Η Καλλιόπη Καλαϊτζίδου και ο Άγγελος Φανουράκης περιέγραψαν στο δικαστήριο τις στιγμές της σύγκρουσης και την προσπάθειά τους να βγουν από το βαγόνι.
Με καταθέσεις δύο επιζώντων του δεύτερου βαγονιού συνεχίστηκε η δίκη για τη σιδηροδρομική τραγωδία των Τεμπών. Η Καλλιόπη Καλαϊτζίδου και ο Άγγελος Φανουράκης μίλησαν για όσα βίωσαν κατά τη σύγκρουση και αμέσως μετά.
Η Καλαϊτζίδου περιέγραψε ότι ένιωσε να εκτινάσσεται και είδε μια ξαφνική λάμψη. Όταν συνήλθε, το πόδι της είχε παγιδευτεί στην πόρτα του κουπέ, ενώ, όπως κατέθεσε, η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική και η θερμοκρασία ανέβαινε. Σε ερώτηση για τους συνεπιβάτες της, είπε ότι άκουγε φωνές ανθρώπων που φοβούνταν πως θα πεθάνουν.
Η ίδια ανέφερε ότι οι φωνές για τη φωτιά την ώθησαν να σηκωθεί και ότι κατάφερε να βγει από το βαγόνι με τη βοήθεια άλλων επιβατών, φτάνοντας στον δρόμο. Ολοκληρώνοντας την κατάθεσή της, είπε ότι βρίσκεται στο δικαστήριο για να ακουστούν οι φωνές των θυμάτων.
Ο Φανουράκης κατέθεσε ότι είδε έντονη λάμψη και άκουσε θόρυβο από τις λαμαρίνες, ενώ οι επιβάτες αναποδογύριζαν μέσα στο βαγόνι. Για τη στιγμή που εκτινάχθηκε, είπε ότι όλα σκοτείνιασαν. Μετά τη σύγκρουση, όπως ανέφερε, οι επιβάτες προσπάθησαν να βγουν από το παράθυρο, καθώς υπήρχε εστία φωτιάς.
Ο μάρτυρας είχε μαζί του στο δικαστήριο τη βαλίτσα που είχε την ημέρα της σύγκρουσης. Ο Αντώνης Ψαρόπουλος, συνήγορος υποστήριξης της κατηγορίας και πατέρας θύματος, ζήτησε προφορικά να εξεταστούν η βαλίτσα και τα παπούτσια που φορούσε τότε ο Φανουράκης και διατήρησε στη συνέχεια.
Στη συνεδρίαση κατέθεσαν επίσης συγγενείς θυμάτων. Πρώτος είχε καταθέσει ο Βαγγέλης Βλάχος, αδελφός του Βάιου Βλάχου, ενώ ακολούθησαν συγγενείς του Ιωάννη Βουτσινά και ο σύζυγος της Μαρίας Μίαρη, εργαζόμενης στο Intercity εκείνο το βράδυ. Η δίκη συνεχίζεται την Τρίτη.
