Δυσκολίες στον συνδυασμό της εργασίας με τη φροντίδα παιδιών ή εξαρτώμενων ενηλίκων δηλώνει το 33% των εργαζομένων στην Ελλάδα, με υψηλότερα ποσοστά στις γυναίκες και στις ηλικίες 35–44 ετών.
Περίπου ένας στους τρεις εργαζόμενους στην Ελλάδα αναφέρει ότι η εργασία του συγκρούεται με τις υποχρεώσεις φροντίδας παιδιών ή εξαρτώμενων ενηλίκων, σύμφωνα με ειδική έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ για τη σχέση οικογενειακής ζωής και εργασίας. Το ποσοστό φτάνει το 35,4% στις γυναίκες και το 37,5% στα άτομα ηλικίας 35–44 ετών.
Μεταξύ όσων δηλώνουν δυσκολία, συχνότερο πρόβλημα είναι οι πολλές ώρες εργασίας, που αναφέρονται από το 34,9%. Ακολουθούν η απαιτητική ή εξαντλητική θέση εργασίας με 27%, τα απρόβλεπτα ή δύσκολα προγράμματα με 13% και ο χρόνος μετακίνησης με 12,9%.
Υποχρεώσεις φροντίδας και άδειες
Υποχρεώσεις φροντίδας έχει το 29,8% των συμμετεχόντων στην έρευνα. Το 25,7% φροντίζει μόνο παιδιά, το 3,2% μόνο εξαρτώμενους ενήλικες και το 0,9% και τις δύο ομάδες. Το ποσοστό είναι υψηλότερο στις γυναίκες από ό,τι στους άνδρες, 31,9% έναντι 27,6%. Στα άτομα 35–44 ετών ανέρχεται σε 65,7%, ενώ στους απασχολούμενους σε 35,2%.
Από όσους έχουν αναθρέψει παιδιά και εργάζονται ή εργάζονταν, το 59,9% δηλώνει ότι δεν έχει λάβει οικογενειακή άδεια. Η λήψη της αναφέρεται από το 24% των ανδρών, το 14,3% των ατόμων ξένης ιθαγένειας και το 9,2% όσων έχουν ολοκληρώσει έως το Γυμνάσιο. Υψηλότερα ποσοστά καταγράφονται στις ηλικίες 18–24 ετών, στους πτυχιούχους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και στους δημόσιους υπαλλήλους, με 57,3%, 59,2% και 80,9% αντίστοιχα.
Η διάρκεια της άδειας διαφέρει ανά φύλο. Έως έξι μήνες άδεια έλαβε το 85,3% των ανδρών, ενώ το 5,2% έλαβε άδεια από έξι μήνες έως ένα έτος και το 2,8% πάνω από ένα έτος. Στις γυναίκες, τα αντίστοιχα ποσοστά για τις δύο μεγαλύτερες διάρκειες είναι 27,1% και 30,5%.
Χρήση υπηρεσιών φροντίδας παιδιών
Μεταξύ όσων έχουν παιδιά κάτω των 15 ετών, το 67,9% δεν χρησιμοποιεί υπηρεσίες φροντίδας για κανένα παιδί. Η χρήση είναι συχνότερη στις ηλικίες 35–44 ετών, με 36,5%, και στους απασχολούμενους, με 34,9%. Αντίθετα, καταγράφεται στο 17% των ανέργων και στο 14,1% των ατόμων 18–24 ετών.
Ως κύριο λόγο για τη μη χρήση υπηρεσιών, το 47,6% αναφέρει την προτίμηση να φροντίζει τα παιδιά μόνο του ή μαζί με τον σύντροφό του. Το ποσοστό φτάνει το 68% στα άτομα εκτός εργατικού δυναμικού και το 64,1% στις ηλικίες 25–34 ετών. Για το 9,6% των μη χρηστών, ο λόγος σχετίζεται με τις υπηρεσίες: το κόστος αναφέρει το 5,6%, η διαθεσιμότητα το 3% και άλλο πρόβλημα το 1%.
Σε επίπεδο πληθυσμού, δηλώθηκε κατά μέσο όρο περίπου ένα παιδί ανά άτομο. Ο μέσος όρος είναι 1,26 στις ημιαστικές περιοχές και 0,81 στο Πολεοδομικό Συγκρότημα Αθηνών. Ανά ιθαγένεια, καταγράφονται 1,03 παιδιά στα άτομα ελληνικής και 1,41 στα άτομα ξένης ιθαγένειας, ενώ ανά τομέα απασχόλησης ο μέσος όρος είναι 1,48 στο Δημόσιο και 1,07 στον ιδιωτικό τομέα.
