Ενεργειακή φτώχεια: Ένας ακόμη δύσκολος χειμώνας

Ο χειμώνας 2026-2027 προμηνύεται ιδιαίτερα δύσκολος για τα λαϊκά νοικοκυριά. Η νέα εκτίναξη των διεθνών τιμών του πετρελαίου περνά ήδη στα καύσιμα, ενώ η έναρξη της διάθεσης πετρελαίου θέρμανσης στις 15 Οκτωβρίου βρίσκει χιλιάδες οικογένειες μπροστά στο ίδιο δίλημμα: πόσο μπορούν να ζεστάνουν το σπίτι τους, όταν οι ενεργειακές τιμές έχουν εκτιναχθεί, και παράλληλα η ακρίβεια σε τρόφιμα, στέγαση και ρεύμα συμπιέζει το λαϊκό εισόδημα.

Η ενεργειακή φτώχεια είναι ήδη εκτεταμένη. Το 2025 η Ελλάδα είχε το υψηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε. στον βασικό δείκτη ενεργειακής φτώχειας, την αδυναμία επαρκούς θέρμανσης της κατοικίας. Σύμφωνα με τη Eurostat, αφορούσε το 18,1% του πληθυσμού, έναντι 8,8% στην Ε.Ε.-27.

Ακριβή ενέργεια: Τίμημα της διεθνούς επιθετικής πολιτικής της «Δύσης»

Η παγκόσμια οικονομία, με επίκεντρο την Ευρώπη, βιώνει μια νέα ενεργειακή κρίση που δεν προέκυψε από το πουθενά. Η απότομη άνοδος του πετρελαίου το τελευταίο οκτάμηνο συνδέεται με τη στρατιωτική και γεωπολιτική κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή, τη διατάραξη των ενεργειακών οδών και τον περιορισμό των ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ και τώρα του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Το Brent είχε φτάσει στις 30 Απριλίου τα 126,41 δολάρια το βαρέλι.

Καθοριστικό ρόλο έχει η επιθετική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ απέναντι στο Ιράν, και γενικότερα η χρησιμοποίηση κυρώσεων, δασμών και στρατιωτικής ισχύος στην παγκόσμια ενεργειακή αντιπαράθεση. Η πολιτική αυτή αυξάνει τον κίνδυνο διακοπής της προσφοράς, τα μεταφορικά και ασφαλιστικά κόστη και την κερδοσκοπία στις αγορές.

Παράλληλα η Ευρωπαϊκή Ένωση, με τις οικονομικές κυρώσεις έναντι της Ρωσίας και τη στρατιωτικοποίηση των οικονομιών της, επικαλούμενη τη ρωσική απειλή, αποκόπηκε από σημαντικό μέρος της προηγούμενης ενεργειακής τροφοδοσίας της. Το κόστος αυτών των πολιτικών μεταφέρεται τελικά στους λαούς, από τη βενζίνη και τη θέρμανση μέχρι τα τρόφιμα και τα βασικά είδη ανάγκης.

Από τα 60 στα 111 δολάρια το πετρέλαιο και από τα 10 στα 82 ευρώ το φυσικό αέριο

Η εξέλιξη των διεθνών τιμών δείχνει το μέγεθος της ανατροπής. Τον Οκτώβριο 2019 η μέση τιμή του Brent ήταν 59,71 δολάρια/βαρέλι και του φυσικού αερίου TTF 10,10 €/MWh. Το 2022 οι αντίστοιχες τιμές ήταν 93,33 δολάρια και 76,04 ευρώ, και το 2025 ήταν 64,54 δολάρια και 31,94 ευρώ. Την περίοδο 1-16 Σεπτεμβρίου 2026 οι μέσες τιμές έφτασαν τα 111,28 δολάρια για το Brent και περίπου 82 €/MWh για το φυσικό αέριο.

Το πετρέλαιο θέρμανσης ξεκίνησε την περίοδο 2019-2020 στα 1,04 ευρώ/λίτρο και την περίοδο 2025-2026 κοντά στα 1,13 ευρώ. Με τα σημερινά δεδομένα, πριν από οποιαδήποτε κυβερνητική παρέμβαση, προβλέπεται στις 15 Οκτωβρίου να κινηθεί γύρω στα 1,75 ευρώ/λίτρο.

Με τις ανακοινώσεις της 17/9 ο πρωθυπουργός θέτει ως στόχο τιμή κάτω από 1,75 ευρώ. Ακόμη όμως και στα 1,60 ευρώ, η αύξηση έναντι των 1,13 ευρώ της περσινής έναρξης είναι περίπου 42%. Για 1.000 λίτρα σημαίνει περίπου 470 ευρώ επιπλέον.

Εδώ αναδεικνύεται και το ζήτημα των περιθωρίων κέρδους σε διύλιση, εμπορία και λιανική. Σε μια αγορά υψηλής συγκέντρωσης απαιτείται ουσιαστικός έλεγχος της διαμόρφωσης των τιμών από το διυλιστήριο μέχρι την αντλία, και δημοσιοποίηση των περιθωρίων κέρδους, και όχι έλεγχοι μόνο στο λιανικό εμπόριο, όπως συνηθίζει να κάνει η κυβέρνηση στον τομέα των πετρελαιοειδών, αφήνοντας τα διυλιστήρια να κερδοσκοπούν.

Υπέρογκοι, εξοντωτικοί φόροι στα καύσιμα

Ένα σημαντικό τμήμα της τιμής δεν καθορίζεται στις διεθνείς αγορές, αλλά από τη φορολογία. Ο ΕΦΚ στο πετρέλαιο θέρμανσης είναι 280 ευρώ/1.000 λίτρα, πάνω από 13 φορές το ελάχιστο της Ε.Ε. των 21 ευρώ, ενώ στην τιμή μαζί με τον ΕΦΚ επιβάλλεται ΦΠΑ 24%.

Όσο επομένως αυξάνεται η τιμή, τόσο αυξάνονται και οι εισπράξεις ΦΠΑ. Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση αρνείται μέχρι σήμερα ουσιαστική μείωση της φορολογίας των καυσίμων, προτάσσοντας την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων και υπερπλεονασμάτων.

Η ΔΕΘ δεν άντεξε ούτε ένα δεκαπενθήμερο

Η αδυναμία της κυβερνητικής πολιτικής να αντιμετωπίσει την κατάσταση με σχεδιασμό σε βάθος χρόνου αποκαλύπτεται από την ταχύτητα με την οποία ξεπεράστηκαν οι εξαγγελίες της ΔΕΘ. Στις 5 Σεπτεμβρίου παρουσιάστηκε πακέτο μέτρων με ορίζοντα μέχρι το 2030.

Μόλις στις 17 Σεπτεμβρίου ο πρωθυπουργός αναγκάστηκε να προαναγγείλει νέο πακέτο για τα καύσιμα, με παράταση της στήριξης στο diesel, αύξηση του επιδόματος θέρμανσης και πιθανή επαναφορά πλαφόν στα περιθώρια κέρδους.

Τα μέτρα της ΔΕΘ δεν άντεξαν ούτε ένα δεκαπενθήμερο. Και πάλι όμως επιλέγονται προσωρινές επιδοτήσεις αντί ουσιαστικής μείωσης της φορολογίας, δομικών αλλαγών στην αγορά ενέργειας και μόνιμου ελέγχου σε όλο το εύρος διαμόρφωσης των τιμών. Το κράτος διατηρεί τους υψηλούς φόρους, εισπράττει περισσότερα όταν αυξάνονται οι τιμές, και στη συνέχεια «επιστρέφει» ένα μικρό μέρος ως «στήριξη».

Ενεργειακή φτώχεια: Ακριβή θέρμανση, φτωχότερα νοικοκυριά

Στις 14 Σεπτεμβρίου 2026 η τιμή πετρελαίου θέρμανσης καταγραφόταν περίπου στα 1,74 ευρώ/λίτρο στην Ελλάδα, έναντι 1,68 στη Γερμανία, 1,85 στη Γαλλία και 1,41 στην Ισπανία.

Σημαντικότερο όμως είναι το βάρος της τιμής στο οικογενειακό εισόδημα. Το 2025 το 18,1% του πληθυσμού στην Ελλάδα αδυνατούσε να θερμάνει επαρκώς το σπίτι του, έναντι 8,8% στην Ε.Ε. και 16,1% στη Βουλγαρία.

Η επιδείνωση φαίνεται καθαρά σε βάθος χρόνου στην περίοδο 2019-2025 με κυβέρνηση Μητσοτάκη-Ν.Δ. Το 2019 τέσσερις χώρες της Ε.Ε. είχαν υψηλότερο ποσοστό από την Ελλάδα, όπως και το 2023. Το 2025 η Ελλάδα βρέθηκε πλέον στη χειρότερη θέση της Ε.Ε.-27. Αντίθετα, η Βουλγαρία περιόρισε θεαματικά το ποσοστό της, από 30,1% το 2019 σε 16,1% το 2025, ενώ στην Ελλάδα παρέμεινε καθηλωμένο σε πολύ υψηλά επίπεδα. Σε όλη σχεδόν την περίοδο το ελληνικό ποσοστό ήταν υπερδιπλάσιο του μέσου όρου της Ε.Ε.

Ποιος πληρώνει τελικά την κρίση;

Η διεθνής αύξηση των τιμών είναι πραγματική. Το ερώτημα όμως είναι ποιος καλείται να την πληρώσει.

Η ουσιαστική μείωση του ΕΦΚ και του ΦΠΑ στα καύσιμα, ο έλεγχος των ολιγοπωλιακών πρακτικών και των περιθωρίων κέρδους σε διύλιση, εμπορία και λιανική και η πλήρης διαφάνεια στη διαμόρφωση των τιμών θα μπορούσαν να περιορίσουν σημαντικά το βάρος για τα νοικοκυριά. Αντί γι’ αυτά, επιλέγονται ξανά επιδόματα και προσωρινές επιδοτήσεις που δεν αντιμετωπίζουν την αιτία του προβλήματος.

Όταν σχεδόν ένας στους πέντε κατοίκους δεν μπορεί ήδη να διατηρήσει ζεστό το σπίτι του, το πετρέλαιο στα 1,75 ευρώ –ή έστω στα 1,55 για όσους επιδοτηθούν– δεν αποτελεί απλώς «ενεργειακή ακρίβεια». Είναι ένας ακόμη μηχανισμός αφαίμαξης του λαϊκού εισοδήματος προς όφελος των κρατικών πλεονασμάτων και της ενεργειακής αγοράς, που βαθαίνει την ενεργειακή φτώχεια και την κοινωνική ανισότητα.

Άκου ζωντανά Spi8a