Σε μια περίοδο εντεινόμενου οικονομικού, γεωπολιτικού και στρατιωτικού ανταγωνισμού μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, της Κίνας, της Ρωσίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τελευταία παρουσιάζει χαρακτηριστικά οικονομικής υποβάθμισης, στρατιωτικής ανυποληψίας και έλλειψης πολιτικής συνοχής. Οι κυρίαρχοι πολιτικοί και οικονομικοί κύκλοι στις Βρυξέλλες, το Βερολίνο, το Παρίσι και αλλού επιχειρούν να βρουν λύσεις στην πολύπλευρη κρίση που βιώνει η ΕΕ και οι οικονομίες της.
Στο πλαίσιο αυτό, επιχειρείται στροφή προς την πολεμική οικονομία, τόσο για την ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης μέσω κρατικών δαπανών προς την πολεμική βιομηχανία όσο και για τη διαμόρφωση ενός αυτοτελούς γεωπολιτικού και στρατιωτικού αποτυπώματος της ΕΕ, εν μέσω της παρακμής ή και της αποσύνθεσης του ευρωατλαντικού άξονα. Οι προσπάθειες αυτές, όμως, φέρουν στον πυρήνα τους μια μάλλον άλυτη αντίφαση.
Γιώργος Νικολάου
Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο εισάγει σημαντικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται και διαχειρίζονται οι ευρωπαϊκοί πόροι. Συγκεκριμένα, συνδέει τη χρηματοδοτική στήριξη με την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων που συμφωνούνται μεταξύ του κράτους-μέλους και της Επιτροπής. Η νέα αυτή αρχιτεκτονική αποτελεί ένα ακόμη βήμα στη σταδιακή συγκέντρωση εξουσίας στις Βρυξέλλες.
Πολύπλευρη κρίση και αντιφάσεις στην ΕΕ
Από τη μία, παρουσιάζεται η βαθύτερη ολοκλήρωση της ΕΕ και, τελικά, η δημιουργία ενός ενιαίου ευρωπαϊκού κράτους ως πανάκεια για την ενίσχυση της οικονομικής, πολιτικής και στρατιωτικής θέσης της ΕΕ απέναντι στις ΗΠΑ, την Κίνα και τη Ρωσία. Από την άλλη, είναι σαφές ότι, λόγω της ανισόμετρης ανάπτυξης μεταξύ κέντρου και περιφέρειας της ΕΕ, οι πλεονασματικές χώρες του κέντρου αντιστέκονται σθεναρά στην αύξηση του κοινού προϋπολογισμού με μεγαλύτερη αναδιανεμητικότητα ή στην έκδοση κοινού χρέους. Παράλληλα, οι αντιθέσεις εντός του ίδιου του κέντρου οδηγούν σε αποκλίνουσες στρατηγικές και συμφέροντα. Η δομική αυτή αντίφαση οξύνεται από τη δυσμενή συγκυρία, καθώς ο γαλλογερμανικός άξονας είναι πολιτικά και οικονομικά αποδυναμωμένος, ενώ στις δύο χώρες ενισχύονται οι εθνικιστικές και ακροδεξιές φωνές που ζητούν «λιγότερη Ευρώπη».
Από τα μνημόνια στο Δημοσιονομικό Πλαίσιο
Οι κυρίαρχοι οικονομικοί και πολιτικοί κύκλοι συνειδητοποιούν την αντίφαση αυτή και επιχειρούν να βρουν συμβιβαστικές λύσεις. Έτσι, αντί να επιλεγεί η βαθύτερη ολοκλήρωση μέσω της αναθεώρησης των Συνθηκών της ΕΕ, όπως συνέβη κατά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, η οποία απαιτεί αυξημένη πολιτική συναίνεση, επιλέγεται μια άλλη μορφή θεσμικής εμβάθυνσης, περισσότερο μετριοπαθής αλλά ιδιαίτερα αποτελεσματική στην εφαρμογή ταξικών πολιτικών.
Το παρόν άρθρο επικεντρώνεται σε αυτή τη δεύτερη μορφή και υποστηρίζει ότι η χρηματοδοτική αιρεσιμότητα έχει καταστεί ένας ολοένα σημαντικότερος μηχανισμός ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Με άλλα λόγια, συνδέοντας την πρόσβαση σε ευρωπαϊκούς πόρους με την εκπλήρωση συγκεκριμένων πολιτικών όρων, η ΕΕ έχει διευρύνει την ικανότητά της να επηρεάζει τομείς πολιτικής που, με βάση τις ιδρυτικές της Συνθήκες, εξακολουθούν να εμπίπτουν στις αρμοδιότητες των κρατών-μελών, όπως η φορολογική και η εκπαιδευτική πολιτική, η υγεία, η δημόσια διοίκηση, η δικαιοσύνη και η άμυνα. Αυτή η μορφή ολοκλήρωσης είναι λιγότερο ορατή και, υπό μία έννοια, διαθέτει μικρότερη δημοκρατική νομιμοποίηση σε σχέση με την αλλαγή των Συνθηκών. Μπορεί, όμως, να είναι ευκολότερα επιτεύξιμη πολιτικά και θεσμικά εξίσου αποτελεσματική.
Στις Βρυξέλλες, εδώ και περίπου έναν χρόνο, διεξάγονται σκληρές διαπραγματεύσεις για το επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ) της ΕΕ, για την περίοδο 2028–2034. Από το ΠΔΠ χρηματοδοτούνται τα ταμεία περιφερειακής και κοινωνικής συνοχής, που στην Ελλάδα είναι γνωστά μέσω του ΕΣΠΑ, αλλά και η Κοινή Αγροτική Πολιτική.
Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το νέο ΠΔΠ, που κατατέθηκε το καλοκαίρι του 2025 και αποτελεί τη βάση των συζητήσεων στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εισάγει σημαντικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται και διαχειρίζονται οι ευρωπαϊκοί πόροι. Συγκεκριμένα, συνδέει τη χρηματοδοτική στήριξη με την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων που συμφωνούνται μεταξύ του κράτους-μέλους και της Επιτροπής. Η νέα αυτή αρχιτεκτονική αποτελεί ένα ακόμη βήμα στη σταδιακή συγκέντρωση εξουσίας στις Βρυξέλλες για τη χάραξη των πολιτικών των κρατών-μελών.
Συγκεκριμένα, τα κράτη-μέλη καλούνται να συμφωνήσουν με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ένα εθνικό πλάνο για την περίοδο 2028 – 2034, το οποίο θα περιλαμβάνει επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις. Η υλοποίησή τους θα συνδέεται με την καταβολή της αντίστοιχης χρηματοδότησης. Εάν, όμως, οι δεσμεύσεις δεν υλοποιηθούν, θα προβλέπεται μείωση της χρηματοδότησης, η οποία θα μπορεί να συνοδεύεται και από επιπλέον οικονομικές επιβαρύνσεις.
Τα στοιχεία που χρήζουν προσοχής είναι δύο.
Πρώτον, μέχρι σήμερα η πολιτική συνοχής μέσω των ΕΣΠΑ χρηματοδοτούσε μόνο επενδύσεις και όχι μεταρρυθμίσεις, τις οποίες αποφάσιζε το ίδιο το κράτος-μέλος, με την προϋπόθεση ότι ήταν εναρμονισμένες με τους στόχους πολιτικής της Ένωσης. Τώρα, αφενός, θα χρηματοδοτούνται συγκεκριμένες επενδύσεις που θα προσυμφωνούνται με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και, αφετέρου, στα πλάνα θα εντάσσονται μεταρρυθμίσεις που θα πρέπει να ανταποκρίνονται στις ειδικές ανά χώρα συστάσεις που εκδίδει η ΕΕ κάθε χρόνο. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι θα παρέχονται στα κράτη-μέλη οικονομικά κίνητρα για την εφαρμογή των πολιτικών που προωθεί η ΕΕ.
Δεύτερον, η έμμεση και de facto εκχώρηση αρμοδιοτήτων στην ΕΕ, χωρίς αλλαγή των Συνθηκών, θα επηρεάσει τα κράτη-μέλη με ασύμμετρο τρόπο. Κράτη όπως η Ελλάδα, που βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στους ευρωπαϊκούς πόρους, θα αναγκαστούν να ανταλλάξουν μεγαλύτερο αριθμό δεσμεύσεων με χρηματοδοτικούς πόρους. Ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στον σχεδιασμό αυτών των πολιτικών θα ενισχυθεί ιδιαίτερα, πράγμα που σημαίνει ότι σημαντικά στοιχεία της πολιτικής αυτονομίας των κρατών αυτών θα μεταφερθούν στο ευρωπαϊκό επίπεδο, χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση της δημοκρατικής λογοδοσίας.
Έτσι, για παράδειγμα, η ελληνική κυβέρνηση θα συμφωνεί με την Επιτροπή (Κομισιόν) σε μεταρρυθμίσεις σε τομείς που η τελευταία εντοπίζει ως προβληματικούς. Στη συνέχεια, οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα εντάσσονται στο εθνικό πλάνο και θα συνδέονται με χρηματοδότηση. Μπορούν να αφορούν την παιδεία, την υγεία, τη δημόσια διοίκηση, το περιβάλλον, τα δημόσια οικονομικά και οποιονδήποτε άλλο τομέα καλύπτουν οι ειδικές ανά χώρα συστάσεις της Επιτροπής.
Η σημαντική αυτή καινοτομία στην ευρωπαϊκή διακυβέρνηση έχει τις ρίζες της τόσο στα μνημόνια της προηγούμενης δεκαετίας όσο και στο Ταμείο Ανάκαμψης.
Συγκεκριμένα, τα μνημόνια αποτέλεσαν διαδοχικές συμφωνίες της Τρόικας με τις ελληνικές κυβερνήσεις για την υλοποίηση μέτρων και μεταρρυθμίσεων σε όλο το φάσμα της οικονομίας, του κράτους και της κοινωνίας, τα οποία συνδέονταν με την εκταμίευση των δανειακών δόσεων. Η δυνατότητα της Τρόικας να ασκεί πίεση στην Ελλάδα για την εφαρμογή των μέτρων αυτών θεωρήθηκε από την ΕΕ ως ένα επιτυχημένο εργαλείο άσκησης πολιτικής.
Η κομισιόν αξιοποιεί την εμπειρία των μνημονίων. Η δυνατότητα της τρόικας να ασκεί πίεση στην Ελλάδα για την εφαρμογή συγκεκριμένων μέτρων θεωρήθηκε ως ένα επιτυχημένο εργαλείο άσκησης πολιτικής
Ακολούθως, το μοντέλο της οικονομικής αιρεσιμότητας εφαρμόστηκε μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και στα 27 κράτη-μέλη. Συγκεκριμένα, οι επιχορηγήσεις και τα δάνεια του Ταμείου συνδέθηκαν απευθείας με την υλοποίηση εθνικά συμφωνημένων προγραμμάτων μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων, τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο συμφωνίας με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Εάν, κατά την αξιολόγηση της υλοποίησης, τα μέτρα αυτά δεν υλοποιούνταν, η χώρα δεν έχανε μόνο το ποσό που είχε συνδεθεί με το συγκεκριμένο μέτρο αλλά, λόγω της ποινής, μπορούσε να χάσει πολλαπλάσιο ποσό χρηματοδότησης.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μέτρου νεοφιλελεύθερης έμπνευσης που εισήχθη στην ελληνική νομοθεσία μέσω της χρηματοδότησης του Ταμείου Ανάκαμψης, είναι η νομοθεσία για το τέλος ταφής απορριμμάτων. Ο σχετικός νόμος ψηφίστηκε το 2022 ως «πράσινο μέτρο» μετατρέποντας στην ουσία τη διαχείριση των απορριμμάτων σε πεδίο οικονομικής τιμολόγησης και ανταποδοτικής χρηματοδότησης. Η σημασία του συγκεκριμένου παραδείγματος είναι μεγαλύτερη ακριβώς επειδή η φορολογική πολιτική παραμένει κατά βάση εθνική αρμοδιότητα, ενώ και στον τομέα του περιβάλλοντος η ΕΕ διαθέτει συντρέχουσα αρμοδιότητα. Επομένως, πρόκειται για την αξιοποίηση της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης ώστε να προωθηθεί, μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, ένας συγκεκριμένος μηχανισμός οικονομικής επιβάρυνσης και συμπεριφορικής πειθάρχησης σε εθνικό και τοπικό επίπεδο.
Το βασικό αντεπιχείρημα ότι το μέτρο δεν είναι «φορομπηχτικό», επειδή τα έσοδα επιστρέφουν στους δήμους για επενδύσεις στην κυκλική οικονομία αγνοεί το ποιος επωμίζεται το κόστος και ποιος κατά κύριο λόγο ευθύνεται για την παραγωγή σκουπιδιών.
Πρώτον, ο νόμος μεταφέρει σημαντικό μέρος της ευθύνης στον δήμο και τελικά στον πολίτη, ενώ η πραγματική δυνατότητα ανακύκλωσης δεν είναι παντού δεδομένη — χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περιορισμένη και άνιση διαθεσιμότητα μπλε κάδων σε ορισμένες περιοχές, ιδίως στο κέντρο της Αθήνας. Δεύτερον, η έμφαση μετατοπίζεται από την ευθύνη των εταιρειών για τη μείωση της παραγωγής πλαστικών προϊόντων στην ατομική ευθύνη του καταναλωτή να τα ανακυκλώσει. Τρίτον, η λογική αυτή μπορεί να υποβαθμίσει το πρόβλημα της παραγωγής μη ανακυκλώσιμων ή δύσκολα ανακυκλώσιμων προϊόντων: είτε επειδή δεν υπάρχει η αναγκαία υποδομή για την ανακύκλωσή τους είτε επειδή ο σχεδιασμός και η σύνθεση των προϊόντων τα καθιστούν πρακτικά μη ανακυκλώσιμα. Έτσι, η ευθύνη μετατοπίζεται προς το τέλος της αλυσίδας — στον καταναλωτή και τον δήμο — αντί να αντιμετωπίζεται εξαρχής στο επίπεδο του παραγωγικού σχεδιασμού και των επιχειρήσεων που καθορίζουν τι και πόσο πλαστικό παράγεται.
Βρυξέλες και ισχυρά κράτη συμφωνούν
Εάν κανείς ψάξει το Ταμείο Ανάκαμψης θα βρει πλήθος μικρότερων ή μεγαλύτερων παρεμβάσεων που εισάγουν νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις ή επενδύσεις που ευνοούν το κεφάλαιο. Παρόλα αυτά το Ταμείο Ανάκαμψης ήταν ένα ad hoc εργαλείο που τελειώνει το 2026. Η αναδυόμενη αρχιτεκτονική του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου προχωρά ένα βήμα περαιτέρω, ενσωματώνοντας την αιρεσιμότητα με πιο συστηματικό τρόπο και στην τακτική κατανομή των ευρωπαϊκών πόρων.
Παρότι οι διαπραγματεύσεις για το ΠΔΠ θα συνεχιστούν μέχρι και το τέλος του 2027, φαίνεται ότι ως προς όλα τα παραπάνω υπάρχει συναίνεση από όλους τους σημαντικούς παίκτες. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που εισηγήθηκε άλλωστε αυτή την καινοτομία, γνωρίζει ότι με τον νέο Κανονισμό θα ενισχύσει σημαντικά τις αρμοδιότητές της. Τα κράτη-μέλη που είναι «καθαροί συνεισφέροντες» στον προϋπολογισμό της ΕΕ, όπως η Γερμανία και η Ολλανδία, συμφωνούν με αυτή την αλλαγή, επειδή θεωρούν ότι έτσι θα έχουν αποτελεσματικότερο έλεγχο επί της αξιοποίησης του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού.
Αντίθετα, τα κράτη-μέλη που είναι «καθαροί αποδέκτες», όπως η Ελλάδα, εξέφρασαν τον Μάιο, μέσω κοινής ανακοίνωσης, τον σκεπτικισμό τους για την αυστηροποίηση της αιρεσιμότητας. Όμως, είναι οι χώρες του πυρήνα της Ευρωζώνης που θέτουν την ατζέντα.
Η αιρεσιμότητα ως εργαλείο ταξικής πολιτικής
Συμπερασματικά, η αλλαγή στον μηχανισμό διάθεσης των ευρωπαϊκών πόρων θα λειτουργήσει ως πολιορκητικός κριός για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη ενσωμάτωση στην εθνική νομοθεσία των πολιτικών στοχεύσεων και της εργαλειοθήκης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Ο δημοκρατικός έλεγχος σε αυτή τη διαδικασία θα είναι εκ των πραγμάτων περιορισμένος. Η οικονομική αιρεσιμότητα θα λειτουργήσει ως θετικό κίνητρο για την υιοθέτηση νεοφιλελεύθερων και αντιλαϊκών πολιτικών, ενώ οι κυβερνήσεις θα μετακυλύουν την πολιτική ευθύνη από τις κυβερνήσεις στην ΕΕ, όπως συνέβη και με τα μνημόνια.
Πρακτικά, σε περιόδους σχετικής οικονομικής ομαλότητας, ο νεοφιλελεύθερος πυρήνας των μεταρρυθμίσεων που θα υιοθετούνται θα παρουσιάζεται συχνά με τεχνοκρατική ουδετερότητα. Σε περιόδους, όμως, βαθέματος της καπιταλιστικής κρίσης ή σε ζητήματα που συνιστούν στρατηγικές προτεραιότητες της ΕΕ και για τα οποία ασκούνται ισχυρές πιέσεις, ο μηχανισμός αυτός διακυβέρνησης θα παράγει πολιτικές πιο επιθετικές για τον λαό.
Αυτός ο λανθάνων και λιγότερο εμφανής μηχανισμός εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι, βεβαίως, σχεδόν αδύνατον να αντιστρέψει την οικονομική αποδρομή και τις διαλυτικές τάσεις στο εσωτερικό της Ένωσης. Παρ’ όλα αυτά, αποτελεί αποτελεσματικό εργαλείο αντιδραστικής μετάλλαξης των ευρωπαϊκών κοινωνιών και άσκησης ταξικής πολιτικής.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ που κυκλοφόρησε 26-27 Σεπτεμβρίου
