Τέσσερις φίλες που επέβαιναν στο τρίτο βαγόνι κατέθεσαν για τη σύγκρουση, τις συνθήκες μέσα στο τρένο και τη διαφυγή τους από σπασμένο παράθυρο.
Με καταθέσεις επιβατών του τρίτου βαγονιού συνεχίστηκε η συνεδρίαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας για το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη. Πρώτες κατέθεσαν τέσσερις φίλες που ταξίδευαν μαζί.
Η Ευλαμπία Τζικοπούλου περιέγραψε έντονο φρενάρισμα και διαδοχικά χτυπήματα, ενώ είπε ότι ένιωσε κύμα θερμότητας στο πρόσωπο και δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Η αδελφή της, Πολυξένη Τζικοπούλου, ανέφερε πως το πόδι της είχε παγιδευτεί ανάμεσα σε λαμαρίνα και τραπεζάκι. Όπως κατέθεσε, μέσα στο βαγόνι επικρατούσαν αφόρητη ζέστη και οσμή που έκαιγε τον λαιμό.
Η Στυλιανή – Μαρία Πλατσά είπε ότι άκουσε φωνές και είδε τη φωτιά κοντά στο βαγόνι. Περιέγραψε ότι, ενώ είχε μείνει ακίνητη λόγω κρίσης πανικού, μια άλλη επιβάτιδα την παρότρυνε να βγει λέγοντάς της «αν δεν βγεις θα πεθάνουμε». Η Βηθλεέμ Κουσίδου κατέθεσε ότι εκτινάχθηκε από τη θέση της και άκουγε κραυγές και το κλάμα ενός μωρού, ενώ έβλεπε φωτιά.
Και οι τέσσερις ανέφεραν ότι βγήκαν από σπασμένο παράθυρο. Από τον δρόμο μεταφέρθηκαν με λεωφορείο στη Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια, μαζί με συγγενείς τους, πήγαν στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, όπου νοσηλεύτηκαν για κάποιες ημέρες.
Οι μάρτυρες κατέθεσαν ακόμη ότι, μετά την αναχώρηση από τον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Λάρισας, το τρένο σταμάτησε για λίγα λεπτά. Είπαν επίσης ότι αισθάνονταν έντονη οσμή, την οποία δεν μπορούσαν να προσδιορίσουν, και ότι αυτή είχε μείνει στις βαλίτσες και στα ρούχα τους. Οι καταθέσεις των επιβατών συνεχίζονται.
