Στις αγορεύσεις τους, οι συνήγοροι υπεράσπισης αμφισβήτησαν την αξιοπιστία μαρτύρων, την ιατρική σύνδεση των τραυματισμών με τα καταγγελλόμενα περιστατικά και τη διαδικασία συλλογής καταθέσεων.
Την αθώωση των αστυνομικών που δικάζονται για την υπόθεση Μάγγου ζήτησαν οι συνήγοροί τους, αμφισβητώντας κατά τις αγορεύσεις τους στοιχεία της κατηγορίας και την επάρκεια της εισαγγελικής πρότασης. Στο επίκεντρο των επιχειρημάτων τους βρέθηκαν οι μαρτυρίες, η προέλευση των τραυματισμών και τα περιστατικά στο αστυνομικό τμήμα.
Ο Βογιατζάκης επέκρινε την εισαγγελική πρόταση και αμφισβήτησε τη σύνδεση των καταγγελλόμενων χτυπημάτων με τα κατάγματα. Υποστήριξε ότι η διάταξη των καταγμάτων δεν συνάδει με πολλαπλές κλωτσιές και γροθιές και αμφισβήτησε την αξιοπιστία των μαρτύρων, επικαλούμενος τη σχέση τους με συλλογικότητες του Βόλου. Κατά τον ίδιο, η δημόσια ανάδειξη της υπόθεσης και οι μηνύσεις εντάσσονταν σε οργανωμένη προσπάθεια προβολής της.
Για τα γεγονότα στο αστυνομικό τμήμα, ο Βογιατζάκης επικαλέστηκε τις καταθέσεις των αστυνομικών, σύμφωνα με τις οποίες δεν είδαν ξυλοδαρμό κατά την παραλαβή του Μάγγου. Αμφισβήτησε επίσης την περιγραφή της κατάστασής του κατά την αποχώρηση και την εκδοχή ότι δεν πήγε στο νοσοκομείο επειδή αισθανόταν ανασφάλεια. Έθεσε ακόμη ερωτήματα για τον τρόπο σύνταξης των καταθέσεων των μαρτύρων.
Ο Καπερνάρος, συνήγορος του Βασίλειου Παζαρά, αναφέρθηκε στην υπηρεσιακή διαδρομή του εντολέα του στην Ελληνική Αστυνομία και στις διακρίσεις που είχε λάβει. Παράλληλα, υποστήριξε ότι υπήρχαν προβλήματα στη διαδικασία εξέτασης των μαρτύρων, επειδή, όπως είπε, είχαν καταθέσει με υπομνήματα. Αμφισβήτησε την επάρκεια της εισαγγελικής πρότασης και επικαλέστηκε το τεκμήριο αθωότητας.
Ο Χατζιάρας χαρακτήρισε ανεπαρκώς αιτιολογημένη την εισαγγελική πρόταση και αμφισβήτησε την αξιοπιστία της εκδοχής του Μάγγου. Επικαλέστηκε το ιστορικό χρήσης ουσιών και έθεσε ζητήματα σχετικά με τον χρόνο υποβολής της μήνυσης και τη σύνδεση των μαρτύρων μεταξύ τους. Για τα κατάγματα, αναφέρθηκε σε ιατρικές γνωματεύσεις και καταθέσεις γιατρών, υποστηρίζοντας ότι δεν τεκμηριωνόταν πως προκλήθηκαν μέσα στο αστυνομικό τμήμα.
Ο Καραγιάννης επικεντρώθηκε στη νομική ερμηνεία του αδικήματος των βασανιστηρίων. Υποστήριξε ότι απαιτούνταν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και σκοπός για τη στοιχειοθέτησή του, επικαλούμενος νομολογία του Αρείου Πάγου και την αιτιολογική έκθεση του νόμου. Αμφισβήτησε επίσης τις μαρτυρίες και την ιατρική σύνδεση των τραυματισμών με περιστατικό στο τμήμα.
Ο Κατσουλάκης υποστήριξε ότι δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία για την ενοχή των αστυνομικών. Πρότεινε ως πιθανή αιτία των καταγμάτων πτώση και επικαλέστηκε σχετική αναφορά του ΕΚΑΒ. Αμφισβήτησε ακόμη την ανεξαρτησία των μαρτυριών και έθεσε ζήτημα εξατομίκευσης της ποινικής ευθύνης, υποστηρίζοντας ότι έπρεπε να προσδιοριστεί η πράξη και η συμμετοχή κάθε κατηγορουμένου.
