«-Ξέρεις ότι τα νέα βιβλία για το δημοτικό έχουν γοκ κουλτούρα;». «-Τι είναι αυτό;» «-Έχουν εικόνες που δείχνουν για φυσιολογικό οικογένειες που έχουν δύο γυναίκες ή δύο άντρες για γονείς». «-Το είδες εσύ;» «-Όχι, μου το είπε η Μαρία, πριν από λίγο στην αποθήκη. Το άκουσε στην τηλεόραση». «-Πού πάμε! Χανόμαστε!» «-Παιδί μου, θέλουν να καταστρέψουν την Ελλάδα!» «-Πιάσε τώρα το κιβώτιο με τα μακαρόνια να το βάλουμε στα ράφια. Με πονάει η μέση μου. Πρέπει να σφουγγαρίσω γιατί μια πελάτισσα έσπασε κάτι μαγιονέζες και μετά να πάω στο μανάβικο.» «-Κι εγώ στο κρεοπωλείο και μετά στο ταμείο. Μας πληρώσανε;» «-Μπα, όχι ακόμη. Πάλι ακριβύνανε τα μακαρόνια;» «Γιατί, το γάλα δεν το είδες; Πάλι πάνω». «-Έλα, γρήγορα. Μας κοιτά η προϊστάμενη. Πάλι θα λέει ότι τεμπελιάζουμε. Άκου δυο γυναίκες για οικογένεια! Για τους Τούρκους άκουσες τίποτα;». «-Θα σου πω μετά. Πάλι μάς φοβερίζουν, είπε η τηλεόραση.»
Αιμιλία Καραλή
Εργαζόμενοι και εργαζόμενες, άνεργοι και συνταξιούχοι μεταξύ φθοράς, ανεργίας και εξουθένωσης συζητούν για τον «εχθρό» και όχι για την κατάστασή τους. «Woke κουλτούρα», «Τούρκοι» και «ξένοι» γίνονται τα φαντάσματα που πλανιούνται ανάμεσά τους.
Ο διάλογος είναι πραγματικός και έγινε πρόσφατα σε ένα σούπερ μάρκετ της Αθήνας μεταξύ δύο πωλητριών. Θα μπορούσε να έχει γίνει και αλλού, σε κάποιον άλλο χώρο δουλειάς, σε κάποιο πάρκο, σε κάποια παιδική χαρά, σε κάποιο χώρο τυχερών παιχνιδιών όπου μεταξύ στοιχημάτων και τυχερών δελτίων σχολιάζεται η επικαιρότητα. Εργαζόμενοι και εργαζόμενες, άνεργοι και συνταξιούχοι μεταξύ φθοράς, ανεργίας και εξουθένωσης συζητούν για τον «εχθρό» και όχι για την κατάστασή τους. «Γοκ κουλτούρα» (έτσι το άκουσαν), «Τούρκοι» αλλά και «ξένοι» γίνονται τα φαντάσματα που πλανιούνται ανάμεσά τους, πάνω τους και μέσα τους. Είναι τα «στοιχειά» που απειλούν, θεριεύουν τους φόβους και μεγαλώνουν την ανασφάλεια. Ακόμη και αν «ασφάλειά» τους είναι η εξαθλιωμένη εργασία, η ανεργία, η οικονομική ανέχεια.
Και το πολιτικό αποκρυστάλλωμα αυτής της «ασφάλειας» κατευθύνεται από τους ινφλουένσερ τους μίσους, που κυριαρχούν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Σε αντίθεση με το κοινό τους -και συχνά με πλουσιοπάροχες αμοιβές- έχουν μελετήσει, όχι απαραίτητα κάποια σύνθετη και σφαιρική βιβλιογραφία, αλλά τις τεχνικές εκείνες που θα προσανατολίσουν οποιαδήποτε δυσφορία και στοιχειώδη προβληματισμό σε χλευασμό και απαξίωση ανθρώπων, αξιών και ιδεών που αναζητούν και προτείνουν μια άλλη «ανθρώπινη κατάσταση».
Δεν χρειάζεται να προσπαθήσουν και πολύ. Μια εικόνα που αποκλίνει από τα κυρίαρχα στερεότυπα περί ομορφιάς, μια ιδιαίτερη άρθρωση του λόγου γίνονται αφορμές για εξευτελιστικά σχόλια, ειρωνικούς εξυπνακισμούς, δολοφονίες χαρακτήρα. Μετατρέπονται σε οχήματα που παρασύρουν στο διάβα τους κάθε λογική διερεύνηση και ουσιαστικό, κριτικό έλεγχο. Στο στόχαστρο βέβαια βρίσκεται εκείνος ο πολιτικός και κοινωνικός άνθρωπος που εστιάζει στις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης, της ισότητας, της αλληλεγγύης, της υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ακόμη και της αναγκαιότητας της ειρήνης. Γίνεται ο προσωποποιημένος εχθρός, βολικός και εύκολος στόχος που απαλλάσσει από τη βαθύτερη ανάλυση των μη ορατών και πραγματικών εχθρών που είναι οι δομές και οι μηχανισμοί της κεφαλαιοκρατικής αγοράς.
Ένας νέος ιδιότυπος -ή και συνηθισμένος- μακαρθισμός τρέφει τον καθημερινό (νεο)φασισμό και δημιουργεί νέες «μάγισσες» που απειλούν την κοινωνική «γαλήνη», τη στηριγμένη στην υποταγή και την εκμετάλλευση. Άνθρωποι κατηγορούνται, διώκονται, χάνουν τις δουλειές τους, περιθωριοποιούνται, επειδή -για παράδειγμα- μιλούν για τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη, για τον αποκλεισμό της Κούβας, για την ανατροπή του συστήματος που πυροδοτεί τους πολέμους, καταστρέφει τη φύση, μετατρέπει σε εμπόρευμα το ανθρώπινο σώμα, τα συναισθήματα, τη ζωή.
Ένας νέος μακαρθισμός τρέφει τον καθημερινό (νεο)φασισμό και δημιουργεί νέες «μάγισσες» που απειλούν την κοινωνική «γαλήνη»
Ένας από τους «Μαύρους πίνακες» του Γκόγια απεικονίζει έναν άνθρωπο που κοιμάται πάνω σε ένα γραφείο με τα χαρτιά του απλωμένα. Γύρω του πετούν τερατώδεις νυχτερίδες και κουκουβάγιες. Στο πλάι πίσω του βρίσκεται ένα παράξενο αιλουροειδές με το βλέμμα στυλωμένο πάνω του. Η εικαστική αποτύπωση του εφιάλτη που «βλέπει» ο αναπαριστάμενος συνοδεύεται από μια φράση: «Ο ύπνος της λογικής γεννά τέρατα».
Σήμερα ζούμε σε μια κοινωνία όπου τα τέρατα έχουν μεγαλώσει και έχουν γίνει καθρέφτες της. Τα αναπαράγει με κάθε τρόπο και σε κάθε τόπο. Και το βάρος δεν πέφτει στη μορφή τους. Τέρατα είναι οι ιδέες και οι πράξεις τους. Και γίνονται όλο και πιο σκοτεινές και πιο ερεβώδεις. Εργαλειοποιούνται από την ανεμπόδιστη -ως τώρα- εξουσία και γίνονται κερδοφόρα γι’ αυτήν μέσα της. Μετατρέπονται συχνά σε δολοφονικό μίσος που εχθρεύεται το -όποιο- φως. Και -κυρίως- εκείνο το φως που αποκαλύπτει την τερατώδη φύση της και προτείνει την απελευθέρωση από αυτήν.
Δραπέτες της ελευθερίας και εθελόδουλους δημιουργεί αυτό το σκοτάδι, όπως είχε γράψει από το 1576 ο Λα Μποεσί στην Πραγματεία περί εθελοδουλείας. Και είναι ακόμη αναπάντητο το ερώτημα που έθεσε κοντά 500 χρόνια πριν: «Πώς συμβαίνει, αυτή η επίμονη προθυμία προς υποταγή να έχει ριζώσει τόσο ώστε η ίδια η αγάπη για την ελευθερία να φαίνεται τώρα αφύσικη;»
