Είμαστε οι απόγονοι εκείνων που επέλεξαν να πολεμήσουν το σκοτάδι.
Εκείνων των παππούδων και των γιαγιάδων που έκρυβαν κατατρεγμένους στα σπίτια τους, γνωρίζοντας ότι η προστασία μιας ανθρώπινης ζωής άξιζε περισσότερο από τον ίδιο τους τον φόβο.
Είμαστε αυτοί και αυτές που αρνούμαστε να ζήσουμε σε μια κοινωνία όπου κυριαρχεί το μίσος για τον διπλανό. Που θέλουμε τα παιδιά του αύριο να μεγαλώσουν ελεύθερα, χωρίς την πανούκλα του φασισμού και του αυταρχισμού να δηλητηριάζει τις ζωές τους.
Γιατί κάθε φορά που σηκώνει κεφάλι ο φασισμός, το πρώτο πράγμα που επιχειρεί να ξεριζώσει είναι η ενσυναίσθησή μας. Μας θέλει να κοιτάζουμε τον γείτονα με καχυποψία, τον πρόσφυγα σαν απειλή, το διαφορετικό χρώμα με μίσος, τη γυναίκα με περιφρόνηση, τον άνθρωπο που αγαπά διαφορετικά με απέχθεια. Μας ζητά να ανταλλάξουμε την αλληλεγγύη μας με μια διαστρεβλωμένη έννοια της ασφάλειας.
Εμείς, όμως, η Μαρία, ο Γιάννης, ο Χασάν , η Αλεξία, η Σαντίε, ο Τζακ, ο Αρμπέν και άλλοι, έχουμε διαφορετικά ονόματα, πατρίδες, θρησκείες και ιστορίες, αλλά μοιραζόμαστε την ίδια ανάγκη: να ζούμε με αξιοπρέπεια, ελευθερία και χωρίς φόβο.
Και είμαστε ακόμη εδώ, δεκατρία χρόνια μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Όχι μόνο για να θυμόμαστε το όνομά του, αλλά για να μην επιτρέψουμε στο μίσος που τον δολοφόνησε να ριζώσει ξανά ανάμεσά μας.
Είμαστε εδώ γιατί δεν συνηθίζουμε τον φόβο. Δεν προσπερνάμε την αδικία. Δεν χαμηλώνουμε το βλέμμα όταν ο άνθρωπος δίπλα μας γίνεται στόχος εξαιτίας του ονόματος, της καταγωγής, του χρώματος, του φύλου ή της αγάπης του.
Κρατάμε τη μνήμη του Παύλου ζωντανή κάθε φορά που επιλέγουμε να σταθούμε ο ένας δίπλα στον άλλον. Κάθε φορά που απέναντι στο μίσος απαντάμε με αλληλεγγύη και απέναντι στον φόβο με συλλογικότητα.
Στεκόμαστε μαζί για να νικήσουμε το σκοτάδι. Και θα νικήσουμε.
No passaran.
