Η υφυπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου υπερασπίστηκε τηλεοπτικά τη διάταξη για τις ρυθμίσεις οφειλών, η οποία αποσύρθηκε από το νομοσχέδιο του υπουργείου Οικονομικών.
«Το άρθρο 23 ήταν καλό, ναι», δήλωσε η υφυπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου Σέβη Βολουδάκη, σε συνέντευξή της στον ΣΚΑΪ. Απαντούσε σε ερώτηση του Κώστα Ζαχαριάδη σχετικά με τη διάταξη του νομοσχεδίου του υπουργείου Οικονομικών, η οποία αποσύρθηκε μετά τις αντιδράσεις.
Η Βολουδάκη ανέφερε ότι τα άρθρα ενός νομοσχεδίου συζητούνται στη Βουλή και μπορούν να τροποποιηθούν. Υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση προστάτευε τους δανειολήπτες και πρόσθεσε πως, μετά τις αντιδράσεις φορέων και την κατάθεση διαφορετικής πρότασης, αυτή έγινε δεκτή. Είπε επίσης ότι το νομοσχέδιο εισήγαγε κανόνες και πρόστιμα για τα funds.
Τι προέβλεπε η διάταξη
Το άρθρο 23 προέβλεπε ότι οι συμβάσεις ρύθμισης οφειλών με εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων θα αποκτούσαν ισχύ εκτελεστού τίτλου. Η ρύθμιση αποσύρθηκε πριν ψηφιστεί και, συνεπώς, δεν τέθηκε σε ισχύ.
Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου είχε ζητήσει την απόσυρσή της. Σε ανακοίνωσή της υποστήριξε ότι η πρόβλεψη θα επέτρεπε στις εταιρείες διαχείρισης να προχωρούν σε αναγκαστική εκτέλεση βάσει της σύμβασης ρύθμισης, χωρίς να έχει προηγηθεί δικαστική κρίση για την απαίτηση. Κατά την Ένωση, αυτό θα μετέφερε στον οφειλέτη την πρωτοβουλία και το κόστος της δικαστικής αμφισβήτησης, ενώ θα μπορούσε να οδηγήσει σε περιουσιακές συνέπειες πριν από τον ουσιαστικό έλεγχο της οφειλής.
Η Ένωση επικαλέστηκε ζητήματα ισότητας των διαδίκων, αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και προστασίας της περιουσίας. Επισήμανε, επίσης, ότι οικονομικά ευάλωτοι πολίτες μπορεί να βρίσκονται σε ασθενέστερη διαπραγματευτική θέση απέναντι σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων.
Οι θέσεις της κυβέρνησης πριν από την απόσυρση
Πριν ανακοινωθεί η απόσυρση, η κυβέρνηση υποστήριζε ότι η διάταξη αφορούσε μόνο συμφωνημένες ρυθμίσεις οφειλών και δεν έδινε στους servicers δικαίωμα να δημιουργούν μονομερώς εκτελεστούς τίτλους. Ανέφερε ότι οι οφειλέτες θα εξακολουθούσαν να μπορούν να προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη και να αμφισβητούν την εκτέλεση ή την απαίτηση. Επικαλέστηκε, ακόμη, υποχρεώσεις διαφάνειας για τους servicers και δυνατότητες ρύθμισης των οφειλών.
Την απόσυρση είχαν ζητήσει, σύμφωνα με το υλικό, η ΕΛΑΣ, το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ, η Νέα Αριστερά, η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος και ο Πανελλήνιος Σύλλογος Δανειοληπτών Νόμου Κατσέλη.
Αναλυτικά η ανακοίνωση της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου
«Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου εκφράζει την έντονη ανησυχία της για την προτεινόμενη διάταξη του άρθρου 23 του Σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών με τίτλο «Ενίσχυση εποπτείας των υπό διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις … και λοιπές διατάξεις» με την οποία προβλέπεται ότι οι συμβάσεις ρύθμισης οφειλών με εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων αποκτούν ισχύ εκτελεστού τίτλου.
Επί της ουσίας, η νέα διάταξη αποδίδει στις συμβάσεις αυτές, μολονότι πρόκειται για συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου, έννομες συνέπειες αντίστοιχες με εκείνες των εκτελεστών διοικητικών πράξεων σύμφωνα με την περ. ζ) της παρ.2 του άρθρου 904 του Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α΄182) για το σύνολο των ανωτέρω απαιτήσεων» (τελευταίο εδάφιο παραγράφου 3).
Με τον τρόπο αυτό, οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων εξομοιώνονται, ως προς τη δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης, με διοικητικές αρχές. Η εξομοίωση αυτή, ωστόσο, παραγνωρίζει μια θεμελιώδη διαφορά: οι διοικητικές αρχές ασκούν δημόσια εξουσία στο πλαίσιο της εκτελεστικής λειτουργίας του κράτους και με γνώμονα την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Αντιθέτως, οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων είναι ιδιωτικές επιχειρήσεις, οι οποίες δραστηριοποιούνται με σκοπό την επίτευξη κέρδους.
Η πρακτική συνέπεια της νέας ρύθμισης είναι ιδιαίτερα σημαντική: οι εταιρείες διαχείρισης απαλλάσσονται, κατ’ ουσίαν, από την ανάγκη προηγούμενης προσφυγής στη δικαστική εξουσία, προκειμένου να επιδιώξουν την αναγκαστική εκτέλεση κατά του αντισυμβαλλομένου τους, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για κάθε άλλο ιδιώτη. Για τον σκοπό αυτό, αρκεί πλέον να διαθέτουν τη σύμβαση ρύθμισης της οφειλής, δηλαδή ένα έγγραφο ιδιωτικού δικαίου, στο οποίο η νέα διάταξη προσδίδει αυξημένη αποδεικτική ισχύ, χωρίς, ωστόσο, να μεταβάλλει τη φύση του: εξακολουθεί να πρόκειται για ιδιωτικό έγγραφο.
Υπό το πρίσμα αυτό, η προτεινόμενη ρύθμιση εγείρει σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με θεμελιώδεις δικονομικές και συνταγματικές αρχές, ιδίως με την αρχή της ισότητας των διαδίκων, το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και την προστασία της περιουσίας. Τα ζητήματα αυτά αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα αν ληφθεί υπόψη ότι σημαντικός αριθμός πολιτών βρίσκεται σήμερα σε συνθήκες οικονομικής επισφάλειας και εμφανίζει σαφώς ασθενέστερη διαπραγματευτική θέση έναντι των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων.
Ειδικότερα, η προσδιδόμενη σε μια ιδιωτική σύμβαση ρύθμισης οφειλής εκτελεστότητα επιφέρει ουσιώδη μεταβολή στη δικονομική θέση του οφειλέτη, καθώς παρέχει στον πιστωτή τη δυνατότητα να κινήσει απευθείας τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, χωρίς να έχει προηγηθεί δικαστική κρίση επί της ύπαρξης, του ύψους και της απαιτητότητας της οφειλής. Η συνέπεια αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί απλώς μια τεχνική ή διαδικαστική διαφοροποίηση. Αντιθέτως, συνιστά ουσιαστική ανακατανομή των δικονομικών βαρών μεταξύ των συμβαλλομένων, καθώς μεταθέτει στον οφειλέτη την πρωτοβουλία αμφισβήτησης της απαίτησης και τον υποχρεώνει να αναζητήσει εκ των υστέρων δικαστική προστασία, ενδεχομένως ενώ έχουν ήδη δρομολογηθεί σε βάρος του πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης. Έτσι, ο οφειλέτης κινδυνεύει να υποστεί σοβαρές και ενίοτε δυσχερώς αναστρέψιμες περιουσιακές συνέπειες, προτού καταστεί δυνατός ο ουσιαστικός δικαστικός έλεγχος της απαίτησης.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι, επιπλέον, η διαδικασία προσδιορισμού του ύψους της απαίτησης. Ειδικότερα, όταν ο ίδιος ο πιστωτής ή ο διαχειριστής της απαίτησης αναλαμβάνει να προσδιορίσει το ανεξόφλητο υπόλοιπο, χωρίς προηγούμενη ανεξάρτητη επαλήθευση και χωρίς ουσιαστικές εγγυήσεις διαφάνειας και αποτελεσματικής αμφισβήτησης του σχετικού υπολογισμού, διαμορφώνεται μια έντονη θεσμική και δικονομική ανισορροπία. Ο οφειλέτης ενδέχεται, έτσι, να βρεθεί αντιμέτωπος με την αναγκαστική εκτέλεση της περιουσίας του βάσει ενός ποσού που έχει προσδιοριστεί μονομερώς από τον ίδιο τον επισπεύδοντα πιστωτή, χωρίς να έχει προηγουμένως διασφαλιστεί η δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου της ακρίβειας και της νομιμότητάς του.
Υπό αυτή την έννοια, η προτεινόμενη ρύθμιση εγείρει σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας και συμβατότητας με τις υπερνομοθετικής ισχύος εγγυήσεις δικαστικής προστασίας. Ειδικότερα, τίθεται ζήτημα ως προς την τήρηση του άρθρου 20 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, της αρχής της ισότητας του άρθρου 4 του Συντάγματος, καθώς και των εγγυήσεων του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του άρθρου 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η ανάγκη αποτελεσματικής διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων οφειλών και η θεμιτή επιδίωξη επιτάχυνσης της ικανοποίησης των πιστωτών δεν αρκούν, από μόνες τους, για να δικαιολογήσουν τη θέσπιση ενός προνομιακού δικονομικού καθεστώτος υπέρ συγκεκριμένης κατηγορίας ιδιωτών πιστωτών. Η ταχύτητα και η αποτελεσματικότητα της είσπραξης απαιτήσεων δεν μπορούν να λειτουργούν ως λόγοι αποδυνάμωσης των θεμελιωδών εγγυήσεων που απορρέουν από το κράτος δικαίου. Άλλωστε, η ποιότητα ενός κράτους δικαίου αναδεικνύεται πρωτίστως από τον βαθμό στον οποίο διασφαλίζει την ουσιαστική προστασία εκείνων που βρίσκονται σε ασθενέστερη θέση.
Η παροχή σε ιδιώτες πιστωτές προνομίων αντίστοιχων με εκείνα που απολαμβάνει το Δημόσιο, χωρίς να συντρέχουν αντίστοιχα θεσμικά και ουσιαστικά ερείσματα, και η μετατροπή της οικονομικής τους υπεροχής σε δικονομικό πλεονέκτημα, δημιουργούν μια προβληματική απόκλιση από τις αρχές της ισότητας των όπλων και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και δεν αρμόζουν σε ένα κράτος δικαίου. Ως εκ τούτου, η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ζητά την άμεση απόσυρση της προτεινόμενης διάταξης»
