Κάθε φορά που ο Ερντογάν αγριεύει και η Τουρκία γίνεται πιο επιθετική έναντι της Ελλάδος και της Κύπρου, στην Αθήνα θυμούνται τον ιμπεριαλιστή γείτονα. Και αρχίζουν τις αναλύσεις και τις βαρύγδουπες δηλώσεις. Επαναλαμβανόμενες δηλώσεις, τις οποίες στην αντίπερα όχθη του Αιγαίου, δεν τις λαμβάνουν και πολύ υπόψη.
Η τουρκική συμπεριφορά είναι ίδια διαχρονικά, καθώς οι σχεδιασμοί και οι επιδιώξεις παραμένουν αναλλοίωτες. Ο σχεδιασμός είναι ξεκάθαρος και οι στοχεύσεις πρόδηλες. Η υλοποίησή τους δεν μένει σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά γίνονται βαθμηδόν βήματα, που εδραιώνουν την παρουσία της στο νησί. Παράλληλα δε επιχειρεί να βάλει πόδι στο Αιγαίο.
Η Κύπρος βιώνει αυτή τη συμπεριφορά, την πολιτική, για δεκαετίες. Και στην περίπτωση της η κατοχική Τουρκία δεν έχει μείνει στις διακηρύξεις και στις ακραίες ρητορικές εξάρσεις. Αλλά στην πράξη, με πόλεμο το 1974, επέβαλε τους επεκτατικούς σχεδιασμούς της. Κατέχει διά της βίας το 37% του νησιού.
Ο τουρκικός επεκτατισμός προϋπήρχε του Ερντογάν, μόνο που ο τελευταίος έχει συγκεκριμενοποιήσει αυτές τις επιδιώξεις μέσα και από πρακτικές που υιοθετεί. Και τα βήματα που γίνονται από τουρκικής πλευράς βαθμηδόν οδηγούν προς τον στόχο. Η Άγκυρα δεν χρειάζεται να προχωρήσει σε μια στρατιωτική σύγκρουση από την οποία θα έχει και κόστος. Χρησιμοποιώντας τη στρατιωτική ισχύ και διά του εκφοβισμού, επιχειρεί να κερδίσει έδαφος και να εφαρμόσει τις πολιτικές της. Χωρίς πόλεμο να υποτάξει τα δυο κράτη. Διά της φινλανδοποίησης.
Θεωρητικός υπό διωγμό
Η επεκτατική πολιτική της Τουρκίας έχει «εκσυγχρονισθεί» και θεμελιώθηκε ως ο βασικός πυλώνας εσωτερικής και πρωτίστως εξωτερικής πολιτικής, από έναν θεωρητικό που έθεσε, με παλιά υλικά και προσεγγίσεις, το «όραμα» της νέας Τουρκίας.
Ο Αχμέτ Νταβούτογλου, πρώην πρωθυπουργός της Τουρκίας και βασικός θεωρητικός του ΑΚΡ, που εσχάτως μπήκε στο στόχαστρο του Ερντογάν και ψήνεται δίωξη εναντίον του ( για εξύβριση του νεοσουλτάνου!), έχει διαμορφώσει τη θεωρία της «νέας Τουρκίας». Αυτή τη θεωρία ακολουθεί το καθεστώς Ερντογάν μέχρι και σήμερα. Ο Αχμέτ Νταβούτογλου στο βιβλίο του «Το στρατηγικό βάθος και η Τουρκία», αναφέρει σε σχέση με την Κύπρο πως «ακόµη κι αν δεν υπήρχε ούτε ένας μουσουλμάνος Τούρκος εκεί, η Τουρκία όφειλε να διατηρεί ένα Κυπριακό ζήτημα. Καµιά χώρα δεν µπορεί να µείνει αδιάφορη σε ένα τέτοιο νησί που βρίσκεται στην καρδιά του ζωτικού της χώρου».
Σημείωσε, περαιτέρω, ότι «η στρατιωτική σκληρή ισχύς πρέπει να χρησιμοποιείται µόνο σε συνάρτηση µε την ήπια δύναµη της διπλωµατίας που προετοιµάζει τις ανάλογες προϋποθέσεις και το σχετικό νοµικό πλαίσιο, όπως έγινε µε την παρέµβαση στην Κύπρο». Και συνέχισε: «Η Τουρκία πρέπει να βλέπει το στρατηγικό πλεονέκτημα που απέκτησε στο θέμα (Κύπρος) όχι ως στοιχείο μιας αμυντικής κυπριακής πολιτικής, αλλά ως ένα από τα διπλωματικού χαρακτήρα βασικά στηρίγματα μιας επιθετικής στρατηγικής θάλασσας». Ο Νταβούτογλου συνδυάζοντας τον οραµατισµό του για µια νέα και μεγαλύτερη Τουρκία σε ρόλο περιφερειακής δύναµης αναγνωρίζει τη στρατηγική θέση της Κύπρου και γράφει: «Μια χώρα που αγνοεί την Κύπρο δεν είναι δυνατό να έχει ένα αποφασιστικό λόγο στις παγκόσµιες και περιφερειακές πολιτικές, διότι αυτό το μικρό νησί κατέχει µια θέση που επηρεάζει ευθέως τις στρατηγικές συνδέσεις μεταξύ Ασίας-Αφρικής και Ευρώπης-Αφρικής».
Τι σημαίνουν όλα αυτά; Η Κύπρος για την Τουρκία είναι στρατηγικής σημασίας και η παρουσία των Τουρκοκυπρίων στο νησί δεν τους επηρεάζει. Δεν αποτελεί τον λόγο εμπλοκής της.
Αναθεωρητικές δυνάμεις
Η Τουρκία είναι μια αναθεωρητική δύναμη. Στη βάση αυτή επιδιώκει την αύξηση των εδαφών της και την ενίσχυση της επιρροής της. «Η Τουρκία είναι πολύ μεγαλύτερη από 780.000 km2», έχει πει ο Ερντογάν. Αυτό σημαίνει ότι ο στόχος της κατοχικής πλευράς είναι η κατάληψη εδαφών. Στόχος είναι «η Τουρκία να γίνει μεγαλύτερη από την Τουρκία». Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί και με την «ήπια πολιτική», τη διπλωματία, που υιοθετεί παράλληλα με τη σκληρή γραμμή.
Οι δραστηριότητες της Άγκυρας έχουν επεκταθεί μέσα κι από διάφορους Οργανισμούς, όπως είναι το ΤΙΚΑ (Τουρκική Υπηρεσία Συνεργασίας και Συντονισμού), το οποίο ως γνωστό παρέχει αναπτυξιακή βοήθεια προς τρίτες χώρες (σ.σ. δραστηριοποιείται και στα κατεχόμενα). Στη μεγάλη εικόνα και η Υπηρεσία Αντιμετώπισης Καταστροφών, όπως και μια σειρά «εργαλεία» που αφορούν την εκπαίδευση (σχολεία, εκπαιδευτικοί), τη διάδοση του τουρκικού πολιτισμού (γλώσσα και τέχνη) αλλά και θρησκείας. Αυτή η πολιτική καλύπτει την Αφρική, την Ασία, τον Καύκασο και τα Βαλκάνια.
Όλα αυτά περιλαμβάνονται στο «Έγγραφο Στρατηγικής Δημόσιας Διπλωματίας 2024-2029», το οποίο εστιάζει στο όραμα για «μεγαλύτερη Τουρκία».
Η Τουρκία είναι μια αναθεωρητική δύναμη. Απέναντί της, σε αυτή τη φάση, είναι το Ισραήλ. Το Ισραήλ είναι, επίσης, αναθεωρητική δύναμη. Και τα δύο αυτά κράτη επιχειρούν, διά της αντιπαράθεσής τους, να ενισχύσουν βαθμηδόν την επιρροή τους και να ελέγξουν την περιοχή. Αυτό συνεπάγεται και «συνεργασίες» με τρίτους και επιβολές.
Αν η Ελλάδα και η Κύπρος στέκονται απέναντι στην κατοχική Τουρκία για να αποτρέψουν την υλοποίησή των επεκτατικών της σχεδιασμών, τη φινλανδοποίησή τους, αυτό δεν σημαίνει ότι θα ζητήσουν προστασία από μια άλλη αναθεωρητική δύναμη, που με τη συμπεριφορά της δείχνει τις προθέσεις της. Δηλαδή, να χρησιμοποιήσει την Ελλάδα και την Κύπρο για το στρατηγικό της βάθος. Τι θα σημαίνει στο τέλος; Τη φινλανδοποίησή τους; Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα;
Στο περασμένο φύλλο του Δρόμου, ο Κώστας Δημητριάδης, έγραψε («Ελλάδα πιεζόμενη πλευρά ενός “τριγώνου” με Τουρκία και Ισραήλ») μεταξύ άλλων και τα εξής: Ενώ Ισραήλ και Τουρκία βρίσκονται αντιμέτωπες στους αναδασμούς της Συρίας και της Ανατολικής Μεσογείου (έλεγχος κοιτασμάτων, δρόμων, υδάτων κ.λπ. αλλά και της Κύπρου), εμφανίζονται να συγκλίνουν στην περιοχή του Καυκάσου με την από κοινού υποστήριξή τους στο Αζερμπαϊτζάν έναντι της Αρμενίας, αλλά και με την κάλυψη των αναγκών του Ισραήλ σε υδρογονάνθρακες που συνεχίζει απρόσκοπτα να εξασφαλίζει η Τουρκία. Πέραν απ’ οτιδήποτε άλλο δε, και οι δύο χώρες εντάσσονται σε περίοπτη θέση στους γενικότερους σχεδιασμούς των ΗΠΑ στην περιοχή, διατηρώντας παράλληλα στρατηγικές-εταιρικές σχέσεις και με τις δυνάμεις του ευρωπαϊκού ατλαντισμού.
Στον δρόμο προς τη Νέα Υόρκη
Την εβδομάδα, που αρχίζει από αύριο, το ενδιαφέρον θα στραφεί προς την έδρα των Ηνωμένων Εθνών, στη Νέα Υόρκη. Αν και ο γενικός γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, Αντόνιο Γκουτέρες, έσπευσε να αναφέρει ότι υπό τα σημερινά δεδομένα δεν θα συγκαλέσει κοινή συνάντηση με τους Χριστοδουλίδη και Ερχιουρμάν στη Νέα Υόρκη. Ούτε θα συγκαλέσει άτυπη Πενταμερή Διάσκεψη για το Κυπριακό, όπως ήταν ο στόχος του. Ενόψει του γεγονότος ότι ο κ. Γκουτέρες θα αποχωρήσει από τη θέση του, φαίνεται να απομακρύνεται το ενδεχόμενο να έχει αποτέλεσμα στο Κυπριακό.
Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Νίκος Χριστουλίδης, στην τελευταία πριν τη μετάβασή του στη Νέα Υόρκησυνάντηση με τον Ερχιουρμάν, την περασμένη Πέμπτη, και θέλοντας αποτρέψει οριστικό αδιέξοδο, υπέβαλε νέες ιδέες. Ο Τουφάν Ερχιουρμάν επιφυλάχθηκε να μελετήσει τις προτάσεις του Κύπριου προέδρου.
