβαρδισμών θα μπορούσε να στραφεί εναντίον πολιτικών εγκαταστάσεων, με άμεσες συνέπειες για τον ιρανικό πληθυσμό.
Και οι δύο αναλυτές αμφιβάλλουν ότι η εντατικοποίηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων θα τερμάτιζε τη σύγκρουση. Ο Κάμπελ προσθέτει ότι δεν βλέπει πώς πλήγματα συγκρίσιμα σε κλίμακα με εκείνα των πρώτων 50 ημερών θα άλλαζαν ουσιαστικά τους στρατηγικούς υπολογισμούς της Τεχεράνης, η οποία, όπως σημειώνει, έχει ήδη απορροφήσει μεγάλες ζημιές χωρίς να αλλάξει πορεία.
