Με άρθρο του, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» ο Νίκος Βούτσης, πρώην πρόεδρος της βουλής και στέλεχος της Νέας Αριστεράς, εξηγεί γιατί έχουν μεγάλες ευθύνες οι ηγεσίες των κομμάτων του δημοκρατικού τόξου για την ισχυρή πιθανότητα να πέσει η κυέρνηση Μητσοτάκη, αλλά «προς τα δεξιά»..
Ακολουθεί ολόκληρο το άρθρο, όπως το διαβάσαμε στον λογαριασμό του Νίκου ΒΟύτση στα social.
Η πολιτική ζωή του τόπου έχει πλέον δρομολογηθεί ενόψει της μακράς προεκλογικής περιόδου στη βάση διλημμάτων και «ανησυχιών” που τίθενται για τη διακυβέρνηση της χώρας. Ακόμη και στον ΠτΔ αποδίδονται προβληματισμοί και ανησυχία περί την κυβερνησιμότητα.
Από δημοσιολογούντες επανέρχονται σενάρια για «ειδικού σκοπού» κυβερνήσεις, ενώ ο πρωθυπουργός κινείται στον αστερισμό της «επιδίωξης αυτοδυναμίας» που θα δώσει τρίτη τετραετία νεοδημοκρατικής διακυβέρνησης.
Εκ παραλλήλου βεβαίως τίθενται καθημερινά από τις ηγεσίες των δύο δημοκρατικών κομμάτων που ακολουθούν δημοσκοπικά τη ΝΔ, την ΕΛΑΣ και το ΠΑΣΟΚ, διλήμματα πρωτοκαθεδρίας ή μοναδικής υπαρκτής διεξόδου ενός εκάστου ως εναλλακτική στη νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση της ΝΔ.
Μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι οι πολιτικές αυτές είναι συνήθεις, υπακούουν στην κανονικότητα της μεταπολιτευτικής κληρονομιάς, σε άλλες συνθήκες βέβαια, για ισχυρές εναλλασσόμενες αυτοδυναμίες του συστημικού δικομματισμού ή και για ορισμένες ad hoc επιλογές παράταιρων συνήθως κυβερνητικών εταίρων σε περιόδους κρίσης. Κληρονομιά που αποκλείει για δεκαετίες και προς τα δεξιά και προς τα αριστερά, για διαφορετικούς λόγους, την κουλτούρα των προγραμματικών συναινέσεων και των συμμαχικών κυβερνητικών σχημάτων.
Σε αυτή την «κανονικότητα» λοιπόν η θεωρία και η φιλολογία περί συνεργασιών εξαντλείται σε μια τετριμμένη παράδοση αμφίπλευρων διευρύνσεων και μεταγραφών παραγόντων. Επίσης αναπτύσσεται και στις μέρες μας ως άλλοθι η καινοφανής ρητορική ότι εντός των κομμάτων συμπεριλαμβάνονται και συνυπάρχουν διαφορετικές στρατηγικές, παραδόσεις και κοινωνικά πολιτικά στελέχη όλων των συγγενών και όμορων διακριτών πολιτικών χώρων. Δηλαδή το θέμα εξαντλείται με «συνεργασίες εντός των τειχών» με συνέπεια να αναπτύσσεται αντιπαλότητα και απαξίωση απέναντι σε άλλα κόμματα που συγκροτούν τον αστερισμό εν προκειμένω της αριστερής, σοσιαλιστικής και οικολογικής παράδοσης.
Οι ευθύνες των ηγεσιών ιδιαίτερα των κομμάτων του δημοκρατικού τόξου, εν προκειμένω του ΠΑΣΟΚ και της ΕΛΑΣ είναι μεγάλες για μια πολύ πιθανή εξέλιξη που θα φέρει τη σημερινή κυβέρνηση να «πέφτει προς τα δεξιά» σε συνθήκες που και ο ισχύων εκλογικός νόμος, για ποσοστά περί τα 25-30%, αποκλείει τις αυτοδύναμες κυβερνήσεις. Το ίδιο έγινε και στις εκλογές του Μαΐου του ’23 με κύρια, αλλά όχι μόνη, κατά τη γνώμη μου ευθύνη του ΠΑΣΟΚ και μικρότερων αριστερών και δημοκρατικών κομμάτων.
Το δίδαγμα εν προκειμένω δεν είναι βέβαια η αποστασιοποίηση της Αριστεράς από την απλή αναλογική. Είναι η διαμόρφωση στρατηγικής και η συνεπής εργασία για τη δημιουργία των προϋποθέσεων που θα δίνουν κυβερνητικές λύσεις αντίστοιχες με την προοδευτική κυβερνητική πλειοψηφία όταν αυτή εκφράζεται στις κάλπες.
Οι ηγεσίες αυτών των κομμάτων ελπίζουν ή έχουν την ψευδαίσθηση, ότι τα μανιχαϊστικά διλήμματα και η προβολή της μοναδικότητάς τους μπορούν να δώσουν απάντηση, να κινητοποιήσουν, να εμπνεύσουν την απαίτηση της κοινωνικής πλειοψηφίας για μια ριζική αλλαγή με εναλλακτική πρόταση που θα εγγυάται πρώτα απ’ όλα την αντιμετώπιση βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα του κοινωνικού ζητήματος;
Με επιφανειακές προσεγγίσεις αυτάρεσκης πολιτικής προφανώς δεν μπορεί να μετατραπεί η εκτεταμένη δυσφορία της λαϊκής πλειοψηφίας, της κοινωνίας των 3/5 ή 4/5, σε προσδοκία και σε κλίμα και κίνημα αλλαγής. Θα επιβιώνει η κουλτούρα της ανάθεσης ή και της πολιτικής αποστασιοποίησης ιδιαίτερα μέσα στη νέα γενιά.
Με μέσους όρους πολιτικής χωρίς αιχμές που να προοιωνίζονται συγκρούσεις με κυρίαρχα συμφέροντα σε καίρια προγραμματικά ζητήματα όπως η ακρίβεια, η ενέργεια, η στέγη, το περιβάλλον αλλά και το κράτος δικαίου, οι υπερεξοπλισμοί, η διεθνής στάση της χώρας μας στα ζητήματα των πολέμων, της πολεμικής οικονομίας, της αντιμεταναστευτικής πολιτικής δεν διαμορφώνεται πραγματική εναλλακτική πρόταση διεξόδου απέναντι στη νεοφιλελεύθερη πολιτική.
Οι πολιτικοί συσχετισμοί πλέον δεν αλλάζουν όταν προοδευτικές δυνάμεις κυριαρχούνται από τη συντηρητική εμμονή στην «προσέγγιση των κεντρώων», μέσω της άμβλυνσης αιχμηρών πολιτικών θέσεων, και την αποφυγή συγκρούσεων σε επίσης καίρια ζητήματα όπως π.χ. της δίκαιης φορολογίας, της δημόσιας και κοινωνικής ιδιοκτησίας σε καίριους τομείς της οικονομίας, των επιλογών για τη διαμόρφωση δημοσιονομικού χώρου.
Ενώ είναι σαφές στη σημερινή εποχή των πολυκρίσεων ότι η απάντηση στη Δεξιά και στην Ακροδεξιά μπορεί να δοθεί από θέσεις της σύγχρονης Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας με ευρύτατες συμμαχίες, δυστυχώς το ενδιαφέρον της πολιτικής ζωής του τόπου για τις ραγδαίες και αρνητικές εξελίξεις στην Ευρώπη εξαντλείται στο αίτημα –προς ποιους άραγε πλέον;– για ανασύσταση του δημοκρατικού τόξου απέναντι στην ακροδεξιά.
Για τις εξελίξεις αυτές βεβαίως είναι μεγάλες και οι ευθύνες των δυνάμεων της πληθυντικής Αριστεράς. Η «κουλτούρα αρνήσεως συνεργασίας» που προβάλλεται, με διαφορετική αφετηρία και περιτύλιγμα, από διαφορετικές δυνάμεις του χώρου αναπαράγει αδιέξοδα και επικοινωνεί εντέλει και ανατροφοδοτείται με τις αντίστοιχες κεντρικές επιλογές και εκβιαστικά διλήμματα, συστημικής έμπνευσης.
