Η αρχιτεκτονική της σύγχρονης δημόσιας σφαίρας είναι κατασκευασμένη για να (ανα)παράγει τη λήθη. Στο ψηφιακό οικοσύστημα της διαρκούς ροής, η πολιτική και ιστορική προσοχή είναι αποσπασματική μιας και οι γεωπολιτικές κρίσεις, οι πόλεμοι και οι ανθρωπιστικές καταστροφές αντιμετωπίζονται ως καταναλωτικά γεγονότα με ημερομηνία λήξης.
Μόλις το αρχικό σοκ αφομοιωθεί από τον αλγόριθμο και η συναισθηματική εμπλοκή του κοινού εξαντληθεί, το ζήτημα αποσύρεται από την πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, βρίσκεται στην δεύτερη τρίτη σελίδα των αναζητήσεων των μηχανών αναζήτησης. Αυτή η μηχανική της κόπωσης επιτρέπει στην εκάστοτε εξουσία να διαχειρίζεται το κόστος των πολιτικών της στο παρασκήνιο, απαλλαγμένη από την πίεση που υπάρχει όταν βρίσκεται στο spotlight.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη δομικής αμνησίας, η ανθεκτικότητα του παλαιστινιακού ζητήματος συνιστά την απόλυτη ιστορική και επικοινωνιακή ρωγμή. Εδώ και μήνες και σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, εδώ και δεκαετίες αρνείται πεισματικά να υποκύψει στον νόμο της φθοράς. Η παρουσία του στους δρόμους, στα πανεπιστήμια και στα ψηφιακά δίκτυα παραμένει αμείωτη, παρά το γεγονός ότι βρίσκεται αντιμέτωπο με την πιο οργανωμένη, θεσμικά κατοχυρωμένη και οικονομικά υποστηριζόμενη προσπάθεια καταστολής του δημόσιου λόγου στη σύγχρονη ιστορία. Για να διατηρηθεί βέβαια η αναλυτική αυστηρότητα χωρίς να αφήνονται περιθώρια σε κακόβουλες παρερμηνείες, η μηχανική αυτής της καταστολής πρέπει να περιγραφεί με ακρίβεια ως αυτό που είναι, δηλαδή ένα δομικό και γεωπολιτικό εργαλείο κι όχι κάποια αόρατη συνωμοσία και που ο πυρήνας του εντοπίζεται στους μηχανισμούς ασκησης πίεσης (lobbying), με επιφανέστερο παράδειγμα την AIPAC στις ΗΠΑ, οι οποίοι έχουν επενδύσει τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο για να θεσμοθετήσουν την ταύτιση της (ριζοσπαστικής) κριτικής στις πολιτικές του κράτους του Ισραήλ και την καταγγελία πρακτικών απαρτχάιντ ή η επίκληση του διεθνούς δικαίου, ως αντισημιτισμό.
Αυτή η μεθοδολογία λειτουργεί ως ένα βαρύτατο θεσμικό «chilling effect» (αποτρεπτικός παράγοντας). Στοχεύει στον επαγγελματικό, ακαδημαϊκό και πολιτικό αφανισμό όποιου αμφισβητεί την επίσημη κρατική αφήγηση των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Παράγει ένα περιβάλλον όπου η οποιουδήποτε είδους κριτική αντιμετωπίζεται ως ρητορική μίσους, απειλώντας την ίδια τη νομιμοποίηση της ελεύθερης έρευνας στα πανεπιστήμια και της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας. Ο σκόπελος εδώ αποφεύγεται ακριβώς όταν ξεκαθαρίζεται πως η πρακτική αυτή προσβάλλει πρώτα από όλα τον ίδιο τον ιστορικό αγώνα απέναντι στον πραγματικό αντισημιτισμό, αφού εργαλειοποιεί μια υπαρκτή απειλή, για να την κάνει ασπίδα των γενοκτονικών πολιτικών του Ισραήλ. Αν όμως αυτός ο μηχανισμός πειθάρχησης είναι τόσο θωρακισμένος, γιατί απέτυχε να επιβάλει τη σιωπή; Η απάντηση εντοπίζεται σε τρεις βασικές δομικές ανατροπές.
Η πρώτη είναι η κατάρρευση του μονοπωλίου στην παραγωγή της δημόσιας ιστορίας και της εικόνας. Στο παρελθόν, οι συγκρούσεις αυτού του μεγέθους διαμεσολαβούνταν αυστηρά από παραδοσιακά μιντιακά δίκτυα που λειτουργούσαν εντός του ηγεμονικού πλαισίου. Σήμερα, η υποδομή της ψηφιακής επικοινωνίας έχει αλλάξει τους όρους που μεταδίδεται και ύστερα διαδίδεται η πληροφορία. Βρισκόμαστε μπροστά στον πρώτο πόλεμο όπου η κρατική βία καταγράφεται και μεταδίδεται απευθείας από τα ίδια της τα θύματα. Οι Παλαιστίνιοι στο πεδίο μετατράπηκαν σε παραγωγούς περιεχομένου της δικής τους καταστροφής. Καμία στρατηγική δημοσίων σχέσεων και κανένα δελτίο τύπου δεν μπορεί να αναχαιτίσει την ωμή, υλική τεκμηρίωση της ισοπέδωσης, όταν αυτή φτάνει αδιαμεσολάβητα στις οθόνες εκατομμυρίων ανθρώπων, καθιστώντας την αμφισβήτηση των γεγονότων αδύνατη.
Η δεύτερη ανατροπή είναι η αποκάλυψη της πλήρους χρεοκοπίας αυτού που η Δύση ονομάζει «διεθνή τάξη βασισμένη σε κανόνες». Για τον Παγκόσμιο Νότο, αλλά και για τα ριζοσπαστικοποιημένα τμήματα των δυτικών κοινωνιών, η συνεχιζόμενη κρίση στην πάροδο του χρόνου μετατρέπεται στο σημείο μηδέν της παγκόσμιας υποκρισίας. Η άμεση και αυστηρή εφαρμογή του διεθνούς δικαίου σε άλλες περιπτώσεις (όπως στην Ουκρανία) έρχεται σε πλήρη, εκκωφαντική αντίθεση με την ασυλία που παρέχεται στη στρατιωτική μηχανή του Ισραήλ. Η επιμονή του Παλαιστινιακού ζητήματος πηγάζει από το γεγονός ότι λειτουργεί πλέον ως ο απόλυτος πολιτικός δείκτης, αφού διαχωρίζει όσους αντιλαμβάνονται τα ανθρώπινα δικαιώματα ως καθολικό αξίωμα από εκείνους που τα αντιμετωπίζουν αλά καρτ.
Η τρίτη και ίσως κρισιμότερη ρωγμή προήλθε από το εσωτερικό αυτού που ο μηχανισμός λογοκρισίας προσπάθησε να οικειοποιηθεί. Η γραμμή που εξισώνει τον αντισιωνισμό με τον αντισημιτισμό προσέκρουσε στη ριζοσπαστική αντίδραση της ίδιας της εβραϊκής διασποράς. Οργανώσεις, ειδικοί στη γενοκτονία και ακτιβιστές, επικαλούμενοι ακριβώς τη δική τους ιστορική μνήμη καταδίωξης, αρνήθηκαν να επιτρέψουν να διεξάγεται μια γενοκτονία στο όνομά τους. Όταν εκείνοι που φέρουν το φορτίο της εβραϊκής ταυτότητας καταγγέλλουν τις κρατικές πολιτικές του Ισραήλ, η κατηγορία του αντισημιτισμού ως εργαλείο φίμωσης ακυρώνεται και καταρρέει όλος ο μηχανισμός της προπαγάνδας.
Το Παλαιστινιακό ζήτημα αρνείται να θαφτεί επειδή ακουμπά τα πιο ευαίσθητα νεύρα της σύγχρονης ιστορίας, δηλαδή τα όρια του αποικιοκρατικού παρελθόντος που επιβιώνει στο παρόν, τη διαχείριση της ακραίας κρατικής βίας και την ακεραιότητα της δημόσιας σφαίρας. Η προσπάθεια διαγραφής του σκοντάφτει στην ίδια τη δυναμική της υλικής πραγματικότητας. Σε έναν κόσμο όπου η ψηφιακή ταχύτητα επιβάλλει τη λήθη, το τραύμα που εκτυλίσσεται σε ζωντανή μετάδοση και ενσωματώνει όλες τις δομικές αντιφάσεις του δυτικού κόσμου, αποδεικνύεται αδύνατον να εξαφανιστεί κάτω από το βάρος οποιουδήποτε θεσμικού εκβιασμού.
Λέει ένα σύνθημα των ημερών των κοινωνικών δικτύων, των ημερών μας, πως “η Παλαιστίνη σώζει εμάς και όχι εμείς εκείνη”, κι ένα άλλο μετά τον Δεκέμβρη του 08′ που λέει “να φτιάξουμε τα μέρη που θα ξανασυναντηθούμε”. Σε αυτές τις πολύ μοναχικές εποχές, δεν μπορώ να σκεφτώ καλύτερο τόπο συνάντησης. Να συναντηθούμε λοιπόν, στην Παλαιστίνη, στην Κούβα, στο Σουδάν, στις γειτονιές που παλεύουν με το gentrification και την τουριστικοποίηση, στα ευάλωτα σώματα που παλεύουν με κάθε βία, στα αχανή χωράφια των data center, στις ρωγμές που ανοίγουν στα σχέδιά τους. Να συναντηθούμε πριν να είναι αργά.
Δημήτρης Γκιούλος στην Εποχή
