Ο Ευάγγελος Βενιζέλος αποτιμά θετικά την παρουσίαση των ελληνικών θέσεων στο Συμβούλιο Ασφαλείας, διευκρινίζοντας ότι δεν επρόκειτο για προσφυγή αντίστοιχη με εκείνη του 1976.
Ως «αναμφίβολα σημαντική» χαρακτηρίζει ο Ευάγγελος Βενιζέλος την παρέμβαση του πρωθυπουργού στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, στις 29 Οκτωβρίου. Σε άρθρο του στο «Βήμα της Κυριακής», με τίτλο «Η προεκλογική δοκιμασία της εθνικής στρατηγικής», σημειώνει ότι παρουσιάστηκαν με πληρότητα οι ελληνικές θέσεις για το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Η παρέμβαση έγινε σε ανοιχτή συζήτηση υψηλού επιπέδου για τις αναδυόμενες τεχνολογίες και τη θαλάσσια ασφάλεια, η οποία πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία της ελληνικής προεδρίας του Συμβουλίου και υπό την προεδρία του πρωθυπουργού. Ο κ. Βενιζέλος επισημαίνει, ωστόσο, ότι δεν υποβλήθηκε αίτημα για ψήφισμα και ότι δεν επρόκειτο για ελληνική προσφυγή ανάλογη με εκείνη του 1976.
Τότε, υπενθυμίζει, το ΣΑ είχε εγκρίνει το ψήφισμα 395, με αναφορά στο Κεφάλαιο VI του Χάρτη και στη συμβολή των δικαστικών μέσων, ιδίως του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης. «Το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα από το 1976 έως σήμερα το έχουμε βιώσει», γράφει.
Στο ευρύτερο πλαίσιο της εθνικής στρατηγικής, ο Βενιζέλος εξετάζει χρονικούς ορίζοντες διακοσίων, εκατό και πενήντα ετών. Κατά την εκτίμησή του, η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας εδώ και 52 χρόνια έχει στο επίκεντρο το Κυπριακό και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, σε ένα διεθνές περιβάλλον που χαρακτηρίζει ρευστό και υπό τη σκιά της κρίσης της Δύσης.
Ο ίδιος περιγράφει ως «σχεδόν γενετική αντίφαση» το ότι, όπως υποστηρίζει, η κύρια απειλή για την εθνική ασφάλεια προέρχεται από κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ, μιας συμμαχίας που προβλέπει συλλογική άμυνα. Αναφέρεται επίσης στην αντίληψη που, όπως γράφει, εκφράζεται στη δημόσια συζήτηση, ότι το ΝΑΤΟ, η ΕΕ και η στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ δεν έχουν δώσει λύση, ενώ θα μπορούσαν να την προσφέρουν διμερή ή τριμερή σχήματα.
Για τη συνεργασία με το Ισραήλ, μεταξύ άλλων για την προμήθεια της «Ασπίδας του Αχιλλέα», ο Βενιζέλος τονίζει ότι αποτελεί επιλογή εθνικής ασφάλειας και δεν ισοδυναμεί με ανάθεση της διαχείρισης των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Αντίστοιχα, αναφέρει ότι η γαλλική συμμετοχή στο καλώδιο GSI δεν υποκαθιστά τις ελληνικές πολιτικές πρωτοβουλίες.
Σε σχέση με το τουρκολιβυκό μνημόνιο, ο αρθρογράφος θεωρεί ότι θα ήταν θετική η επέκταση της ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας του 2020, στο πλαίσιο της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας. Υποστηρίζει ότι η Λιβύη διατύπωσε αντιρρήσεις για τη συμφωνία το 2025, τις οποίες χαρακτηρίζει όψιμες, ενώ από το 2019 είχε καλέσει όσους προβάλλουν νομικές αντιρρήσεις να προσφύγουν στη Χάγη.
Κεντρικό σημείο της ανάλυσής του είναι ότι το Ισραήλ, η Γαλλία και η Αίγυπτος δεν μπορούν να αναλάβουν αντί της Ελλάδας πολιτικές πρωτοβουλίες, όπως την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας με την Τουρκία, είτε μέσω συμφωνίας είτε μέσω δικαστικής απόφασης. Ο Βενιζέλος υποστηρίζει ότι η χώρα χρειάζεται προετοιμασία τόσο σε αμυντικό όσο και σε πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο, καθώς και πολιτικό προσωπικό έτοιμο να αναλάβει το κόστος των επιλογών. Προσθέτει ότι η οικονομική κρίση «πρέπει να λειτουργεί διδακτικά».
Τέλος, εκτιμά ότι η παρατεταμένη προεκλογική περίοδος δυσκολεύει τον στρατηγικό αναστοχασμό και περιορίζει τις προσδοκίες για ευρείες συναινέσεις. Όπως σημειώνει, οι διεθνείς εξελίξεις δεν ακολουθούν τον εσωτερικό πολιτικό χρόνο, γι’ αυτό θεωρεί αναγκαίο να υπάρχει επίγνωση των δεδομένων και των ερωτημάτων.
