Η «Μουριά» στα Εξάρχεια κλείνει στις 31 Οκτωβρίου

Το ιστορικό καφενείο, που λειτουργεί από το 1915, σταματά τη λειτουργία του έπειτα από 111 χρόνια. Παρά τις περισσότερες από 6.000 υπογραφές και την ομόφωνη στήριξη του Δημοτικού Συμβουλίου Αθήνας στο αίτημα διάσωσής του, δεν έχει εκδοθεί απόφαση που να δεσμεύει την ιδιοκτησία.

Η «Μουριά», στη συμβολή της Χαριλάου Τρικούπη με την Καλλιδρομίου, κλείνει το Σάββατο 31 Οκτωβρίου, έπειτα από 111 χρόνια λειτουργίας. Την ίδια ημέρα θα γίνει αποχαιρετιστήριο γλέντι, ενώ την επομένη ο Χρήστος Βάνας, που εργάζεται στο καφενείο εδώ και 44 χρόνια, αναμένεται να παραδώσει τα κλειδιά στην ιδιοκτησία του ακινήτου.

Τις τελευταίες ημέρες, τα τραπέζια του καφενείου είναι γεμάτα από ανθρώπους που επιστρέφουν για να αποχαιρετήσουν έναν χώρο που, για πολλούς, ξεπερνούσε τον ρόλο ενός καταστήματος εστίασης. Οι θαμώνες περιγράφουν τη «Μουριά» ως σταθερό σημείο καθημερινής συνάντησης, όπου δημιουργήθηκαν φιλίες και παρέες και συναντήθηκαν άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών και επαγγελμάτων.

Το αίτημα για τη διάσωση του καφενείου

Περισσότερες από 6.000 υπογραφές συγκεντρώθηκαν μέσα σε λίγες ημέρες, με αίτημα να αναγνωριστεί η «Μουριά» ως νεότερο μνημείο σύγχρονης πολιτιστικής κληρονομιάς και να συνεχίσει να λειτουργεί. Τον Ιούνιο του 2026, το Δημοτικό Συμβούλιο Αθήνας στήριξε ομόφωνα το αίτημα του ιδιοκτήτη του καφενείου. Υπέρ της διάσωσης τάχθηκαν επίσης φορείς, μεταξύ των οποίων η Ένωση Επαγγελματιών Εστίασης Αθήνας.

Οι διαδικασίες για τη θεσμική αναγνώριση δεν έχουν ολοκληρωθεί και, μέχρι σήμερα, δεν υπάρχει απόφαση που να δεσμεύει την ιδιοκτησία του ακινήτου. Η είδηση ότι το καφενείο κινδύνευε να κλείσει είχε γίνει γνωστή από τον περασμένο Μάιο.

Η «Μουριά» άνοιξε το 1915 και παρέμεινε σημείο αναφοράς σε μια περιοχή που έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια. Το υλικό αναφέρει την εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων και των ξενοδοχείων, καθώς και την παρουσία νέων επιχειρήσεων εστίασης και διασκέδασης, όπως brunch spots και wine bars.

Η απώλεια ενός καθημερινού σημείου συνάντησης

Ο ηθοποιός Στέλιος Γούτης θυμάται την οικειότητα του χώρου και το ότι μπορούσε κανείς να συναντήσει γνωστούς του σχεδόν οποιαδήποτε ώρα. Όπως είπε, η παρέα θα συνεχίσει να βρίσκει τον Χρήστο Βάνα και μετά το κλείσιμο του καφενείου.

Για τον Θανάση, που πρωτοπήγε στη «Μουριά» το 1973, το σημαντικό δεν είναι ότι θα λείπει ένα μέρος για να πιει καφέ, αλλά ότι θα χαθεί το στέκι όπου συναντούσε τους φίλους του. Θυμάται πως πήγαινε εκεί την κόρη του όταν ήταν παιδί και, αργότερα, τον εγγονό του. Ο τελευταίος τον ρώτησε πού θα πίνουν πλέον μαζί τον καφέ και την πορτοκαλάδα τους.

Η Ζωή περιγράφει το καφενείο ως χώρο συνάντησης και τέχνης, με έργα και αφίσες, παρουσιάσεις βιβλίων και πολιτικές συγκεντρώσεις. Όπως ανέφερε, ήταν ένας χώρος στον οποίο ένιωθαν ευπρόσδεκτες και οι γυναίκες. Ο Κώστας, από την πλευρά του, μιλά για ένα «κέντρο επικοινωνίας» με ανθρώπους που γνώριζαν ο ένας τον άλλον, ακόμη κι αν δεν ήταν φίλοι.

Ο Αργύρης συνδέει το κλείσιμο με τις αλλαγές στην περιοχή και αναφέρεται στο gentrification. Κατά την άποψή του, ένα νέο και ακριβότερο κατάστημα στον ίδιο χώρο δύσκολα θα αποκτήσει την ίδια σχέση με τη γειτονιά. Ο Επαμεινώνδας θυμάται τη «Μουριά» ως μικρογραφία των Εξαρχείων και ως σημείο όπου κυκλοφορούσαν ειδήσεις και συζητήσεις.

Για τον Στρατή, το κλείσιμο σηματοδοτεί το τέλος ενός κεφαλαίου ζωής. Θυμάται τις συζητήσεις των θαμώνων γύρω από τη λογοτεχνία και την πολιτική, καθώς και ανθρώπους που δεν βρίσκονται πλέον στη ζωή. «Κάπου κλείνει ένα κεφάλαιο ζωής», είπε, εκφράζοντας την ελπίδα ότι θα ανοίξει ένα νέο που θα δημιουργήσει νέες αναμνήσεις.

Άκου ζωντανά Spi8a