Λιγότερο από δύο χρόνια μετά την ανάληψη των καθηκόντων του ως καγκελαρίου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, μόλις το 15% του πληθυσμού της χώρας δηλώνει ικανοποιημένο από τον Φρίντριχ Μερτς, ενώ το 80% δηλώνει δυσαρεστημένο. Πρόκειται για το χαμηλότερο ποσοστό αποδοχής που έχει καταγραφεί για εν ενεργεία ομοσπονδιακό καγκελάριο από την έναρξη των μετρήσεων το 1998. Την ίδια στιγμή, πτωτική πορεία καταγράφει και η αποδοχή του κυβερνητικού συνασπισμού, στον οποίο συμμετέχουν οι δύο άλλοτε κυρίαρχοι πόλοι του γερμανικού κομματικού συστήματος CDU (Χριστιανοδημοκρατική Ένωση) και SPD (Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα).
Σε αυτό το πλαίσιο, οι εκλογές στα ομόσπονδα κρατίδια της Σαξονίας-Άνχαλτ, του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας και του Βερολίνου αναδεικνύουν τάσεις, στρατηγικές και ανακατατάξεις που αναμένεται να διαμορφώσουν το κομματικό τοπίο της χώρας έως την ολοκλήρωση του τρέχοντος εκλογικού κύκλου.
Την Κυριακή (20.09.2026), μόλις λίγα λεπτά μετά την ανακοίνωση των exit polls, ο Φρίντριχ Μερτς εμφανίστηκε μπροστά στις κάμερες για να τοποθετηθεί για τις εκλογές σε Βερολίνο και Μεκλεμβούργου-Δυτική Πομερανία. Η άμεση παρέμβαση είναι ενδεικτική του βάθους της κρίσης που αντιμετωπίζουν τόσο η κυβέρνησή του όσο και ο ίδιος. Πριν ακόμη οριστικοποιηθεί το αποτέλεσμα στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία όπου το κόμμα του βρέθηκε χωρίς κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, ο καγκελάριος μίλησε για «πανωλεθρία»: «Δεν μπορούμε να ωραιοποιήσουμε το αποτέλεσμα», παραδέχθηκε, αποδίδοντας τη συντριβή του CDU στην πόλωση μεταξύ SPD και AfD. Η καταμέτρηση επιβεβαίωσε στη συνέχεια την ιστορική διάσταση της ήττας:
Ο Καγκελάριο ερμήνευσε την εκλογική ήττα ως ευρύτερη κρίση εμπιστοσύνης, μιλώντας για ένα υπερβολικά περίπλοκο κράτος, μια οικονομία σε βαθύ μετασχηματισμό και μια κοινωνία όπου ο δημόσιος διάλογος γίνεται σκληρότερος και πιο αδιάλλακτος, σημειώνοντας πως «Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς της χώρας μας μειώνεται και υπονομεύεται ενεργά από ριζοσπαστικά κόμματα της Αριστεράς και της Δεξιάς.»
Όπως ισχύει για όλους τους κοινωνικούς σχηματισμούς στους οποίους διεξάγονται εκλογικές αναμετρήσεις, έτσι και στη Γερμανία οι εκλογές διεξάγονται σε ένα πλαίσιο δυνατοτήτων που καθορίζονται από προϋπάρχουσες στάσεις και αντιλήψεις και από τον τρόπο με τον οποίο τα πολιτικά κόμματα κατορθώνουν να τις μετασχηματίσουν σε ένα συνεκτικό αφήγημα και να το επικοινωνήσουν αποτελεσματικά στο εκλογικό σώμα.
Δεδομένου ότι στην αποτίμηση εκλογικών αποτελεσμάτων, αλλά και στη συζήτηση για τη στρατηγική κατεύθυνση και τις προγραμματικές προτεραιότητες των κομμάτων της Αριστεράς, συχνά συγχέονται στρατηγική, πρόγραμμα και θεματικές προτιμήσεις του εκλογικού σώματος, στην ανά χείρας ανάλυση των πρόσφατων εκλογικών αποτελεσμάτων στη Γερμανία θα επιχειρήσουμε να αποτυπώσουμε τις διαφορές μεταξύ των εν λόγω διαστάσεων της πολιτικής και να εξετάσουμε τις προοπτικές υπέρβασης της κρίσης εκπροσώπησης..
Γερμανικός κοινωνικός σχηματισμός – δημοκρατικό απόθεμα, αυταρχικές στάσεις & αντιλήψεις
Όπως καταγράφεται στο Earth for All Survey 2026, μελέτη στην οποία εξετάζονται αντιλήψεις για την οικονομική ανισότητα, την κοινωνική συνοχή, την εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση, τη δημοκρατία και την κλιματική δράση σε 17 χώρες, το ποσοστό των ανθρώπων στη Γερμανία που ανησυχούν για την οικονομική ανισότητα (74%) είναι υψηλότερο από τον μέσο όρο των χωρών που μελετήθηκαν στο πλαίσιο της έρευνας (70%) και κατά την τελευταία διετία έχει αυξηθεί κατά 11 ποσοστιαίες μονάδες. Την ίδια στιγμή το 69% των ερωτηθέντων συμφωνεί με τη δήλωση, πως το οικονομικό σύστημα της χώρας χρειάζεται δραστικές αλλαγές. Η εμπιστοσύνη του γερμανικού κοινού στον θεσμό της κυβέρνησης είναι ιδιαίτερα χαμηλή, εφόσον μόλις το 19% εκτιμά πως μπορεί κανείς να εμπιστευτεί με μακροπρόθεσμο ορίζοντα την κυβέρνηση της χώρα. Πρόκειται για αισθητή μείωση σε σύγκριση με το 26% του 2024 και για ποσοστό σημαντικά χαμηλότερο του μέσου όρου της έρευνας (31%).
Χρήσιμες για την κατανόηση της εκλογικής επιτυχίας του ακροδεξιού AfD (Εναλλακτική για τη Γερμανία) αλλά και τις δυνατότητες αναχαίτησης της ακροδεξιάς είναι αφενός η «Μελέτη της Λειψίας για τον αυταρχισμό» (LeipzigerAutoritarismusStudie) η οποία διεξάγεται ανά διετία από το 2002 στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας και εξετάζει αυταρχικές και ακροδεξιές στάσεις, προκαταλήψεις και αντιλήψεις για τη δημοκρατία. Αφετέρου η «Μελέτη για τις ακροδεξιές στάσεις στον κοινωνικό κορμό» (MitteStudie) του Ιδρύματος Friedrich Ebert (FES) που εκδίδεται ανά διετία από το 2006 εστιάζοντας την διάδοση αντιδημοκρατικών και εχθρικών προς μειονότητες και άλλες κοινωνικές ομάδες στάσεις.
Τα τελευταία δεδομένα της Λειψίας αναδεικνύουν πως μόλις το 4,5% των ερωτηθέντων διαθέτει μια συνεκτική ακροδεξιά κοσμοαντίληψη. Πολύ ευρύτερη ωστόσο είναι η αποδοχή επιμέρους ξενοφοβικών θέσεων: περίπου ένας στους τρεις συμφωνεί ότι οι αλλοδαποί έρχονται αποκλειστικά για να εκμεταλλευτούν το κοινωνικό κράτος ή ότι η παρουσία τους αλλοιώνει τη χώρα. Με άλλα λόγια, η κοινωνική απήχηση ακροδεξιών θέσεων υπερβαίνει επομένως τον πυρήνα των ιδεολογικά συγκροτημένων ακροδεξιών, δημιουργώντας ένα ευρύτερο δυναμικό πολιτικής κινητοποίησης. Αξιοσημείωτα είναι και τα ποσοστά όσων αισθάνονται πως δεν έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν κυβερνητικές αποφάσεις (71,7%). Αισθητά έχει υποχωρήσει και η αντίληψη δυνατότητας παρέμβασης στον χώρο εργασίας: όσοι πιστεύουν ότι μπορούν να επιφέρουν θετικές αλλαγές μειώθηκαν από περίπου 55% το 2020 σε 28,8% το 2024 στις περιοχές που εντάχθηκαν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία του 1990, ενώ στη Δύση παραμένει σταθερό.
Στη μελέτη του FES αποτυπώνονται υψηλά ποσοστά όσων δηλώνουν υπέρμαχοι της δημοκρατίας (79%), αλλά και η πτωτική πορεία των ποσοστών που αποτιμούν την υπαρκτή λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος θετικά: το 2025 μόλις το 52% θεωρούσε ότι λειτουργεί καλά, έναντι 57% το 2022/23 και περίπου 65% το 2018/19. Μεταξύ των υποστηρικτών της δημοκρατίας εντοπίζεται αξιοσημείωτος αριθμός (24,5%) ανθρώπων που αντιλαμβάνονται τη δημοκρατία ως πολίτευμα κυριαρχίας της πλειοψηφίας, στο οποίο η προστασία μειοψηφικών ομάδων αποδίδεται μικρή σημασία.
Τα παραπάνω δεδομένα συνθέτουν τον καμβά πάνω στον οποίο εξελίσσεται ο κομματικός ανταγωνισμός στα κρατίδια, αλληλεπιδρούν με τις οι τοπικές ιδιαιτερότητες και διαμορφώνουν την θεματολογία των εκλογών ανά κρατίδιο.
Το ομοσπονδιακό σύστημα της Γερμανίας
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αποτελείται από δεκαέξι ομόσπονδα κρατίδια, που διαθέτουν κρατική υπόσταση και αυτοτελή δημοκρατική νομιμοποίηση και δεν αποτελούν απλές διοικητικές μονάδες της ομοσπονδίας. Διαθέτουν δικά τους συντάγματα, κυβερνήσεις, κοινοβούλια, συνταγματικά δικαστήρια και διοικήσεις, διαμορφώνοντας αυτόνομα την πολιτική τους στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους. Για το λόγο αυτό, λειτουργούν εκ των πραγμάτων ως εργαστήρια πολιτικής, όπου δοκιμάζονται νέες μορφές συμμετοχής των πολιτών, συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, πολιτικές και κυβερνητικοί συνασπισμοί. Υπό το πρίσμα αυτό θα εξετάσουμε τα εκλογικά αποτελέσματα στα ομόσπονδα κρατίδια Σαξονία- Άνχαλτ, Βερολίνο και Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία.


Το Βερολίνο είναι μία από τις τρεις πόλεις-κρατίδια της Γερμανίας, μαζί με τη Βρέμη και το Αμβούργο. Όπως στο Αμβούργο, η κυβέρνησή του ασκεί και δημοτικές αρμοδιότητες, με την πόλη να διαιρείται σε διοικητικά διαμερίσματα αντί αυτοτελών δήμων. Η διαίρεση της Γερμανίας αποτυπωνόταν και στην ίδια την πόλη: από το 1961, το Τείχος περιέβαλλε ολόκληρο το Δυτικό Βερολίνο, μια δυτική νησίδα μέσα στην Ανατολική Γερμανία. Μετά την επανένωση του 1990 ακολούθησε η διοικητική αναδιοργάνωση της ενιαίας πλέον πόλης.

Πηγή: rbb https://www.rbb24.de/politik/berlin-wahl-2026/
Σαξονία-Άνχαλτ
Όπως έχουμε επισημάνει στο πλαίσιο προηγούμενων αναλύσεων, η εκλογική συμπεριφορά στα ανατολικά κρατίδια (Βρανδεμβούργο, Μεκλεμβούργο–Δυτική Πομερανία, Σαξονία, Σαξονία-Άνχαλτ και Θουριγγία), ήδη από τις πρώτες εθνικές εκλογές που διεξήχθησαν στην ενωμένη Γερμανία διέφερε διακριτά από το υπόλοιπο της χώρας. Η ταυτότητα του των «Ανατολικογερμανών» (Ostdeutsche) περιλαμβάνει αφενός το βίωμα της οικονομικής καθίζησης και ανασφάλειας μετά την ενοποίησης της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατίας, αφετέρου την υποτίμηση και απαξίωση του πληθυσμού της ανατολικής Γερμανίας η οποία αποτυπώνεται στη σύνθεση των ελίτ της χώρας. Συγκεκριμένα, το 2022 μόλις το 26% των ηγετικών στελεχών σε επιχειρήσεις, πανεπιστήμια, τη δημόσια διοίκηση, τον πολιτισμό και τα πανεπιστήμια της περιοχής κατάγεται στα κρατίδια της ανατολικής Γερμανίας είναι ανατολιγογερμανικής καταγωγής. Στις 100 μεγαλύτερες επιχειρήσεις της Ανατολικής Γερμανίας μόλις το 20% κατάγεται από την Ανατολική. Η ανισορροπία αφορά επίσης την επιστήμη, τη δικαιοσύνη και τα μέσα ενημέρωσης: Ανατολικογερμανοί ήταν μόλις το 17% των επικεφαλής των μεγαλύτερων ανατολικογερμανικών πανεπιστημίων, το 20% των διευθυντών μεγάλων ερευνητικών ιδρυμάτων και το 4,5% των προεδρευόντων δικαστών στα ανώτατα δικαστήρια των ανατολικών κρατιδίων. Στις αρχισυνταξίες μεγάλων περιφερειακών εφημερίδων το ποσοστό έφθανε το 43%.
Η εκλογική επιτυχία του AfD στη Σαξονία Ανχαλτ όπου το ακροδεξιό κόμμα συγκέντρωσε το 44% των ψήφων και συγκέντρωσε 215.000 ψήφους ανθρώπων που δεν ψήφισαν στην προηγουμένη εκλογική διαδικασία, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ικανότητα του κόμματος να συνθέσει διαφορετικά μοτίβα ανασφάλειας και αδικίας σε ένα συνεκτικό πολιτικό αφήγημα. Η οικονομική ανασφάλεια, το αυξανόμενο κόστος ζωής και ο φόβος της κοινωνικής υποβάθμισης συνδέθηκαν με το βίωμα της άνισης αντιμετώπισης πολλών Ανατολικογερμανών από τις κατεστημένες δομές κοινωνικής και πολιτικής εξουσίας.

Η συντριπτική πλειοψηφία (67%) των πρώην ψηφοφόρων του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος που στις κάλπες της 6ης Σεπτεμβρίου άλλαξαν κομματική προτίμηση δήλωσαν πως στην Ομοσπονδιακή Κυβέρνησης άξιζε να τιμωρηθεί. Ωστόσο, ο τιμωρητικός χαρακτήρας της ψήφου σε καμία περίπτωση δεν είναι κυρίαρχο κίνητρο υπερψήφισης του AfD, καθώς το εκλογικό σώμα της Σαξονίας-Άνχαλτ αποδίδει θεματική αρμοδιότητα και σε ζητήματα οικονομίας και παιδείας.
Στο πρόγραμμα του κόμματος βρίσκονται μεταξύ άλλων
- Εθνικιστική διαπαιδαγώγηση στα σχολεία, με σημαίες, εθνικό ύμνο και πατριωτική αγωγή, παράλληλα με περιορισμό της μαθητικής συμμετοχής και κατάργηση αντιρατσιστικών προγραμμάτων.
- Ενίσχυση των διαχωρισμών στην εκπαίδευση, με υποχώρηση της συμπερίληψης παιδιών με αναπηρία και αποκλειστική αντιμετώπιση παιδιών μεταναστευτικής καταγωγής.
- Προώθηση ενός πατριαρχικού οικογενειακού προτύπου, με υποβάθμιση των μονογονεϊκών και ΛΟΑΤΚΙ+ οικογενειών και έμφαση στον ρόλο της γυναίκας ως μητέρας και φροντίστριας.
- Κατάργηση δομών και προγραμμάτων ισότητας, καθώς και απόρριψη των σπουδών φύλου.
- Περιορισμό της σεξουαλικής αγωγής και υποχρεωτικό υπέρηχο στη συμβουλευτική πριν από άμβλωση, παρεμβαίνοντας στην αυτοδιάθεση των γυναικών.
- Αυστηρότερη ποινική αντιμετώπιση των ανηλίκων, με μείωση της ηλικίας ποινικής ευθύνης στα 12 χρόνια.
- Σύνδεση της κρατικής χρηματοδότησης συλλόγων με δήλωση «πατριωτικής στάσης», ανοίγοντας τον δρόμο για πολιτικό αποκλεισμό ανεπιθύμητων οργανώσεων.
- Περιορισμό της δημοκρατικής συμμετοχής, με περιστολή της επιστολικής ψήφου και απαίτηση οι ομιλίες στις διαδηλώσεις να γίνονται καταρχήν μόνο στα γερμανικά.
- Στοχοποίηση του Ισλάμ, με επιδίωξη περιορισμού της επιρροής του και απόρριψη του ομολογιακού ισλαμικού μαθήματος στα σχολεία.
- Ενεργειακή και κλιματική οπισθοδρόμηση, με στροφή στα ορυκτά καύσιμα, επιστροφή στην πυρηνική ενέργεια, κατάργηση επιδοτήσεων για αντλίες θερμότητας και χρηματοδότηση έρευνας που αμφισβητεί την υφιστάμενη κλιματική πολιτική.
Για τις πρώτες 100 ημέρες διακυβέρνησης στη Σαξονία-Άνχαλτ, η AfD σχεδιάζει, μεταξύ άλλων, να τερματίσει τη συμμετοχή του κρατιδίου στις συμβάσεις που διέπουν τη δημόσια ραδιοτηλεόραση, ασκώντας πίεση για τη ριζική αναδιάρθρωσή της. Η κίνηση αυτή εντάσσεται στο αφήγημά της ότι η δημόσια ραδιοτηλεόραση παραπληροφορεί και λειτουργεί ως μηχανισμός πολιτικής προπαγάνδας.
Παράλληλα, προβλέπει περισσότερες απελάσεις και θέσεις κράτησης ενόψει απέλασης, υποχρεωτική εργασία για αιτούντες άσυλο, χωριστές τάξεις για τα παιδιά τους, φύλαξη σε σχολεία που χαρακτηρίζει «προβληματικά» και περικοπές στη χρηματοδότηση κομματικά προσκείμενων ιδρυμάτων και προγραμμάτων ενίσχυσης της δημοκρατίας. Στα σχολεία θέλει καθημερινή ανάρτηση της γερμανικής σημαίας και απαγόρευση της σημαίας του ουράνιου τόξου, ενώ προωθεί τη μετονομασία της καμπάνιας του κρατιδίου από #moderndenken («σκεφτόμαστε σύγχρονα») σε #deutschdenken («σκεφτόμαστε γερμανικά»). Το σχέδιο περιλαμβάνει επίσης οικονομική υποστήριξη κυρίως μαθητευόμενων για δίπλωμα οδήγησης, μείωση των υπουργείων και εξεταστική επιτροπή για τη διαχείριση της πανδημίας.
Πρόκειται για το πιο απροκάλυπτα ακροδεξιό πρόγραμμα, τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τις λεκτικές διατυπώσεις, που έχει παρουσιάσει το κόμμα έως σήμερα στον εκλογικό στίβο. Με τον τρόπο αυτό, το AfD κινείται σε αντίθετη τροχιά από τα υπόλοιπα ακροδεξιά κόμματα της Ευρώπης, τα οποία, στην πορεία τους προς την ανάληψη κυβερνητικής εξουσίας, μετρίασαν τις θέσεις τους. Στο πλαίσιο αυτό, αξιοσημείωτα υψηλό είναι και το ποσοστό των ψηφοφόρων του CDU στη Σαξονία Ανχαλτ, το οποίο συμφωνεί με την εκτίμηση πως παρά το γεγονός ότι στο AfD δραστηριοποιούνται κάποιοι ακροδεξιοί, συνολικά το κόμμα ανήκει μάλλον στο πολιτικό κέντρο.

Πηγή: infratest dimap / ARD — 6 Σεπτεμβρίου 2026, ώρα 16:08.
Τα παραπάνω στοιχεία, σε συνδυασμό με τις εκτεταμένες πολιτικές αρμοδιότητες των ομόσπονδων κρατιδίων, μετατρέπουν τη Σαξονία-Άνχαλτ «εργαστήριο» για μια ενδεχόμενη διακυβέρνηση της χώρας από την ακροδεξιά σε ομοσπονδιακό επίπεδο
Αντιμέτωπα με το ενδεχόμενο, η ανάληψη εξουσίας από το νεοφασιστικό μόρφωμα να οδηγήσει στη διεύρυνση της επιρροής του, μέσω της ενεργοποίησης των στάσεων και αντιλήψεων που περιγράψαμε παραπάνω και της ένταξής τους σε ένα αυταρχικό, αντιδημοκρατικό και ρατσιστικό αφήγημα, τα κόμματα του δημοκρατικού τόξου καλούνται να βρουν απαντήσεις σε δυσεπίλυτους γρίφους.
Δεδομένου ότι σε ορισμένα κρατίδια η περιθωριοποίηση του AfD προϋποθέτει τη συνεργασία ιδεολογικά θεμελιωδώς αντίθετων κομματικών σχηματισμών και με τα κόμματα που συγκροτούν την κεντρική κυβέρνηση της χώρας, η μέθοδος «όλοι μαζί απέναντι στο AfD», δηλαδή το μπλοκάρισμα μέσω της ακροδεξιάς ενέχει τον κίνδυνο περαιτέρω απαξίωσης των κομμάτων του δημοκρατικού τόξου.
Σε Θουριγγία και Σαξονία λειτουργεί ήδη ένας μηχανισμός διαβούλευσης πριν από την κατάθεση νομοσχεδίων, μέσω του οποίου η κυβέρνηση μειοψηφίας υπό το CDU αναζητά συμφωνίες με την Αριστερά (Die Linke). Η Αριστερά μπορεί να προτείνει αλλαγές και να διαπραγματεύεται τη στήριξή της, παραμένοντας στην αντιπολίτευση, χωρίς δέσμευση να υπερψηφίζει κάθε νομοσχέδιο. Ο εν λόγω μηχανισμός προσφέρει στην Αριστερά εργαλεία προστασίας των κοινωνικών ομάδων στις οποίες αναφέρεται αλλά και του δημοκρατικού πολιτεύματος, την ίδια στιγμή ενέχει τον κίνδυνο να γίνει αντιληπτή ως μέρος του πολιτικού κατεστημένου. Επιπλέον, ανατολικές περιοχές της χώρας, όπου το AfD είναι ιδιαίτερα δυνατό, η κινηματική διαθεσιμότητα και ο βαθμός οργάνωσης της κοινωνίας των πολιτικών είναι σημαντικά χαμηλότερος από ότι είναι στα δυτικά κρατίδια της χώρας, γεγονός που καθιστά την κοινωνική γείωση του αντιφασιστικού μετώπου και τη σύνδεσή του με το κόμμα της Αριστεράς πρόκληση.
Παρά την de facto συνεργασία με την Αριστερά στα ως άνω κρατίδια, οι Χριστιανοδημοκράτες, ακολουθώντας τη θεωρία των δύο άκρων, ήδη από το 2018 έχουν κατηγορηματικά αποκλείσει τη συγκρότηση κυβερνητικού συνασπισμού ή άλλων παρόμοιων μορφών συνεργασίας τόσο με το ακροδεξιό κόμμα AfD όσο και με το κόμμα της Αριστεράς (Die Linke).
Ο σχηματισμός κυβέρνησης στη Σαξονία-Άνχαλτ φέρνει το χριστιανοδημοκρατικό κόμμα του καγκελαρίου Μερτς αντιμέτωπο με τις εσωτερικές του αντιφάσεις, οι οποίες εγκυμονούν σοβαρούς κινδύνους για τη μακροπρόθεσμη συνοχή του κόμματος:
Για την εκλογή πρωθυπουργού προερχόμενου από το AfD απαιτούνται 42 ψήφοι στο κοινοβούλιο, εκ των οποίων το κόμμα, ως νικητής των εκλογών, διαθέτει τις 39. Δεδομένου ότι η ψηφοφορία είναι μυστική και στις τάξεις του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος της Σαξονίας-Άνχαλτ έχουν υπάρξει στο παρελθόν φωνές αμφισβήτησης της αυστηρής οριοθέτησης έναντι του AfD, τίθεται το ερώτημα εάν το «τείχος προστασίας», που αποσκοπεί στο να κρατήσει την ακροδεξιά μακριά από την πολιτική εξουσία, θα διατηρηθεί ή θα γκρεμιστεί από τον απαιτούμενο αριθμό χριστιανοδημοκρατών βουλευτών.
Το «τείχος προστασίας» (Brandmauer), δηλαδή η de facto συμφωνία των κομμάτων του δημοκρατικού τόξου για την πολιτική περιθωριοποίηση του AfD, έχει ήδη αμφισβητηθεί ρητά από το BSW της Σάρα Βάγκενκνεχτ, το οποίο εκπροσωπείται με πέντε βουλευτές στο νέο κοινοβούλιο. Συγκεκριμένα, η ιδρύτρια του κόμματος έχει ξεκαθαρίσει πως οι εκπρόσωποι του BSW θα απέχουν από μια ενδεχόμενη τρίτη ψηφοφορία στο κοινοβούλιο, κατά την οποία για την εκλογή πρωθυπουργού απαιτείται απλή πλειοψηφία.
Μεκλεμβούργο – Δυτική Πομερανία
Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, η AfD συγκέντρωσε 38,2% (+21,5 ποσοστιαίες μονάδες έναντι του 2021), το SPD 35,5% (−4,1), η Linke 6,5% (−3,4), οι Πράσινοι 5,7% (−0,6), το CDU 4,9% (−8,4), το BSW 4,8% στην πρώτη του συμμετοχή).
Πιθανότερη προοπτική διακυβέρνησης είναι ένας συνασπισμός SPD, Linke και Πρασίνων υπό τη Μανουέλα Σβέζιγκ, καθώς η συνεργασία SPD και Linke δεν διαθέτει πλέον από μόνη της κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Καθοριστικό ρόλο στην επίδοση του SPD έπαιξε η Μανουέλα Σβέζιγκ, αξιοποιώντας τη θετική αποτίμηση του έργου της και την προσωπική της απήχηση, η οποία ξεπερνά τα όρια του κόμματός της.
Το προσωπικό της προβάδισμα ενισχύθηκε από την αποστασιοποίησή της από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση και τον Φρίντριχ Μερτς. Η αιχμηρή κριτική της προς το Βερολίνο φαίνεται ότι λειτούργησε προς όφελος του SPD, επιτρέποντας στην τοπική οργάνωση να διατηρήσει σαφώς καλύτερη εικόνα από εκείνη του κόμματος σε ομοσπονδιακό επίπεδο.
Όπως συνέβη και στη Σαξονία-Άνχαλτ, η AfD οφείλει τη διεύρυνση των ποσοστών της κατά κύριο λόγο στους ψηφοφόρους που μέχρι πρότινος απείχαν. Από αυτή τη δεξαμενή, 65.000 πολίτες επέλεξαν αυτή τη φορά το ακροδεξιό κόμμα, το οποίο επωφελήθηκε και εδώ από την αυξημένη συμμετοχή. Καθοριστικός παράγοντας για το αποτέλεσμα, ωστόσο, φαίνεται πως ήταν η μετακίνηση 48.000 ψηφοφόρων από το SPD προς την AfD, ένα ποσοστό σχεδόν 5 ποσοστιαίων μονάδων, που στερήθηκε τελικά το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα για να διατηρήσει την πρωτιά.
Σε μια αναμέτρηση όπου κυριάρχησαν περισσότερο τα ζητήματα του κρατιδίου, το CDU δεν κατάφερε να αποδεσμευτεί από την αρνητική εικόνα της ομοσπονδιακής του ηγεσίας, ενώ και η δική του αποδοχή σε τοπικό επίπεδο υποχώρησε σε ιστορικό χαμηλό.
Το AfD ενισχύεται πλέον και χάρη στις πολιτικές της θέσεις, περιορίζοντας το προβάδισμα του SPD σε κρίσιμους τομείς, όπως η οικονομία, η εκπαίδευση και οι υποδομές, όπου το CDU παραμένει αδύναμο. Στο ακροατήριό της κυριαρχούν το αίσθημα προσωπικής αδικίας, η έντονη αποδοκιμασία των κυβερνώντων και η πεποίθηση ότι η Ρωσία δεν απειλεί τη Δύση. Ωστόσο, και στο Μεκλεμβούργο Δυτική Πομερανία η στήριξή της υπερβαίνει τη διάσταση της διαμαρτυρίας: το 54% των υποστηρικτών της αποδίδει την επιλογή του κόμματος στις πολιτικές του διεκδικήσεις, έναντι 41% που τη θεωρεί μήνυμα τιμωρίας προς τα υπόλοιπα κόμματα.
Βερολίνο

Πηγή: taz. https://taz.de/Abgeordnetenhauswahl-Berlin-in-Grafiken/!6190765/
Η Αριστερά (Die Linke) αναδείχθηκε καθαρή νικήτρια στις εκλογές για τη Βουλή του Βερολίνου (Abgeordnetenhaus) , υπερδιπλασιάζοντας το ποσοστό της στο 25,7%. Το CDU υπέστη σημαντικές απώλειες και περιορίστηκε στο 18,8%, ενώ η AfD ενισχύθηκε αισθητά, φτάνοντας το 16,3%. Ακολουθούν οι Πράσινοι (Grüne) με 14,3% και το SPD με 12,1%, καταγράφοντας και τα δύο απώλειες σε σχέση με την προηγούμενη αναμέτρηση.
Το BSW, με 4,7%, έμεινε εκτός κοινοβουλίου. Με αυτά τα δεδομένα, κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα διέθετε τόσο ένας συνασπισμός Αριστεράς, Πρασίνων και SPD, υπό την ηγεσία της Αριστεράς, όσο και μια συμμαχία CDU, Πρασίνων και SPD.
Τα προβλήματα της πόλης καθόρισαν την ψήφο του 68% των εκλογέων, έναντι 27% που έδωσε προτεραιότητα στην ομοσπονδιακή πολιτική. Στο κυρίαρχο ζήτημα της στέγασης και των ενοικίων, το Die Linke απολαμβάνει σαφές προβάδισμα εμπιστοσύνης, αν και μόνο το 37% θεωρεί πως η κοινωνικοποίηση κατοικιών θα επιφέρει τη λύση, έναντι 30% το 2023.
Κοινωνικοποίηση Κατοικιών
Σε δημοψήφισμα της 26ης Σεπτεμβρίου 2021, η πρωτοβουλία «Deutsche Wohnen & Co enteignen» απέσπασε περίπου το 59% των έγκυρων ψήφων. Ζητούσε οι κατοικίες ιδιωτικών, κερδοσκοπικών εταιρειών με περισσότερα από 3.000 διαμερίσματα στο Βερολίνο να περάσουν σε ιδιοκτησία του δημοσίου, με αποζημίωση χαμηλότερη της αγοραίας αξίας και διαχείριση από δημόσιο φορέα με συμμετοχή των ενοικιαστών (εξαιρώντας τους συνεταιρισμούς). Το αίτημα στηρίζεται στο άρθρο 15 του γερμανικού συντάγματος, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα κοινωνικοποίησης γης, φυσικών πόρων και μέσων παραγωγής μέσω νόμου που καθορίζει το είδος και το ύψος της αποζημίωσης. Το δημοψήφισμα δεν θέσπιζε νόμο, αλλά καλούσε την κυβέρνηση του κρατιδίου να τον καταρτίσει. Παρότι επιτροπή εμπειρογνωμόνων έκρινε το 2023 κατά πλειοψηφία την κοινωνικοποίηση συνταγματικά εφικτή, ο συνασπισμός CDU–SPD προώθησε ένα γενικό νομοθετικό πλαίσιο αντί συγκεκριμένου νόμου εφαρμογής, επιλογή που Αριστερά και Πράσινοι κατήγγειλαν ως τακτική καθυστέρησης.
Το ζήτημα της κοινωνικοποίησης κατέλαβε κεντρική θέση στον δημόσιο διάλογο της προεκλογικής περιόδου, με την επικεφαλής του Die Linke, Ίρις Σβέρντνερ,να ξεκαθαρίζει πως η δέσμευση για την υλοποίηση του δημοψηφίσματος αποτελεί για το κόμμα της βασική προϋπόθεση για την ανάληψη κυβερνητικών καθηκόντων στο Βερολίνο. Πέρα από την υποψήφια δήμαρχο, Έλιφ Έραλπ (Die Linke), και το κόμμα των Πρασίνων είχε προεκλογικά δεσμευτεί πως θα προχωρήσει την κοινωνικοποίηση των κατοικιών σύμφωνα με το δημοψήφισμα, ενώ ο σοσιαλδημοκράτης υποψήφιος, Στέφεν Κραχ, κρίνει το εν λόγω μέτρο αρνητικά, μολονότι υπάρχουν και αντίθετες κομματικές αποφάσεις. Οι συναντήσεις εργασίας για τον σχηματισμό κυβέρνησης αποτελούμενης από Die Linke, Grüne και SPD υπό την ηγεσία της Έλιφ Έραλπ αναμένεται να ξεκινήσουν τις επόμενες ημέρες
Ακτινογραφία της εκλογικής νίκης
Κεντρικός άξονας του προγράμματος με το οποίο εξελέγη το Die Linke πρώτη δύναμη στην πρωτεύουσα της Γερμανίας ήταν το αίτημα «Να γίνει το Βερολίνο οικονομικά προσιτό». Εκκινώντας από τη θέση ότι ακρίβεια, στεγαστική κρίση και υποβάθμιση των υπηρεσιών απαιτούν ισχυρότερη δημόσια παρέμβαση το κόμμα της Αριστεράς εστίασε στον έλεγχο τιμών, διεύρυνση της δημόσιας και κοινωφελούς ιδιοκτησίας, αναδιανομή αλλά και στη δημοκρατική συμμετοχή.
- Στέγαση και κοινωνικοποίηση Νόμος βάσει του σχεδίου «Deutsche Wohnen & Co enteignen», με δεσμευτικό κυβερνητικό χρονοδιάγραμμα, για περίπου 220.000 κατοικίες υπό δημόσια ευθύνη και δημοκρατικό έλεγχο. Στις δημόσιες κατοικίες: πάγωμα ενοικίων για ένα έτος, έπειτα αύξηση έως 1% ετησίως, μειώσεις υπερβολικών ενοικίων και αποκλεισμός εξώσεων λόγω χρεών. Υποχρεωτικές προσιτές επαναμισθώσεις από μεγάλους ιδιοκτήτες, έλεγχοι υπερχρεώσεων και κενών κατοικιών.
- Κατασκευές και δημόσια γη 7.500 δημόσιες κατοικίες/έτος, με έως 2 δισ. € ετήσια κεφαλαιακή ενίσχυση και ενοίκια 6–12 €/τ.μ. Προτεραιότητα σε ανακαινίσεις, μετατροπή γραφείων και συνεταιρισμούς. Προστασία δημόσιας γης από πώληση, αδόμητο Tempelhofer Feld, πράσινες γειτονιές μικρών αποστάσεων με κοινωνικές υποδομές.
- Προϋπολογισμός και χρηματοδότηση Περισσότερα έσοδα, περιορισμός της αύξησης δαπανών και μεσοπρόθεσμη ισορροπία χωρίς συνολική περικοπή τους. Φόρος μεταβίβασης ακινήτων 8% ή τουλάχιστον 6,5%, επιβάρυνση πολυτελών ακινήτων και ενίσχυση φορολογικών ελέγχων. Δημόσιες επιχειρήσεις, νόμιμα περιθώρια δανεισμού και ευρωπαϊκοί/ομοσπονδιακοί πόροι για επενδύσεις. Διεκδίκηση φόρου περιουσίας και κατάργησης του φρένου χρέους.
- Μεταφορές Κοινωνικό εισιτήριο 9 €, δωρεάν μαθητικό εισιτήριο. Επέκταση τραμ, αναβάθμιση μετρό, καλύτερη εξυπηρέτηση περιφέρειας και δημόσιος έλεγχος S-Bahn. Πεζή μετακίνηση, ποδήλατο, προσβασιμότητα και ήπια κυκλοφορία. Όχι περαιτέρω επέκταση αυτοκινητοδρόμου Α100. Στόχος 90% των διαδρομών με συγκοινωνία, ποδήλατο ή πεζή έως το 2035.
- Οικονομία και εργασία Στήριξη βιομηχανίας, μικρών επιχειρήσεων, έρευνας και συνεταιρισμών. Δημόσιες ενισχύσεις με εργασιακούς και οικολογικούς όρους. Συλλογικές συμβάσεις, εξίσωση όρων στις δημόσιες θυγατρικές, περιορισμός εργολαβιών και εργοδοτικών παραβάσεων. Περισσότερη μαθητεία, κατάρτιση και επιδοτούμενη απασχόληση. Μείωση χρόνου εργασίας χωρίς απώλεια μισθού.
- Κοινωνική προστασία και υγεία Housing First, πρόληψη εξώσεων και κατοικίες για αστέγους. 20 κοινωνικές καντίνες με γεύματα από 3 €. Προσβασιμότητα, ανεξάρτητη διαβίωση ατόμων με αναπηρία και στήριξη ηλικιωμένων. Δημόσια νοσοκομεία, κοινοτικά κέντρα υγείας, καλύτερη στελέχωση, ψυχική υγεία και οικονομικά προσιτή φροντίδα. Για τις εξαρτήσεις: πρόληψη, θεραπεία και μείωση βλάβης.
- Εκπαίδευση παιδιά και πανεπιστήμια Δωρεάν εκπαίδευση και γεύματα, ενιαία σχολεία, συμπερίληψη και 3.000 απόφοιτοι εκπαιδευτικοί/έτος. Περιγραφική αξιολόγηση έως την 9η τάξη, με σχολικές εξαιρέσεις, και λιγότερη εργασία στο σπίτι. Περισσότερο προσωπικό στους παιδικούς σταθμούς και συμμετοχή νέων. Πανεπιστήμια με σταθερή χρηματοδότηση, δωρεάν φοίτηση, μόνιμες θέσεις και ακαδημαϊκή ελευθερία.
- Κλίμα ενέργεια και περιβάλλον Κλιματική ουδετερότητα έως το 2040. Ενεργειακή ανακαίνιση τουλάχιστον 2% των κτιρίων/έτος με προστασία ενοικιαστών. Δημόσια θέρμανση, ανανεώσιμες πηγές και δημόσια ανάκτηση Εταιρίας Φυσικού Αερίου με εύλογο τίμημα. 1 εκατ. δέντρα δρόμων έως το 2040, μηδενική καθαρή πρόσθετη σφράγιση εδάφους έως το 2030. Προστασία νερού, πρασίνου και ζώων, επαναχρησιμοποίηση και ανακύκλωση.
- Ισότητα και μετανάστευση Μισθολογική ισότητα, δημόσια φροντίδα, προστασία από έμφυλη βία και ενίσχυση ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιωμάτων. Καταπολέμιση αντισημιτισμού, ρατσισμού και διακρίσεων. City ID, ευκολότερη πολιτογράφηση και επιδίωξη ψήφου ανεξαρτήτως υπηκοότητας μετά από πενταετή διαμονή. Κατά απελάσεων· ανθρωπιστική υποδοχή και κατοικίες αντί μαζικών καταλυμάτων.
- Πολιτισμός ΜΜΕ και αθλητισμός Πολιτισμός στο 2,5% και σταδιακά 3% του προϋπολογισμού, στήριξη τέχνης και clubs. Πολιτιστικό επίδομα 100 €/έτος για ηλικίες 16–21 και εισιτήριο 3 € σε δημόσιους πολιτιστικούς φορείς. Ανεξάρτητα ΜΜΕ, δημόσια ραδιοτηλεόραση, μαζικός αθλητισμός και δωρεάν κολυμβητήρια για παιδιά και μαθητές κάτω των 18. Όχι υποψηφιότητα για Ολυμπιακούς.
- Διοίκηση ψηφιοποίηση και δημοκρατία Στελέχωση υπηρεσιών, επαρκείς πόροι στις περιφέρειες. Ψηφιακές υπηρεσίες με διατήρηση προσωπικής εξυπηρέτησης, ανοικτό λογισμικό και προστασία δεδομένων. Ελέγξιμη δημόσια τεχνητή νοημοσύνη. Συμμετοχικοί προϋπολογισμοί, συμβούλια κατοίκων, ευκολότερα δημοψηφίσματα και διαφάνεια.
- Ασφάλεια δικαιοσύνη και αντιφασισμός Κοινωνική πρόληψη, έλεγχος αστυνομίας, περιορισμός επιτήρησης και πολιτική προστασία. Επιστημονικός φορέας αντί μυστικής υπηρεσίας εσωτερικών πληροφοριών (Verfassungsschutz). Πρόσβαση στη δικαιοσύνη, δίωξη οικονομικού εγκλήματος και επανένταξη. Καμία συνεργασία με AfD· θεσμική διαδικασία απαγόρευσής της, θέσπιση αργίας την 8η Μαΐου
Η σύνδεση του κόμματος με τα κοινωνικά στρώματα που επιθυμεί να εκπροσωπήσει πολιτικά δεν οικοδομείται μονάχα μέσω των προγραμματικών του δεσμεύσεων εξελίσσεται και κατά τη διάρκεια διαμόρφωσής τους καθώς και με την ενεργή συμμετοχή μελών και φίλων κατά την προεκλογική περίοδο. Επιπλέον, το κόμμα λειτουργεί την πρωτοβουλία «Die Linke hilft» («Η Αριστερά Βοηθά»), η οποία προσφέρει δωρεάν κοινωνική και νομική υποστήριξη σε οποιονδήποτε την έχει ανάγκη, ανεξάρτητα από το αν είναι μέλος του κόμματος. Στην ουσία, πρόκειται για ένα δίκτυο αλληλεγγύης που βοηθά τους πολίτες να αντιμετωπίσουν τη γερμανική γραφειοκρατία: εξειδικευμένοι δικηγόροι, βουλευτές και εθελοντές παρέχουν συμβουλές για ζητήματα όπως τα δικαιώματα των ενοικιαστών, ο έλεγχος και η συμπλήρωση αιτήσεων για επιδόματα (πχ. ανεργίας, στέγασης κοκ), τα εργατικά και μεταναστευτικά δικαιώματα, ενώ προσφέρουν ακόμα και φυσική συνοδεία σε επισκέψεις σε δημόσιες υπηρεσίες ώστε κανείς να μην έρχεται μόνος του αντιμέτωπος με τις αρχές. Όλες αυτές οι υπηρεσίες παρέχονται σε τοπικά γραφεία και στέκια γειτονιάς σε ολόκληρη την πόλη, είτε μέσω ανοιχτών συναντήσεων είτε με προγραμματισμένα ραντεβού, μετατρέποντας την πολιτική σε μια πολύ συγκεκριμένη, πρακτική βοήθεια για τα προβλήματα της καθημερινότητας. Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τα στοιχεία του Νοεμβρίου 2025 220.000 άνθρωποι είχαν κάνει χρήση της ελεύθερα προσβάσιμη εφαρμογή μέσω της οποίας οι πολίτες μπορούν να ελέγξουν αν το ύψος του ενοικίου τους υπερβαίνει το νόμιμο όριο, στην οποία έχουμε αναφερθεί σε άλλο σημείο.
Τέλος, το Die Linke χρησιμοποιεί συστηματικά τις επισκέψεις πόρτα-πόρτα ως πολιτικό εργαλείο, διαθέτοντας μάλιστα ειδική ομάδα εργασίας για τον τομέα αυτόν. Οι εξορμήσεις αυτές αποτελούν μια πρακτική άμεσης πολιτικής και κοινωνικής επαφής με τους ανθρώπους στις γειτονιές τους, η οποία αποσκοπεί στη γνωριμία, την ανταλλαγή απόψεων και τη δημιουργία βιώσιμων δομών αλληλεγγύης. Στο πλαίσιο αυτό, η ομάδα λειτουργεί ως ένα στρατηγικό, πρακτικό και μεθοδολογικό δίκτυο εντός των κομματικών δομών του Βερολίνου, προσφέροντας εκπαιδευτικά προγράμματα, υλικό, πρωτόκολλα ασφάλειας και ευαισθητοποίησης (awareness), καθώς και τον απαραίτητο συντονισμό μεταξύ των μελών της βάσης και των ηγετικών οργάνων.
Αυτές οι συναντήσεις πραγματοποιούνται καθώς προσφέρουν μια μοναδική, προσωπική και προσβάσιμη επαφή με τους κατοίκους και τους εργαζόμενους στον χώρο τους. Παρέχουν έτσι μια άμεση ανατροφοδότηση που δεν μπορεί να αποτυπωθεί σε καμία συμβατική δημοσκόπηση, ενώ παράλληλα ενδυναμώνουν τα μέλη της βάσης ως εκπροσώπους του κόμματος και μετατρέπουν την πρόσκαιρη προεκλογική κινητοποίηση σε μακροπρόθεσμη οργάνωση και πολιτική ανανέωση.
Όπως αναδεικνύει και το παρακάτω γράφημα, το κόμμα οφείλει σημαντικό τμήμα της εκλογικής του επιτυχίας στο Βερολίνο στην κινητοποίηση ψηφοφόρων που απείχαν από την προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση.

Πηγή: taz. https://taz.de/Abgeordnetenhauswahl-Berlin-in-Grafiken/!6190765/
Συμπεράσματα και Προοπτική
Τα εκλογικά αποτελέσματα στα τρία ομόσπονδα κρατίδια επιβεβαιώνουν ότι το γερμανικό κομματικό σύστημα βρίσκεται ενώπιον ιστορικών δομικών ανακατατάξεων. Η βαθιά κρίση εκπροσώπησης και η κατάρρευση της εμπιστοσύνης προς την ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν συνιστούν πλέον παροδικά φαινόμενα, αλλά επαναδιαμορφώνουν τους όρους του πολιτικού ανταγωνισμού στη χώρα.
Σε αυτό το νέο τοπίο, η AfD φαίνεται να αποκτά πλέον χαρακτηριστικά μαζικής αποδοχής και έχει διατυπώσει το στόχο να υποκαταστήσει τους Χριστιανοδημοκράτες στο κομματικό σύστημα. Η διεύρυνση της εκλογικής της βάσης στη Σαξονία-Άνχαλτ και το Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία δείχνει ότι το κόμμα δεν εισπράττει απλώς μια περιστασιακή ψήφο διαμαρτυρίας, αλλά εδραιώνεται ως θεματικά υπολογίσιμη δύναμη, εκμεταλλευόμενο την οικονομική ανασφάλεια και τα αισθήματα κοινωνικής αδικίας.
Την ίδια στιγμή, ο κυβερνητικός πόλος παραμένει εξαιρετικά εύθραυστος: το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα (CDU) βρίσκεται εγκλωβισμένο στις εσωτερικές του αντιφάσεις και την αδυναμία προώθησης πειστικών μεταρρυθμίσεων, ενώ το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) αποδεικνύεται ότι μπορεί να διατηρήσει την κοινωνική του γείωση μόνο όταν υιοθετεί μια σαφή, αυτόνομη και κοινωνικά προσανατολισμένη ατζέντα. Με άλλα λόγια, ο μακροπρόθεσμος στόχος επιβίωσης του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) εξαρτάται από τη δυνατότητά του να ασκήσει κοινωνική πολιτική —ένας στόχος που προσκρούει ευθέως στη διατήρηση της συγκυβέρνησης με το CDU. Από την πλευρά του, το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα έχει συνδέσει την πολιτική του επιβίωση και τη συνέχιση της καγκελαρίας Μερτς με την υλοποίηση ριζικών μεταρρυθμίσεων στο κοινωνικό κράτος, τις συντάξεις και την οικονομία
Παράλληλα, αναδύονται δύο διακριτά και ανταγωνιστικά σχέδια υπέρβασης της κρίσης εκπροσώπησης Γερμανία: Το «ακροδεξιό εργαστήριο» της Σαξονίας-Άνχαλτ και το «κοινωνικό και συμμετοχικό υπόδειγμα» του Βερολίνου, όπου η Αριστερά (Die Linke) απέδειξε ότι η κρίση εκπροσώπησης μπορεί να απαντηθεί με θετικό πρόσημο.
Η αποτροπή του φασιστικού κινδύνου και η διασφάλιση της δημοκρατικής συνοχής στη Γερμανία θα εξαρτηθούν αφενός από τη δυνατότητα των αστικών κομμάτων να διατηρήσουν τη σχέση εκπροσώπησης με τα ακροατήρια τους χωρίς να διολισθαίνουν στην ατζέντα της ακροδεξιάς, και αφετέρου από την ικανότητα της Αριστεράς να μετατρέψει τη λαϊκή δυσαρέσκεια σε ένα εναλλακτικό, συμμετοχικό μοντέλο διαμόρφωσης και άσκησης πολιτικής.
Στο πλαίσιο αυτό, το γεγονός ότι το 2025 το AfD παρουσίασε θεαματική αύξηση στα έσοδα από μεγάλες δωρεές, περνώντας από μόλις 500.000 ευρώ συνολικά την περίοδο 2020–2024 σε πάνω από 5 εκατομμύρια ευρώ το 2025, είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό.
Απέναντι σε αυτή τη σύμπραξη οικονομικής ισχύος και πολιτικού αυταρχισμού, η Αριστερά οφείλει να στραφεί οργανικά προς τα λαϊκά στρώματα, αναδεικνύοντας εκείνες τις θεματικές και τα πολιτικά εργαλεία που θα εντάξουν τις υφιστάμενες τάσεις, τις υπάρχουσες στάσεις και αντιλήψεις, το απόθεμα δημοκρατικής και κινηματικής ενεργοποίησης σε ένα πολιτικό σχέδιο εμβάθυνσης της δημοκρατίας και κοινωνικής χειραφέτησης.
Η επιτυχία αυτού του εγχειρήματος δεν εξαρτάται από καμπάνιες επικοινωνίας και προγραμματικές θέσεις, αλλά από την κατανόησή τους ως ψηφίδες ενός συνολικού σχεδίου κοινωνικής γείωσης που ερείδεται στη συμμετοχικότητα, την αλληλεγγύη και τη λαϊκότητα. Προϋπόθεσή της είναι η αταλάντευτη μεθοδολογική συνέπεια και η αναλυτική αυστηρότητα στην καθημερινή πολιτική πράξη.
