Έντονες απώλειες κατέγραψαν οι διεθνείς αγορές, καθώς οι επενδυτές ανησύχησαν ότι η νίκη των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ θα οδηγήσει σε αυστηρότερο έλεγχο της τεχνητής νοημοσύνης και θα επιβραδύνει την ανάπτυξη των data centers.
Το κύμα πωλήσεων έπληξε μετοχές τεχνολογίας και άλλους δείκτες στις διεθνείς αγορές. Στη Wall Street, ο Nasdaq υποχώρησε κατά 5,5%, ενώ η χρηματιστηριακή αξία των εταιρειών του S&P 500 μειώθηκε κατά περίπου 3 τρισ. δολάρια. Ο δείκτης μεταβλητότητας VIX, γνωστός ως «δείκτης φόβου», σημείωσε απότομη άνοδο.
Στην Ασία, ο Nikkei υποχώρησε κατά 6%, τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση του από τον Απρίλιο του 2025. Οι βασικοί δείκτες της Νότιας Κορέας και της Ταϊβάν έχασαν πάνω από 8% στα πρώτα στάδια της συνεδρίασης, πριν ανακτήσουν μέρος των απωλειών τους.
Πιέσεις στις εταιρείες μικροκυκλωμάτων
Οι μετοχές της Samsung Electronics και της SK Hynix υποχώρησαν σχεδόν 6% και 9,4% αντίστοιχα. Η TSMC έφτασε να χάνει 8,5% και έκλεισε με πτώση 4,7%. Στην Ιαπωνία, η Kioxia και η SoftBank Group κατέγραψαν απώλειες 11% η καθεμία.
Οι πιέσεις συνδέονται με ανησυχίες ότι οι Δημοκρατικοί, μετά τη νίκη τους στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ, θα επιδιώξουν αυστηρότερη εποπτεία της τεχνητής νοημοσύνης και θα ανακόψουν την επέκταση των υποδομών που απαιτούνται για την ανάπτυξή της. Παράλληλα, οι επενδυτές προβληματίζονται για τις αποδόσεις των μεγάλων επενδύσεων σε αυτές τις υποδομές.
Η απότομη πτώση προκαλεί απαιτήσεις κάλυψης περιθωρίου σε επενδυτές που έχουν χρησιμοποιήσει δανεισμό για τις συναλλαγές τους και αυξάνει την πίεση σε μικροεπενδυτές και hedge funds. Αναλυτές επισημαίνουν επίσης ότι οι αγορές δεν έχουν αποτιμήσει πλήρως το κόστος της ανάπτυξης data centers για τις τοπικές κοινότητες, ενώ οι μαζικές πωλήσεις δείχνουν ότι οι επενδυτές συνυπολογίζουν την αυξανόμενη αντίδραση σε αυτές τις εγκαταστάσεις.
Παρεμβάσεις στις αγορές και στροφή στα ομόλογα
Οι αρχές της Νότιας Κορέας και της Ταϊβάν κινήθηκαν για να περιορίσουν την αναταραχή. Ο υπουργός Οικονομικών της Νότιας Κορέας, Lee Hyoung-il, χαλάρωσε προσωρινά τους περιορισμούς στη χρήση δανειακών κεφαλαίων από ιδιώτες επενδυτές. Στην Ταϊβάν, το υπουργείο Οικονομικών ζήτησε από ανώτατα στελέχη κρατικών τραπεζών να στηρίξουν την αγορά. Ο βασικός δείκτης της χώρας έκλεισε με απώλειες 4,5%, ενώ σε εβδομαδιαία βάση υποχώρησε κατά 12,2%, τη μεγαλύτερη πτώση από το 1991, σύμφωνα με στοιχεία της LSEG.
Καθώς οι επενδυτές αναζητούσαν ασφαλέστερες τοποθετήσεις, ενισχύθηκαν τα κρατικά ομόλογα των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας και της Κίνας, ενώ ζήτηση προσέλκυσαν το αμερικανικό δολάριο, το ιαπωνικό γεν και το ελβετικό φράγκο. Η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς ομολόγου διαμορφώθηκε στο 4,838%, κοντά στο χαμηλότερο επίπεδο από τις 9 Σεπτεμβρίου. Η αντίστοιχη απόδοση στην Ιαπωνία υποχώρησε έως το 1,795%, το χαμηλότερο επίπεδο από τις 30 Ιουνίου.
Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του Nasdaq ενισχύονταν κατά 0,8%, ενώ εκείνα των ευρωπαϊκών χρηματιστηρίων υποχωρούσαν κατά 1%, ένδειξη ότι η αβεβαιότητα παρέμενε. Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούσαν ότι οι ρευστοποιήσεις ήταν υπερβολικές και ότι η αγορά βρισκόταν κοντά στο χαμηλότερο σημείο της.
