Είναι πολύ εύκολο να φανταστεί κανείς τον Ράτκο Μλάντιτς —και για τους απογόνους των θυμάτων του, αντίσοιχα σχεδόν αδύνατο— όπως τον θυμόμαστε από τη Σρεμπρένιτσα: αλαζόνα, μεθυσμένο από τη νίκη πάνω σε μια πόλη που δεν υπερασπιζόταν καν τον εαυτό της, μπροστά στις κάμερες που κατέγραφαν πώς συμπύκνωνε δύο αιώνες ιστορίας σε μια σκοτεινή πρόταση, λέγοντας ότι, μετά την εξέγερση κατά των Νταήδων [σημ: Οθωμανοι αποστάτες των Γενίτσαρων που δολοφόνησαν τον Οθωμανό κυβερνήτη, επέβαλλαν καθεστώς τρόμου και προκάλεσαν την σερβική εξέγερση του 1804], ήρθε επιτέλους η ώρα «να εκδικηθούμε τους Τούρκους σε αυτή την περιοχή».
του Βουκ Μπατσάνοβιτς, ιστορικού και δημοσιογράφου
Όμως οι άνθρωποι, προς έκπληξη πολλών που βλέπουν τον κόσμο σαν μια φθηνή σαπουνόπερα, δεν γεννιούνται έτοιμοι εγκληματίες. Ο Μλάντιτς προερχόταν από έναν κόσμο που, τουλάχιστον στον επίσημο ηθικό του πυρήνα, περιφρονούσε την ιδέα της συλλογικής ευθύνης βάσει καταγωγής, αίματος και θρησκείας, και πίστευε ότι τον άνθρωπο δεν τον καθορίζει η καταγωγή του αλλά οι πράξεις του. Ακριβώς γι’ αυτό η μεταγενέστερη πτώση του είναι τόσο θλιβερή και συντριπτική: δεν πρόκειται για έναν άνθρωπο που δεν γνώριζε ποτέ κάτι διαφορετικό, αλλά για έναν άνθρωπο που γνώριζε, κι όμως, βήμα προς βήμα, κατρακύλησε στον βούρκο όπου ο σύγχρονός του δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ανθρώπινο ον, αλλά αποκλειστικά ως κληρονόμος ενός αρχαίου εχθρού, και η μαζική δολοφονία ως η συνέχεια μιας πολύ λογικής ιστορικής εκδίκησης.
Γεννήθηκε εν μέσω του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στο φτωχικό Μποζάνοβιτσι κοντά στο Καλίνοβικ, σε μια περιοχή όπου ο πόλεμος δεν ήταν ένα μεγαλεπήβολο ηρωικό έπος, αλλά η καθημερινή απουσία, ο φόβος και ο θάνατος των πιο κοντινών ανθρώπων. Ο πατέρας του, Νέτζο, μαχητής του Εθνικοαπελευθερωτικού Στρατού (NOB), σκοτώθηκε το 1945 σε μάχες με τις δυνάμεις του HOS της NDH [σημ: του στρατού του φασιστικού κράτος των Ουστάσι] στην κατεύθυνση Μπραντίνα–Ιβάν Σέντλο, όταν ο Ράτκο ήταν μόλις δύο ετών, κι έτσι η μητέρα του έμεινε να μεγαλώνει μόνη της την οικογένεια. Τα μεταπολεμικά του χρόνια σημαδεύτηκαν από τις στερήσεις, και η στρατιωτική σχολή αποτελούσε για το χωριατόπαιδο τόσο μια διέξοδο από τη φτώχεια όσο και την είσοδο σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο. Από εκεί ο Μλάντιτς δεν βγήκε ως Σέρβος εθνικιστής, πολύ λιγότερο σωβινιστής, αλλά ως αξιωματικός του Γιουγκοσλαβικού Λαϊκού Στρατού (JNA), μέλος της Ένωσης Κομμουνιστών και επαγγελματίας στρατιώτης ενός κράτους που έχτιζε το νόημα της ύπαρξής του πάνω στον όρκο να μην επαναληφθεί ποτέ το μίσος που βασίζεται στο όνομα, τη θρησκεία και το αίμα, καθώς και η αδελφοκτονία που είχε προκύψει από αυτά πολλές φορές στην βαλκανική ιστορία.
Ο Αμερικανός δημοσιογράφος Ντέιβιντ Μπίντερ κατέγραψε το 1994 ένα σχεδόν ξεχασμένο γεγονός: στην τελευταία γιουγκοσλαβική απογραφή, ο Μλάντιτς δεν δηλώθηκε ως Σέρβος, αλλά ως Γιουγκοσλάβος. Ο ίδιος ο Μλάντιτς του έλεγε ότι κάποτε δεν μπορούσε καν να φανταστεί ότι η συμβίωση θα γινόταν αδύνατη, και στη συνέχεια είπε μια πρόταση που, διαβαζόμενη από τη σημερινή οπτική γωνία, ακούγεται σχεδόν σαν ένας ασυνείδητα γραμμένος επικήδειος για τη δική του ηθική κατάρρευση: «Τον άνθρωπο τον διαμορφώνουν τα γεγονότα που βιώνει.» Σε αυτή τη μία πρόταση φαίνεται να εσωκλείεται ολόκληρο το τόξο της μεταμόρφωσής του: από αξιωματικός ενός κράτους που βασιζόταν στην ιδέα της κοινής ζωής, σε έναν άνθρωπο που λίγα χρόνια αργότερα θα μιλούσε τη γλώσσα του αίματος, της ιστορικής εκδίκησης και των «Τούρκων».
Διότι τα γεγονότα δεν διαμορφώνουν τον άνθρωπο τόσο απλά όσο ένα σφυρί ένα κομμάτι σίδερο. Τον πιέζουν, τον τσακίζουν, τον δοκιμάζουν, του προσφέρουν δικαιολογίες και προφάσεις, αλλά δεν τον απαλλάσσουν από την ηθική ευθύνη. Ανάμεσα σε αυτό που μας συνέβη και σε αυτό που θα κάνουμε στους άλλους εξαιτίας αυτού, υπάρχει πάντα ο χώρος της επιλογής,ο οποίος συχνά καθορίζει τη διαφορά ανάμεσα σε ένα ενσυναίσθητο ανθρώπινο ον και ένα τέρας.
Ακριβώς γι’ αυτό είναι τόσο σημαντική η 12η Μαΐου 1992. Στη Μπάνια Λούκα, η πολιτική ηγεσία των Σέρβων της Βοσνίας συζητά για τους στρατηγικούς στόχους του κράτους που, υποτίθεται, σκοπεύει μόλις να δημιουργήσει, και ο στρατηγός που θα τεθεί την ίδια μέρα επικεφαλής του στρατού της μιλάει ακόμη τη γλώσσα ενός άλλου κόσμου. Ο Ράντοσλαβ Μπέρτζανιν, χωρίς να τον ονομάσει, εκφράζει την αηδία του για το γεγονός ότι την πολιτική αγωγή στο Σώμα της Μπάνια Λούκα μπορεί να την κατέχει ένας Μουσουλμάνος. Ο Μλάντιτς καταλαβαίνει αμέσως ότι εννοεί τον αξιωματικό Μεσούντ Χάσοτιτς και σπεύδει να τον υπερασπιστεί: είναι καλύτερα, λέει, ο Χάσοτιτς να είναι «εδώ μαζί μας» παρά στο ύψωμα εναντίον μας, γιατί είναι ένας άνθρωπος μαζί με τον οποίο υπηρέτησε και τον οποίο γνωρίζει. Και μετά, σαν να εκφέρει για τελευταία φορά φωναχτά το όριο που ούτε ο ίδιος δεν είναι ακόμα έτοιμος να ξεπεράσει, λέει: «Δεν μπορούμε να κάνουμε πόλεμο… εναντίον ενός λαού», «εμείς δεν θέλουμε πόλεμο εναντίον των Μουσουλμάνων ως λαού, ούτε εναντίον των Κροατών ως λαού». Οι άνθρωποι δεν είναι αντικείμενα που μπορούν να μετακινηθούν σύμφωνα με έναν σχεδιασμένο χάρτη, ούτε υπάρχει «κόσκινο» από το οποίο θα κοσκινιστεί ο πληθυσμός έτσι ώστε να μείνουν μόνο οι Σέρβοι. «Αυτό, άνθρωποι, είναι γενοκτονία.» Και δεν σταματάει εκεί: πρέπει, λέει, να καλέσουμε όποιον ανήκει σε αυτή τη γη, γιατί και γι’ αυτόν «η θέση του είναι μαζί μας και δίπλα μας»· οι Μουσουλμάνοι δεν πρέπει να «απελαθούν ή να πνιγούν», ενώ στο δικό του χωριό το Μποζάνοβιτσι «και οι Σέρβοι και οι Μουσουλμάνοι πρέπει να προστατεύουν ο ένας τον άλλον».
Όταν αυτά τα λόγια διαβάζονται σήμερα κάτω από τη λουσιφεριανή σκιά του Ιουλίου του 1995, δεν φέρνουν ανακούφιση, αλλά τουναντίον — μια ακόμα βαρύτερη καταδίκη. Διότι δείχνουν ότι ο Μλάντιτς δεν βούτηξε στο έγκλημα ως ένας άνθρωπος που δεν γνώριζε ποτέ τη διαφορά ανάμεσα στους πολιτικούς, τον στρατό και τον λαό, ανάμεσα στην ενοχή και την καταγωγή, ανάμεσα στον πόλεμο και την εξόντωση. Γνώριζε. Γνώριζε ότι ένας άνθρωπος δεν μπορεί να καταδικαστεί απλώς και μόνο επειδή γεννήθηκε Μουσουλμάνος· γνώριζε ότι ο λαός δεν είναι το ίδιο με την εξουσία που τον κυβερνά· γνώριζε ακόμα και το όνομα της στιγμής που περνάει κανείς αυτό το όριο: λαοκτονία. Γι’ αυτό ο μεταγενέστερος δρόμος του είναι τόσο σκοτεινός. Η πορεία του δεν καθορίστηκε από άγνοια, αλλά ενάντια στη δική του γνώση· δεν παρασύρθηκε σε μια περιοχή χωρίς πινακίδες, αλλά άρχισε να προσπερνά αδίστακτα τη μία μετά την άλλη, μέχρι που τελικά δεν μπορούσε πλέον καν να τις δει.
Kαι τότε, το όριο που είχε ονομάσει τόσο καθαρά άρχισε να εξαφανίζεται πρώτα από τη γλώσσα. Ήδη το 1993, σε συνέντευξή του στο περιοδικό NIN, οι Μουσουλμάνοι της Βοσνίας δεν είναι πλέον απλώς ένας λαός του οποίου το δικαίωμα στη ζωή υπερασπιζόταν δύο χρόνια νωρίτερα ενώπιον των βουλευτών: τώρα είναι «εκτουρκισμένοι» (poturice), άνθρωποι που «πρόδωσαν τον σερβικό λαό» αλλάζοντας πίστη, ακόμα και «το χειρότερο κατακάθι του σερβικού λαού». Τον Αύγουστο του 1994, η κάμερα τον καταγράφει καθώς διασχίζει την περιοχή της Ποντρίνιε, δίπλα σε καταστραμμένα μουσουλμανικά σπίτια, και μιλάει στον εικονολήπτη σχεδόν με έπαινο: «Ας δουν οι Σέρβοι μας τι τους κάναμε, πώς τακτοποιήσαμε τους Τούρκους. Στην Ποντρίνιε τους τσακίσαμε τους Τούρκους.» Στη συνέχεια προσθέτει ότι, αν δεν τους προστάτευαν στη Σρεμπρένιτσα οι στρατιώτες του ΟΗΕ, «θα είχαν εξαφανιστεί προ πολλού από αυτή την περιοχή». Τον Μάρτιο του 1995, σε μια υποκλαπείσα συνομιλία, δεν υπάρχει πλέον ούτε αυτό το υπόλειμμα απόστασης: «Όπου βλέπεις Τούρκο, στο στόχαστρο, στείλτον στον άλλο κόσμο (ahiret)». Έτσι, μπροστά μας, σχεδόν από πρόταση σε πρόταση, ξεδιπλώνεται εκείνη η πιο τρομερή μεταμόρφωση που μπορεί να επιφέρει ο πόλεμος στον άνθρωπο, αλλά την οποία ο άνθρωπος πρέπει να αποδεχτεί για να ολοκληρωθεί: ο Χάσοτιτς, ο αξιωματικός και γνωστός του που έπρεπε να διατηρηθεί δίπλα του, γίνεται ένας ανώνυμος «Τούρκος»· ο γείτονας, ο συνάδελφος, ο φίλος και ο αδελφός άνθρωπος παύει να έχει το πρόσωπό του και τη βιογραφία του, ο σύγχρονος εξορίζεται από τον ίδιο του τον χρόνο και μετατρέπεται σε απόγονο του «νταή» από πριν από δύο αιώνες.
Αυτό είναι ένα μυθικό ον που αποτελείται από το 1389, τους νταήδες, το 1941, τους Ουστάσι, τον δολοφονημένο πατέρα, τη γερμανική κατοχή, τον «ισλαμικό κίνδυνο» και τον πόλεμο που συμβαίνει εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Ο Αμερικανός δημοσιογράφος Ρόμπερτ Μπλοκ, πολεμικός ανταποκριτής που πήρε προσωπικά συνέντευξη από τον Μλάντιτς και το 1995 δημοσίευσε το μεγάλο του πορτρέτο στο The New York Review of Books, παρατήρησε ακριβώς αυτή την ανατριχιαστική ικανότητα κατάργησης του ιστορικού χρόνου: το παρελθόν και το παρόν στην ομιλία του Μλάντιτς αρχίζουν να συγχωνεύονται σε μία και την αυτή μάχη. Έλεγε ότι τον πόλεμο της δεκαετίας του ενενήντα τον ξεκίνησαν «οι ίδιοι άνθρωποι όπως το 1941». Και δεν είναι πρόβλημα να παραδεχτεί κανείς ότι στην άλλη πλευρά υπήρχαν πράγματι άνθρωποι που επικαλούνταν συνειδητά το 1941, αναβιώνοντας ανοιχτά ή κρυφά τα σύμβολα, τα μίση και τα εγκληματικά της πρότυπα· το πρόβλημα δημιουργείται όταν η ευθύνη τους μεταφέρεται σε ολόκληρους πληθυσμούς που πάλευαν με τα δικά τους διαγενεακά τραύματα εξίσου με τον Μλάντιτς, ο οποίος ανακήρυξε τον εαυτό του σε φοβερό δικαστή τους.
Και μετά έρχεται η Σρεμπρένιτσα, όχι ως η αρχή αυτής της μεταμόρφωσης, αλλά ως το μέρος όπου αυτή αποδεικνύεται επιτέλους ολοκληρωμένη. Μπροστά στην κάμερα, ο Μλάντιτς δεν μιλάει πλέον τη γλώσσα ενός ανθρώπου που προσπαθεί να ξεχωρίσει τον ένοχο από τον αθώο, αλλά τη γλώσσα ενός αυτοανακηρυγμένου εκτελεστή μιας αρχαίας δικαιοσύνης: «Επιτέλους ήρθε η στιγμή, μετά την εξέγερση κατά των νταήδων, να εκδικηθούμε τους Τούρκους σε αυτή την περιοχή.» Σε αυτή την πρόταση δεν υπάρχει πλέον ούτε το έτος 1995 ούτε οι πραγματικοί άνθρωποι μπροστά του. Υπάρχει μόνο μια φανταστική ιστορική αίθουσα δικαστηρίου στην οποία ο ίδιος ανέθεσε στον εαυτό του τον ρόλο του κατηγόρου, του δικαστή και του δημάρχου, και καταδίκασε ζωντανούς ανθρώπους εξαιτίας νεκρών που δεν γνώρισαν ποτέ. Εκεί η πτώση του ολοκληρώνεται με έναν τρόπο πιο τρομακτικό από κάθε πολιτικό φανατισμό: ο άνθρωπος που κάποτε προειδοποιούσε ότι το κοσκίνισμα του λαού μέσα από ένα «κόσκινο» θα ήταν λαοκτονία, τώρα βιώνει το δικό του μίσος ως αναπόφευκτη ιστορική δικαιοσύνη. Η Σρεμπρένιτσα, επομένως, δεν είναι μόνο ο τόπος του εγκλήματος που διέταξε και κατέστησε δυνατό· είναι ο τόπος όπου ένας άνθρωπος, έχοντας χάσει προηγουμένως τον άλλον από τα μάτια του, έχασε τελικά και τον καλύτερο εαυτό του.
Γι’ αυτό ο Ράτκο Μλάντιτς δεν πρέπει να εξορίζεται από το ανθρώπινο γένος για να συνεχίσουμε να μεθάμε με την απατηλή ψευδαίσθηση ότι η πτώση του δεν είναι ανθρώπινη, αλλά κάποιο ιδιόμορφο σερβικό χαρακτηριστικό. Αντίθετα, μόνο όταν του αποδώσουμε πίσω όλη την ανθρωπιά του, η ενοχή του αποκτά το πλήρες, σχεδόν αβάσταχτο βάρος της. Διότι μπροστά μας δεν βρίσκεται ένα ον πλασμένο από σκοτεινή ύλη, αλλά απλώς ένα ανθρώπινο ον που γνώρισε την πολεμική και μεταπολεμική στέρηση, που έψαξε για τον τάφο του πατέρα του τον οποίο του βρήκε ένας ντόπιος Μουσουλμάνος από το Κόνιτς, που υιοθέτησε τη στρατιωτική πειθαρχία που είναι τόσο αγαπητή στη βαλκανική νοοτροπία, που προφανώς κέρδισε τη φιλία ανθρώπων διαφορετικών εθνοτήτων και την ανθρωπιστική γιουγκοσλαβική ιδεολογία ότι μετά από χιλιάδες χρόνια φρίκης μπορείς και πρέπει τελικά να ζεις και να παλεύεις μαζί. Όλα αυτά τα κουβαλούσε μέσα του και μετά, πρώτα λίγο-λίγο, και στη συνέχεια σαν ορμητικός χείμαρρος, επέτρεψε η ίδια η ζωή του να παύσει να είναι μια εμπειρία από την οποία μαθαίνει κανείς, και να γίνει μια αποθήκη «ιστορικών» δικαιολογιών για τη δαιμονοποίηση και τη θανάτωση των συνανθρώπων του.
Oι κακόβουλοι ιεροκήρυκες του αιώνιου μίσους ανάμεσα στους βαλκανικούς λαούς θα προτιμούσαν να δουν σε αυτό την απόδειξη ότι ο μεταγενέστερος Μλάντιτς ήταν ο μόνος «πραγματικός», ενώ ο προηγούμενος, που μιλούσε για κοινή ζωή, για τη διάκριση του λαού από το καθεστώς και την αμοιβαία προστασία, ήταν απλώς ένας υποκριτής πίσω από ένα λεπτό στρώμα γιουγκοσλαβικού ανθρωπισμού. Όμως τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο λάθος. Και οι δύο ήταν αυθεντικοί, γιατί ο άνθρωπος δεν είναι ένας ακίνητος και για πάντα εδραιωμένος μονόλιθος, αλλά ένα αιώνιο πεδίο μάχης των ίδιων του των δυνατοτήτων. Στον Μλάντιτς νίκησε τελικά εκείνος που επέτρεψε στο μίσος να γίνει ο μοναδικός ερμηνευτής του κόσμου του, και η απατηλή αυτοδικαίωση και το μεσσιανικό σύμπλεγμα να αντικαταστήσουν τη συνείδηση και την ενσυναίσθηση. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται το δίδαγμα που ξεπερνά τον ίδιο: κανείς δεν είναι για πάντα προστατευμένος από τις πρώην πεποιθήσεις του, τις καλές του προθέσεις ή τις έντιμες αναμνήσεις του, αν μια μέρα συμφωνήσει να μετατρέψει τον δικό του πόνο σε δικαίωμα πάνω στη ζωή των άλλων.
Η τραγωδία, επομένως, δεν έγκειται στο ότι ένα σερβικό μυθικό τέρας έκανε αποκλειστικά σερβικά τερατώδη πράγματα, όπως κραυγάζει η τερατώδης προπαγάνδα των υπολοίπων γιουγκοσλαβικών εθνικισμών. Εκεί δεν υπάρχει κατανόηση της βιβλικής τραγωδίας της ανθρώπινης πτώσης, παρά μόνο η υιοθέτηση της ουστασικής ρατσιστικής «ζωολογίας» που στέρησε τον πατέρα από τον δίχρονο Ράτκο. Η τραγωδία είναι ότι ο άνθρωπος που σε μια δύσκολη στιγμή ήξερε να πει «οι Σέρβοι και οι Μουσουλμάνοι πρέπει να προστατεύουν ο ένας τον άλλον», έφτασε στη Σρεμπρένιτσα για να ανακοινώσει ότι ήρθε η ώρα για εκδίκηση στους «Τούρκους». Μόνο υπό αυτή την έννοια ο Ράτκο Μλάντιτς είναι η πιο τραγική και ταυτόχρονα η πιο τρομακτική προσωπικότητα του σερβικού Εικοστού Αιώνα.
Διότι, ανάμεσα σε αυτές τις δύο προτάσεις δεν βρίσκεται μόνο η πολεμική βιογραφία του Μλάντιτς, αλλά ολόκληρη η ανατομία μιας ηθικής κατάρρευσης: η διαδρομή με την οποία ο άνθρωπος, από τη συνειδητοποίηση του απαραβίαστου της ζωής ενός αθώου ανθρώπου, φτάνει στο απατηλό δικαίωμα να της τη στερήσει.
Και ίσως η πιο τρομακτική στιγμή του σερβικού Εικοστού Αιώνα.