Οι τομείς της ΕΛ.Α.Σ. ζητούν σταθερή στελέχωση στο Ελληνικό Κτηματολόγιο

Η ΕΛ.Α.Σ. επικρίνει την επαναλαμβανόμενη ανάθεση υπηρεσιών σε ιδιώτες και ζητά πολυετές σχέδιο προσλήψεων, με αφορμή νέα διακήρυξη για 45 εργαζομένους.

Την κάλυψη των αναγκών του Ελληνικού Κτηματολογίου με σταθερό προσωπικό και όχι με διαδοχικές εργολαβίες ζητούν οι Τομείς Ψηφιακής Πολιτικής και Εργασίας της ΕΛ.Α.Σ. Σε κοινή ανακοίνωσή τους συνδέουν τις εξωτερικές αναθέσεις με την υποστελέχωση και θέτουν ερωτήματα για το κόστος και τις διαδικασίες επιλογής των εργαζομένων.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση, στις 1 Οκτωβρίου 2026 υπογράφηκε σύμβαση για υπηρεσίες διοικητικής υποστήριξης, με 150 εργαζομένους για δώδεκα μήνες και προϋπολογισμό που μπορούσε να φτάσει τα 7,07 εκατ. ευρώ, μαζί με την προβλεπόμενη προαίρεση. Στις 20 Οκτωβρίου δημοσιεύθηκε νέα διακήρυξη, για το έργο «Ψηφιακός Συμπαραστάτης των χρηστών ψηφιακών υπηρεσιών του Ελληνικού Κτηματολογίου», προϋπολογισμού 3,74 εκατ. ευρώ με ΦΠΑ.

Το έργο προβλέπει, κατά την ανακοίνωση, την απασχόληση 45 εργαζομένων για 22 μήνες, συνολικά 990 ανθρωπομήνες. Θα επιλεγούν και θα απασχοληθούν από ιδιώτη ανάδοχο, ενώ θα εργάζονται καθημερινά στα Κτηματολογικά Γραφεία και Υποκαταστήματα, με βάση το ωράριό τους. Η χρηματοδότηση προβλέπεται να προέλθει από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο+ και εθνικούς πόρους.

Οι δύο Τομείς αναφέρουν ότι το 2025 είχαν προηγηθεί δύο συμβάσεις διοικητικής υποστήριξης για συνολικά 140 εργαζομένους, με τίμημα περίπου 3,71 εκατ. ευρώ με ΦΠΑ. Υποστηρίζουν ότι οι συμβάσεις περιορισμένης διάρκειας συντηρούν την εξάρτηση του φορέα από ιδιωτικές επιχειρήσεις, ενώ σημειώνουν πως το συνολικό κόστος περιλαμβάνει, εκτός από την εργασία, τη διοίκηση των έργων, λειτουργικά έξοδα και την αμοιβή των αναδόχων.

Η ανακοίνωση θέτει επίσης ζήτημα επιλογής προσωπικού, καθώς, σύμφωνα με τους συντάκτες της, οι εργαζόμενοι παρέχουν υπηρεσίες μέσα σε δημόσιες υπηρεσίες, αλλά προσλαμβάνονται από ιδιωτικές επιχειρήσεις και όχι μέσω διαδικασιών του ΑΣΕΠ. Οι Τομείς ζητούν να δημοσιοποιηθεί συγκριτική αξιολόγηση του κόστους των αναθέσεων και της απευθείας στελέχωσης, καθώς και πολυετές σχέδιο που να βασίζεται στις ανάγκες των Κτηματολογικών Γραφείων και Υποκαταστημάτων.

Τέλος, ζητούν ενημέρωση για τα αποτελέσματα προηγούμενων συμβάσεων και για το πώς διασφαλίζονται η συνέχεια των υπηρεσιών, η διατήρηση τεχνογνωσίας και η εξυπηρέτηση των πολιτών. Κατά την εκτίμησή τους, το Ελληνικό Κτηματολόγιο χρειάζεται επαρκές και σταθερό ανθρώπινο δυναμικό, αξιοκρατικές διαδικασίες στελέχωσης και σύγχρονες υποδομές.

Αναλυτικά η ανακοίνωση Τομείς Ψηφιακής Πολιτικής και Εργασίας της ΕΛ.Α.Σ.

Στις 7 Αυγούστου, οι Τομείς Ψηφιακής Πολιτικής και Εργασίας της ΕΛ.Α.Σ. ανέδειξαν δημόσια το ζήτημα της διακήρυξης του Ελληνικού Κτηματολογίου για την ανάθεση σε ιδιώτη υπηρεσιών διοικητικής υποστήριξης, με την απασχόληση 150 εργαζομένων επί δώδεκα μήνες και προϋπολογισμό που μπορούσε να φθάσει τα 7,07 εκατ. ευρώ με την προβλεπόμενη προαίρεση. Η κυβέρνηση δεν άλλαξε πορεία. Την 1η Οκτωβρίου 2026 υπογράφηκε η σχετική σύμβαση με τον ανάδοχο.

Και πριν ακόμη συμπληρωθεί ένας μήνας, στις 20 Οκτωβρίου, δημοσιεύθηκε νέα διακήρυξη για το έργο «Ψηφιακός Συμπαραστάτης των χρηστών ψηφιακών υπηρεσιών του Ελληνικού Κτηματολογίου», συνολικού προϋπολογισμού 3,74 εκατ. ευρώ με ΦΠΑ, με συγχρηματοδότηση από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο+ και εθνικούς πόρους.

Το νέο έργο προβλέπει, μεταξύ άλλων, την απασχόληση 45 εργαζομένων για 22 μήνες, συνολικά 990 ανθρωπομήνες εργασίας. Οι εργαζόμενοι θα επιλεγούν και θα απασχοληθούν από ιδιώτη ανάδοχο, αλλά θα παρέχουν καθημερινά υπηρεσίες μέσα στα Κτηματολογικά Γραφεία και Υποκαταστήματα, ακολουθώντας το ωράριο λειτουργίας τους.

Δεν πρόκειται για μεμονωμένες αποφάσεις αλλά για μια επαναλαμβανόμενη πρακτική εξωτερικών αναθέσεων. Ήδη το 2025 είχαν προηγηθεί δύο συμβάσεις διοικητικής υποστήριξης για συνολικά 140 εργαζομένους, με συμβατικό τίμημα περίπου 3,71 εκατ. ευρώ με ΦΠΑ. Αντί για σταθερή ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού, επιλέγονται συμβάσεις περιορισμένης διάρκειας που συντηρούν την εξάρτηση του φορέα από ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Το ζήτημα είναι και οικονομικό. Εκατομμύρια ευρώ δημόσιων πόρων κατευθύνονται σε συμβάσεις εξωτερικής ανάθεσης, το τίμημα των οποίων περιλαμβάνει, πέρα από το κόστος εργασίας, τη διοίκηση των έργων, τα λειτουργικά έξοδα και την αμοιβή των αναδόχων. Η οικονομική σκοπιμότητα των διαδοχικών εργολαβιών έναντι της απευθείας στελέχωσης δεν έχει τεκμηριωθεί δημόσια.

Το ζήτημα είναι, όμως, πρωτίστως θεσμικό. Εργαζόμενοι που παρέχουν καθημερινά υπηρεσίες μέσα σε έναν δημόσιο φορέα επιλέγονται από ιδιωτικές επιχειρήσεις εκτός των διαδικασιών πρόσληψης του ΑΣΕΠ. Έτσι, η κάλυψη αναγκών των δημόσιων υπηρεσιών μεταφέρεται σε ένα σύστημα επιλογής προσωπικού που δεν υπόκειται στις ίδιες εγγυήσεις διαφάνειας, αξιοκρατίας και δημόσιου ελέγχου.

Η επαναλαμβανόμενη προσφυγή σε αυτό το μοντέλο δεν είναι μια ουδέτερη διαχειριστική επιλογή. Είναι πολιτική επιλογή, για την οποία η κυβέρνηση οφείλει να λογοδοτήσει. Τίθενται, επομένως, συγκεκριμένα ερωτήματα προς την κυβέρνηση και τη διοίκηση του Ελληνικού Κτηματολογίου:

Πότε θα παρουσιαστεί ολοκληρωμένο, πολυετές σχέδιο στελέχωσης, με βάση τις πραγματικές ανάγκες των Κτηματολογικών Γραφείων και Υποκαταστημάτων;

Έχει πραγματοποιηθεί συγκριτική αξιολόγηση του κόστους των εργολαβιών έναντι της απευθείας στελέχωσης και εάν ναι, ποια είναι τα συμπεράσματά της;

Γιατί η κυβέρνηση επιλέγει να καλύπτει επαναλαμβανόμενες ανάγκες του Ελληνικού Κτηματολογίου μέσω ιδιωτών αναδόχων, αντί να προχωρήσει σε στελέχωση με τις εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας των δημόσιων προσλήψεων;

Ποια ήταν τα αποτελέσματα των προηγούμενων συμβάσεων και πώς διασφαλίζονται η συνέχεια της λειτουργίας των υπηρεσιών, η διατήρηση της τεχνογνωσίας και η ποιοτική εξυπηρέτηση των πολιτών, όταν το προσωπικό απασχολείται με συμβάσεις περιορισμένης διάρκειας;», συνεχίζει η σχετική ανακοίνωση και καταλήγει:

«Το Ελληνικό Κτηματολόγιο χρειάζεται επαρκές και σταθερό ανθρώπινο δυναμικό, αξιοκρατικές διαδικασίες στελέχωσης και σύγχρονες υποδομές. Δεν μπορεί να λειτουργεί με ορίζοντα την επόμενη εργολαβία. Το δημόσιο χρήμα πρέπει να ενισχύει τις δημόσιες υπηρεσίες και την ουσιαστική εξυπηρέτηση των πολιτών, όχι να διαιωνίζει την εξάρτησή τους από ιδιώτες αναδόχους.

Πότε επιτέλους θα σταματήσει αυτή η πολιτική;

Άκου ζωντανά Spi8a