Ο διπλωμάτης καριέρας θα διευθύνει την πρεσβεία μετά την αποχώρηση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, ενώ η επιλογή διαδόχου της αναμένεται, σύμφωνα με διπλωματικές εκτιμήσεις, μετά τις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ.
Σε μεταβατική διοίκηση περνά η αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα, με τον Τζόσουα Χακ να αναλαμβάνει προσωρινά την ευθύνη της αποστολής μετά την αποχώρηση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ. Διπλωματικές εκτιμήσεις αναφέρουν ότι νέος πρέσβης δεν αναμένεται να επιλεγεί πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου. Ο διορισμός του θα χρειαστεί στη συνέχεια την προβλεπόμενη επικύρωση από τη Γερουσία.
Ο Χακ είχε υπηρετήσει ως επιτετραμμένος της πρεσβείας πριν από την άφιξη της Γκίλφοϊλ. Είναι διπλωμάτης καριέρας με εμπειρία στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και προηγούμενη υπηρεσία σε αμερικανικές αποστολές στην Κίνα, την Ιαπωνία, το Χονγκ Κονγκ και τη Βουλγαρία.
Η μεταβατική περίοδος συμπίπτει με την παραμονή της υπόθεσης της Γκίλφοϊλ στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης στην Ουάσιγκτον. Για την Αθήνα, άμεση προτεραιότητα είναι η συνέχιση των διμερών επαφών, ιδίως στους τομείς της ενέργειας, της άμυνας και της περιφερειακής ασφάλειας.
Οι καταγγελίες και οι απαντήσεις της Γκίλφοϊλ
Δημοσιεύματα της Wall Street Journal, που άρχισαν στις 25 Σεπτεμβρίου, περιλάμβαναν αναφορές στη σχέση της Γκίλφοϊλ με τον Ελληνοαμερικανό επιχειρηματία και λομπίστα Κρις Μαραφάτσο. Η εφημερίδα ανέφερε ότι εκείνος συμμετείχε σε διπλωματικές συναντήσεις σε χώρες των Βαλκανίων χωρίς να είναι σαφής η ιδιότητά του. Σε άλλο περιστατικό, η Γκίλφοϊλ φέρεται να μίλησε σε δείπνο στην αμερικανική πρεσβεία για τη δυνατότητα άσκησης πολιτικής επιρροής, αναφερόμενη στις εξελίξεις στη Ρουμανία. Η ελληνική κυβέρνηση διέψευσε ότι διατυπώθηκε απειλή, ενώ η ίδια η Γκίλφοϊλ αμφισβήτησε, μέσω των δικηγόρων της, την περιγραφή του περιστατικού.
Σε δημοσίευμα της 8ης Οκτωβρίου, η Wall Street Journal ανέφερε ότι η Γκίλφοϊλ ζήτησε 100.000 δολάρια από τον Ρεπουμπλικανό δωρητή Έρικ Ντίτερς για την πληρωμή προσωπικής πιστωτικής κάρτας, πριν από την ακρόαση επικύρωσης του διορισμού της. Ο Ντίτερς υποστήριξε ότι είχε επιδιώξει τη βοήθειά της για πρόσβαση σε πρόσωπα του περιβάλλοντος Τραμπ και χαρακτήρισε την υπόθεση «pay to play».
Ο Ντίτερς έδωσε στη δημοσιότητα μηνύματα που, όπως είπε, είχε ανταλλάξει με την Γκίλφοϊλ. Εκείνη αμφισβήτησε τη γνησιότητά τους, ενώ μεταγενέστερο ρεπορτάζ του CBS ανέφερε ότι ο Λευκός Οίκος φέρεται να τα έκρινε αυθεντικά. Οι δικηγόροι της υποστήριξαν ότι ο Ντίτερς τής όφειλε περίπου 150.000 δολάρια για ομιλίες και συμβουλευτικές υπηρεσίες που είχε προσφέρει πριν από τον διορισμό της και ότι το αίτημα αφορούσε την εξόφληση αυτής της οφειλής.
Άλλα δημοσιεύματα της Wall Street Journal αφορούσαν ταξίδια της με ιδιωτικά αεροσκάφη και παροχές από επιχειρηματίες, μεταξύ άλλων ταξίδι στο Νταβός με αεροσκάφος Έλληνα επιχειρηματία. Η εφημερίδα επικαλέστηκε επίσης ηχογράφηση στην οποία η Γκίλφοϊλ φέρεται να αναφέρεται σε ταξίδια στο Παρίσι και στο Γκστάαντ με έξοδα εφοπλιστή. Πηγές του Στέιτ Ντιπάρτμεντ ανέφεραν ότι εξετάζεται αν τηρήθηκαν οι κανόνες για την αποδοχή και δήλωση δώρων. Οι νομικοί εκπρόσωποι της Γκίλφοϊλ αρνήθηκαν ότι υπήρξε παράβαση και δήλωσαν ότι εκείνη είχε ζητήσει οδηγίες από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και είχε συμμορφωθεί με τους ομοσπονδιακούς κανονισμούς.
Οι Δημοκρατικοί στο Κογκρέσο ζητούν να διερευνηθούν οι καταγγελίες. Μέλη της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων κατηγόρησαν την πρώην πρέσβειρα ότι αξιοποίησε τη δημόσια θέση της για προσωπικό οικονομικό όφελος, ενώ Δημοκρατικοί στην Επιτροπή Εποπτείας επέκριναν τους χειρισμούς της κυβέρνησης Τραμπ. Οι καταγγελίες δεν αποτελούν διαπιστωμένες παραβάσεις.
Η απόφαση του Λευκού Οίκου
Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, τα διαδοχικά δημοσιεύματα προκάλεσαν προβληματισμό στο προεδρικό επιτελείο και αύξησαν την πολιτική πίεση προς την κυβέρνηση ενόψει των εκλογών. Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι ο χειρισμός της υπόθεσης πέρασε στον Λευκό Οίκο, ενώ το Στέιτ Ντιπάρτμεντ απέφυγε δημόσιες τοποθετήσεις. Στη διαμόρφωση της απόφασης φέρεται να συνέβαλε και η στάση του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο.
Συνεργάτες του Τραμπ φέρονται να συζήτησαν με την Γκίλφοϊλ το ενδεχόμενο να παραιτηθεί οικειοθελώς, χωρίς αρχικά να λάβουν θετική απάντηση. Σύμφωνα με πληροφορίες, εκείνη επιχείρησε να εξασφαλίσει υποστήριξη μέσω τηλεφωνικών επαφών με πρόσωπα της κυβέρνησης, μεταξύ των οποίων τον υπουργό Άμυνας και τον πρέσβη των Ηνωμένων Πολιτειών στην Τουρκία. Δεν υπήρξε δημόσια παρέμβαση υπέρ της παραμονής της. Τελικά, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε ότι ζήτησε την παραίτησή της, με την εκπρόσωπο Τύπου Κέιτι Ζακαράια να την ευχαριστεί για την προσφορά της.
Ο Ντόναλντ Τραμπ συνέδεσε δημόσια την απόφαση με τα δημοσιεύματα, λέγοντας ότι η Γκίλφοϊλ είχε κάνει καλή δουλειά στην Ελλάδα, αλλά ότι δεν ήταν ικανοποιημένος από όσα διάβαζε. Ανέφερε επίσης ότι δεν είχε επικοινωνήσει προσωπικά μαζί της πριν από την απομάκρυνσή της.
Στην αποχαιρετιστήρια ανάρτησή της, η Γκίλφοϊλ χαρακτήρισε τη θητεία της στην Ελλάδα τη μεγαλύτερη τιμή της ζωής της και ευχαρίστησε τον Τραμπ και τον Μάρκο Ρούμπιο. Στον απολογισμό της αναφέρθηκε στις εξαγωγές αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου προς την Ευρώπη, στον Κάθετο Διάδρομο, στην αμυντική συνεργασία με την Ελλάδα και στις επενδυτικές ευκαιρίες για αμερικανικές επιχειρήσεις. Δήλωσε ακόμη ότι παραμένει αφοσιωμένη στον Τραμπ και στην πολιτική ατζέντα «Πρώτα η Αμερική».
