Οι «Παρεμβάσεις», συνεχίζοντας τα αφιερώματά τους γύρω από την οικολογία, θέλουν να συμβάλλουν στον προβληματισμό και στον διάλογο εντός της Αριστεράς και της κοινωνίας γύρω από μια συνολική προσέγγιση και αξιολόγηση των προβλημάτων του παγκόσμιου φυσικού περιβάλλοντος και τις ενδεδειγμένες πολιτικές και δράσεις προστασίας του.
Σήμερα, επέλεξαν να διερευνήσουν, μέσω δύο εξειδικευμένων ακαδημαϊκών, το ζήτημα της σύγχρονης υποβάθμισης των ωκεανών και των θαλασσών του πλανήτη, εστιάζοντας στη ρύπανση, στη μόλυνση, στην υποβάθμιση και στις αρνητικές επιπτώσεις στον άνθρωπο και στο γήινο οικοσύστημα. Οι ωκεανοί και οι θάλασσες καταλαμβάνουν περισσότερο από 70% της επιφάνειας του πλανήτη, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διατροφική ασφάλεια (βιοποικιλότητα) αλλά και στην κλιματική ισορροπία του πλανήτη μας.
Βέβαια, το αντικείμενο είναι τεράστιο σε έκταση και πολυπλοκότητα. Σε παλαιότερο χρόνο (28.4.2024), η Εποχή έχει παρουσιάσει το θέμα με το άρθρο «Κλιματική κρίση και ωκεανοί. Προλαβαίνουμε;» της Στέλλας Ψαρρά, ωκεανογράφου και διευθύντριας ερευνών στο Ινστιτούτο Ωκεανογραφίας του ΕΛΚΕΘΕ. Στο σημερινό αφιέρωμα, ο Βασίλης Τσελέντης θίγει εν συντομία μια σειρά από ζητήματα περιβαλλοντικής υποβάθμισης και προστασίας των θαλασσών, ενώ ο Τάσος Τσελεπίδης ασχολείται με το ειδικότερο θέμα της Μεσογείου, μια περίπτωση περίκλειστης θάλασσας. Το τελευταίο έχει και άμεσο ενδιαφέρον για την Ελλάδα, και ειδικότερα όσον αφορά τις πρόσφατες εξελίξεις των περιβαλλοντικών πάρκων στο Αιγαίο, καθώς και τις γενικότερες θεσμικές ρυθμίσεις προστασίας που πρέπει να υπάρχουν και να τηρούνται για το Αιγαίο ως θαλάσσιο οικοσύστημα.
Η Συντακτική Ομάδα των Παρεμβάσεων

Οικολογικά χαρακτηριστικά που καθιστούν τη Μεσόγειο μια ιδιαίτερα ευάλωτη βαθιά θάλασσα
Η Μεσόγειος θάλασσα είναι η μεγαλύτερη και βαθύτερη περίκλειστη λεκάνη του πλανήτη, περιτριγυρισμένη από 21 κράτη, κατανεμημένα σε τρεις ηπείρους. Είναι μια βαθιά (μέγιστο βάθος 5.200 μ.), θερμή (14ο) θάλασσα με μοναδικά φυσικοχημικά χαρακτηριστικά (αλατότητα 37.0-39.5 psu). Είναι επίσης ένα ιδιαίτερα ευάλωτο οικοσύστημα, διότι υπόκειται σε απίστευτα έντονες ανθρωπογενείς πιέσεις, όπως αστικοποίηση, παράκτιες βιομηχανίες, παράκτιες και θαλάσσιες υποδομές, θαλάσσιες μεταφορές, εγκαταστάσεις παραγωγής και εξαγωγής ζωντανών πόρων, εξαγωγή αβιοτικών πόρων, αναψυχή και τουρισμός, εγκαταστάσεις παραγωγής ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, και γεωργία. Οι περισσότερες από αυτές τις δραστηριότητες παράγουν ποικιλία χημικών αποβλήτων, προκαλώντας εκτεταμένη ρύπανση. Γνωρίζουμε πλέον ότι το 80% της θαλάσσιας ρύπανσης προέρχεται από χερσογενείς πηγές. Η κατάσταση επιδεινώνεται ακόμα περισσότερο εξαιτίας των επικρατουσών υδρογραφικών χαρακτηριστικών που ευνοούν τη συσσώρευση των ρύπων και, συνεπώς, την περαιτέρω αύξηση της ρύπανσης. Ο χρόνος ανανέωσης των νερών της Μεσογείου είναι περίπου 80 έτη, διάστημα αρκετά μεγάλο για το μέγεθός της. Έχει αρνητικό υδρολογικό ισοζύγιο, και συνεπώς χαρακτηρίζεται ως λεκάνη συμπύκνωσης των υδάτων της.
Η πρωτογενής παραγωγικότητα είναι χαμηλή στη δυτική λεκάνη και ιδιαίτερα χαμηλή στην ανατολική, με αποτέλεσμα να θεωρείται ένα ολιγοτροφικό οικοσύστημα, γεγονός που αντανακλάται και στο βένθος. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η παροχή τροφής και ενέργειας προς τις βενθικές κοινότητες που διαβιούν βαθύτερα των 1.000 μέτρων να είναι οριακά επαρκής. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ελάχιστα μεγαπανιδικά είδη κατορθώνουν και επιβιώνουν σε βάθη μεγαλύτερα των 2.500 μέτρων. Αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά οι ψαράδες της περιοχής, γι’ αυτό και οι αλιευτικές τους δραστηριότητές σπανίως υπερβαίνουν (κυρίως στην Ανατολική Μεσόγειο) τα 700 με 800 μέτρα βάθος. Τα βάθη αυτά τα συναντάμε συνήθως σε απόσταση μόλις 5-10 ναυτικών μιλίων από τις ακτές. Την ίδια ώρα το μεγαλύτερο μέρος της υπάρχουσας πανιδικής ποικιλότητας, αφθονίας και βιομάζας, περιορίζεται επίσης στο διάστημα αυτό, με αποτέλεσμα η παράκτια ζώνη της Μεσογείου (εκτός της ρύπανσης) να δέχεται και υπερβολική ανθρωπογενή διατάραξη λόγω της υπεραλίευσης, του θορύβου και της καταστροφής των φυσικών ενδιαιτημάτων. Η υπάρχουσα νομοθεσία που απαγορεύει την αλιεία με σύρσεις τρατών και δραγών σε βάθη μεγαλύτερα των 1.000 μέτρων δεν επαρκεί εφόσον η συντριπτική πλειοψηφία των ειδών της ιχθυοπανίδας ζει ρηχότερα και, συνεπώς, παραμένει εκτεθειμένη σε αλιευτική δραστηριότητα. Πρόσφατα γίνονται προσπάθειες το όριο αυτό να κατέβει στα 700 μέτρα βάθος.
Με εξαίρεση το υποθαλάσσιο όρος του Ερατοσθένη, νοτίως της Κύπρου, κανένα άλλο μέρος της Ανατολικής Μεσογείου δεν έχει χαρακτηριστεί ως «ευάλωτο θαλάσσιο οικοσύστημα» (vulnerable marine ecosystem – VME). Η Ανατολική Μεσόγειος όμως χαρακτηρίζεται από ποικιλία γεωλογικών δομών (βαθιές λεκάνες, βαθιές υπεραλμυρές ανοξικές λεκάνες, βαθιά υποθαλάσσια όρη, υποθαλάσσια φαράγγια, ηφαίστεια, ηφαίστεια λάσπης, ψυχρές αναβλύσεις και υδροθερμικές πηγές) που με την σειρά τους χαρακτηρίζονται από ποικιλία περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών εξαιτίας των οποίων δημιουργούνται οι συνθήκες ύπαρξης τεράστιας μικροβιακής ποικιλότητας που δυνητικά εμπεριέχει τεράστιο βιοτεχνολογικό δυναμικό (ανακάλυψη νέων γονιδιακών αλληλουχιών, ενζύμων κλπ.). Πολλές από αυτές τις περιοχές μπορούν κάλλιστα να θεωρηθούν ως θερμές εστίες βιοποικιλότητας ή ως ακραία περιβάλλοντα με μεγάλη βιολογική και οικολογική αξία, που αξίζουν να προστατευτούν. Δυστυχώς, δεν υπάρχει αντίστοιχο νομοθετικό πλαίσιο που να προστατεύει αυτές τις περιοχές από διάφορες ανθρωπογενείς δραστηριότητες, όπως είναι οι υποθαλάσσιες εξορύξεις πετρελαίου και γαιαερίων.
Θα πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη μας ότι οι κοινωνικο-οικονομικές και πολιτικές συνθήκες στην Ανατολική Μεσόγειο δεν ευνοούν την προώθηση πολιτικών για την προστασία και διατήρηση της βαθιάς θάλασσας. Η ναυτιλιακή δραστηριότητα έχει τριπλασιαστεί τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια, ενώ η τάση παραμένει αυξητική. Τα εμπλεκόμενα οικονομικά συμφέροντα είναι τόσο σημαντικά, που θέματα όπως η προστασία και διατήρηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος υποχωρούν σε δεύτερη μοίρα.
Η κλιματική κρίση έρχεται να επιδεινώσει την κατάσταση. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την Ανατολική Μεσόγειο που πρόσφατες μελέτες αναγνωρίζουν ως περιοχή που αποτελεί θερμή εστία κλιματικής αλλαγής. Η όλο και αυξανόμενη ένταση των καταιγίδων σκόνης από την έρημο Σαχάρα, καθώς και οι κατακλυσμιαίες βροχοπτώσεις, μπορούν να προκαλέσουν αστραπιαίες πλημμύρες και να επηρεάσουν έμμεσα τόσο την παραγωγικότητα της επιφάνειας της θάλασσας όσο και τη μεταφορά οργανικής ύλης στα βαθύτερα θαλάσσια στρώματα. Η εξελισσόμενη κλιματική κρίση επηρεάζει την υδρολογική δομή των θαλασσών σε μία σειρά από παραμέτρους (θερμοκρασία, αλατότητα, επίπεδα θρεπτικών αλάτων, ρεύματα, ένταση αναβλύσεων και καταβυθίσεων, συχνότητα εμφάνισης καταιγίδων σκόνης κλπ.). Δυστυχώς, η παρατηρούμενη τάση αύξησης της θερμοκρασίας αναμένεται να ενταθεί μέσα στον 21ο αιώνα, προκαλώντας όχι μόνο σοβαρές επιπτώσεις σε ποικίλους κοινωνικο-οικονομικούς παράγοντες (γεωργία, διαχείριση υδάτινων πόρων, ανθρώπινη υγεία, ενεργειακή προστασία και παραγωγή, μεταφορές, δασικές πυρκαγιές κλπ.), αλλά και στο θαλάσσιο οικοσύστημα συνολικά.
Μέσα σε αυτό το κλιματολογικό πλαίσιο, η Ανατολική Μεσόγειος υπόκειται σε δραστικές αλλαγές με ταυτόχρονες δραματικές συνέπειες σε ό,τι αφορά την βιοποικιλότητά, την κατανομή των ειδών και, τελικά, την ίδια τη δομή του οικοσυστήματός της. Επειδή οι περισσότερες θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές (ΘΠΠ) βρίσκονται στη Δυτική και Βόρεια Μεσόγειο, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην Κεντρική Μεσόγειο, στο Ιόνιο και την περιοχή του Αιγαίου και της Λεβαντίνης, και ιδιαίτερα στις νότιες περιοχές της λεκάνης της Μεσογείου, ώστε να υπάρξει αντιπροσώπευση όλης της Μεσογείου. Βασιζόμενοι στην αρχή της αποτρεπτικότητας (precautionary principle), η ανατολική λεκάνη της Μεσογείου χρήζει ιδιαίτερης αντιμετώπισης λόγω των προγραμματισμένων εξορύξεων στο άμεσο μέλλον, την ίδια ώρα που οι γνώσεις μας σχετικά με τα υπάρχοντα ενδιαιτήματα της βαθιάς θάλασσας και της βιοποικιλότητας που αυτά φιλοξενούν είναι ελλιπείς. Στόχος θα πρέπει να είναι η πλήρη προστασία των θερμών εστιών βιοποικιλότητας και η επέκταση των θαλάσσιων προστατευόμενων περιοχών, ώστε να περιλαμβάνουν και περιοχές της βαθιάς θάλασσας. Δυστυχώς, η οδηγία του Πλαισίου της Ευρωπαϊκής Θαλάσσιας Στρατηγικής και η συνακόλουθη προσέγγιση για την προστασία και διατήρηση των θαλάσσιων οικοσυστημάτων μέχρι πρόσφατα εστίαζε κυρίως στην παράκτια ζώνη. Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμα περισσότερο από τα πολλά κράτη που περιβάλλουν την Μεσόγειο, τα διαφορετικά πολιτικά συστήματα που τα χαρακτηρίζουν, με αποτέλεσμα η εφαρμογή των διεθνών περιβαλλοντικών νόμων να καθίσταται προβληματική. Πρέπει, συνεπώς, να βρεθεί τρόπος τα κράτη της Μεσογείου να συνευρεθούν, για να αποφασίσουν επάνω σε ένα κοινό πλαίσιο εφαρμογής θαλάσσιων προστατευόμενων περιοχών και δικτύων που να είναι σεβαστό από όλους, ώστε να μπορέσουν να διαχειριστούν τη βαθιά θάλασσα που αποτελεί το 79% της λεκάνης της Μεσογείου.
Τάσος Τσελεπίδης,
καθηγητής στο Τμήμα Βιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης

Θάλασσα και ωκεανοί: Πολύτιμοι σύμμαχοι της ζωής σε έναν πλανήτη υπό πίεση
Η θάλασσα και οι ωκεανοί αποτελούν το μεγαλύτερο και σημαντικότερο φυσικό οικοσύστημα της Γης. Καλύπτουν περισσότερο από το 70% της επιφάνειάς της, φιλοξενούν μια μοναδική βιοποικιλότητα και διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση της ζωής. Δεν αποτελούν μόνο πηγή τροφής, φυσικών πόρων και οικονομικής δραστηριότητας, αλλά και βασικό παράγοντα ρύθμισης του παγκόσμιου κλίματος. Ωστόσο, οι ανθρώπινες δραστηριότητες ασκούν ολοένα και μεγαλύτερες πιέσεις στα θαλάσσια οικοσυστήματα, με συνέπειες που επηρεάζουν όχι μόνο τη θαλάσσια ζωή αλλά και τον ίδιο τον άνθρωπο.
Οι σημαντικότερες πηγές θαλάσσιας ρύπανσης είναι τα ανεπαρκώς επεξεργασμένα αστικά λύματα, τα βιομηχανικά απόβλητα, οι γεωργικές απορροές που μεταφέρουν λιπάσματα και φυτοφάρμακα, οι πετρελαιοκηλίδες, τα απόβλητα της ναυσιπλοΐας και διάφοροι χημικοί ρύποι. Οι ουσίες αυτές μεταβάλλουν τη φυσικοχημική σύσταση του θαλασσινού νερού, μειώνουν την ποιότητά του, προκαλούν ευτροφισμό, υποβάθμιση των οικοτόπων και απώλεια βιοποικιλότητας.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί σήμερα η ρύπανση από πλαστικά, η οποία μέχρι πριν από λίγα χρόνια υποτιμούνταν ως περιβαλλοντική απειλή. Υπολογίζεται ότι περίπου 11 εκατομμύρια τόνοι πλαστικών απορριμμάτων καταλήγουν κάθε χρόνο στις θάλασσες και στους ωκεανούς, ενώ το μεγαλύτερο ποσοστό προέρχεται από χερσαίες δραστηριότητες. Με την επίδραση της ηλιακής ακτινοβολίας, του κυματισμού και της μηχανικής διάβρωσης, τα πλαστικά αντικείμενα διασπώνται σε μικροπλαστικά και ακόμη μικρότερα νανοπλαστικά, τα οποία παραμένουν στο περιβάλλον για δεκαετίες και είναι σχεδόν αδύνατο να απομακρυνθούν.
Η Μεσόγειος θάλασσα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ιδιαίτερα ευάλωτου οικοσυστήματος. Πρόκειται για μια σχεδόν κλειστή θάλασσα, με περιορισμένη ανανέωση των υδάτων της και έντονη ανθρώπινη δραστηριότητα στις ακτές της. Ως αποτέλεσμα, συγκαταλέγεται στις περισσότερο επιβαρυμένες θαλάσσιες περιοχές του κόσμου ως προς τη συγκέντρωση πλαστικών απορριμμάτων. Αντίστοιχα, στον Βόρειο Ειρηνικό Ωκεανό τα μεγάλα ωκεάνια ρεύματα έχουν δημιουργήσει μια τεράστια ζώνη συγκέντρωσης επιπλεόντων απορριμμάτων, γνωστή ως «Great Pacific Garbage Patch». Δεν πρόκειται για ένα πραγματικό «νησί πλαστικών», αλλά για μια εκτεταμένη περιοχή όπου συσσωρεύονται εκατομμύρια τεμάχια πλαστικού λόγω της κυκλοφορίας των θαλάσσιων ρευμάτων.
Οι επιπτώσεις των πλαστικών στη θαλάσσια ζωή είναι ιδιαίτερα σοβαρές. Θαλάσσιες χελώνες, κητώδη, φώκιες, θαλασσοπούλια και ψάρια συχνά παγιδεύονται σε πλαστικά αντικείμενα ή τα καταπίνουν, με αποτέλεσμα τραυματισμούς, υποσιτισμό ή ακόμη και θάνατο. Ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία προκαλούν τα μικροπλαστικά, τα οποία εισέρχονται εύκολα στην τροφική αλυσίδα, καταλήγοντας σε εμάς τους ανθρώπους. Επιπλέον, τα μικροπλαστικά λειτουργούν ως φορείς μεταφοράς χημικών ουσιών και οργανικών ρύπων, επιβαρύνοντας περαιτέρω τα θαλάσσια οικοσυστήματα.
Η παρουσία μικροπλαστικών δεν περιορίζεται πλέον στη θάλασσα. Έχουν ήδη ανιχνευθεί στο πόσιμο νερό, στα θαλασσινά, στον αέρα, ακόμη και σε ανθρώπινους ιστούς, όπως το αίμα και ο πλακούντας. Αν και η επιστημονική έρευνα συνεχίζεται και αρκετά ερωτήματα παραμένουν ανοικτά, είναι πλέον σαφές ότι η διασπορά τους είναι παγκόσμια και ότι οι πιθανές επιπτώσεις τους στην ανθρώπινη υγεία απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή.
Η προστασία των θαλάσσιων οικοσυστημάτων αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εξαιτίας της κλιματικής κρίσης. Οι ωκεανοί αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους φυσικούς μηχανισμούς ρύθμισης του παγκόσμιου κλίματος. Το φυτοπλαγκτόν παράγει περίπου το μισό οξυγόνο που αναπνέουμε, ενώ οι θάλασσες απορροφούν σημαντικό μέρος του διοξειδίου του άνθρακα που εκπέμπεται από τις ανθρώπινες δραστηριότητες και αποθηκεύουν τεράστιες ποσότητες θερμότητας. Παράλληλα, τα θαλάσσια και αέρια ρεύματα κατανέμουν την ενέργεια στον πλανήτη, επηρεάζοντας τη θερμοκρασία, τις βροχοπτώσεις και τα καιρικά φαινόμενα. Χωρίς αυτή τη φυσική λειτουργία των ωκεανών, οι συνέπειες της υπερθέρμανσης του πλανήτη θα ήταν ακόμη πιο έντονες.
Η αποτελεσματική προστασία των θαλασσών απαιτεί συνδυασμό μέτρων: περιορισμό των πλαστικών μιας χρήσης, ενίσχυση της ανακύκλωσης και της κυκλικής οικονομίας, βελτίωση της επεξεργασίας λυμάτων, αυστηρό έλεγχο των βιομηχανικών αποβλήτων, προστασία των θαλάσσιων οικοσυστημάτων και διεθνή συνεργασία. Παράλληλα, η ενημέρωση και η ευαισθητοποίηση των πολιτών αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την αλλαγή των καταναλωτικών και περιβαλλοντικών συμπεριφορών.
Η θάλασσα δεν αποτελεί έναν ανεξάντλητο αποδέκτη των δραστηριοτήτων μας. Είναι ένα σύνθετο και ευαίσθητο οικοσύστημα από το οποίο εξαρτάται η ποιότητα της ζωής, η βιοποικιλότητα, η σταθερότητα του κλίματος και τελικά το μέλλον της ανθρωπότητας. Η προστασία της δεν είναι μόνο περιβαλλοντική υποχρέωση· είναι επένδυση στη βιώσιμη ανάπτυξη και στις επόμενες γενιές.
Ενδεικτική βιβλιογραφία
- IPCC (2023). Climate Change 2023: Synthesis Report.
- United Nations Environment Programme (UNEP) (2021). From Pollution to Solution: A Global Assessment of Marine Litter and Plastic Pollution.
- UNESCO–IOC (2024). Ocean Literacy Framework.
- World Health Organization (WHO) (2019). Microplastics in Drinking-water.
- National Oceanic and Atmospheric Administration (NOAA). Marine Debris Program.
- European Environment Agency (EEA) (2023). Marine Messages II (και νεότερες σχετικές εκθέσεις).
Βασίλης Τσελέντης,
ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Ναυτιλιακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιά
Φώτο1: All Creative Commons
Φώτο2: All Creative Commons
