Στις 2 Αυγούστου, στο πλαίσιο της 53ης Διεθνούς Μπριγάδας Αλληλεγγύης στην Κούβα, μέλη της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης και της νΚΑ, συνάντησαν έξω από το ιστορικό -άδειο πλέον- ξενοδοχείο Ambos Mundos, στην Havana Vieja (παλιά Αβάνα), τον Ερνέστο Κούμπα. Το ξενοδοχείο ήταν κλειστό και χωρίς ρεύμα, όπως και μεγάλο μέρος της πόλης. Ο Ερνέστο, εργαζόμενος στο ξενοδοχείο, μίλησε για την κατάσταση στην Κούβα, την οικογένεια και τη ζωή του. Ο πατέρας του είχε συμμετάσχει στην επανάσταση και υπήρξε σωματοφύλακας του Τσε Γκεβάρα. Η δική του ιστορία είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, καθώς στα επτά του χρόνια βρέθηκε σκλάβος σε γαιοκτήμονα! Μετά από έντονη καθημερινή κακοποίηση και καταναγκαστική εργασία, στα 14 αποφάσισε να ενταχθεί στους αντάρτες του Κάστρο! Όταν η επανάσταση θριάμβευσε, την 1η Ιανουαρίου του 1959, ο πατέρας του ήταν ανάμεσα σε κείνους που πήραν τη γη του γαιοκτήμονα και την παραχώρησαν στον λαό! Ο Ερνέστο γεννήθηκε το 1972.
Ερνέστο Κούμπα, εργαζόμενος σε ξενοδοχείο της Αβάνας και γιος σωματοφύλακα του Τσε Γκεβάρα
«Αν με ρωτήσετε εάν υποστηρίζω την Επανάσταση, η απάντησή μου είναι ναι, προφανώς. Υποστηρίζω τη δωρεάν παιδεία και υγεία για όλους. Αλλά κάποια πράγματα πρέπει να αλλάξουν», λέει ο Ερνέστο Κούμπα, σε μέλη της ελληνικής μπριγάδας και της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης. Όπως τονίζει όμως, αλλαγές όχι προς την κατεύθυνση του καπιταλισμού.
Μια συζήτηση με μέλη της μπριγάδας
Για τον Ερνέστο, η σημερινή πραγματικότητα στην Κούβα είναι πολύ δύσκολη. «Η κατάσταση γενικά, εξαιτίας του εμπάργκο των ΗΠΑ, είναι αυτή τη στιγμή φρικτή – σχεδόν αφόρητη», λέει, ιδιαίτερα για όσους έχουν μικρά παιδιά. Ζει με την 85χρονη μητέρα του, την οποία φροντίζει και μιλά για μια καθημερινότητα χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, με μεγάλες δυσκολίες ακόμη και στο φαγητό, αφού χωρίς ψυγείο τα τρόφιμα χαλάνε γρήγορα. Αυτή την περίοδο, η ζωή κυλά σχεδόν καθημερινά μέσα στο σκοτάδι, με έως και 22 ώρες χωρίς ρεύμα. Ο διαθέσιμος τεχνολογικός εξοπλισμός είναι παλιός (κυρίως από την ΕΣΣΔ του ’60) και όταν κάτι χαλάσει τα ανταλλακτικά είναι δύσκολο έως αδύνατο να βρεθούν.
Ο Ερνέστο στηρίζει την επανάσταση, παρότι δεν τη βλέπει ως κάτι ακίνητο. «Αν με ρωτήσετε αν υποστηρίζω την Επανάσταση, η απάντησή μου είναι ναι, προφανώς», ξεκαθαρίζοντας ότι υπερασπίζεται όσα θεωρεί θετικά για την κουβανική κοινωνία, όπως η δωρεάν παιδεία και η δωρεάν υγειονομική περίθαλψη. Την ίδια στιγμή, όμως, επιμένει ότι «κάποια πράγματα πρέπει να αλλάξουν» και ότι υπάρχουν «ξεπερασμένες ιδέες που πρέπει να αλλάξουν». Αναφέρεται στον Μαρξ και τον Ένγκελς και στον «νόμο της άρνησης της άρνησης», όπως τον περιγράφει: να κρατάς τα θετικά στοιχεία από το παλιό και να πετάς τα υπόλοιπα.
Στέκεται στην προσπάθεια αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης. Η κυβέρνηση έχει αρχίσει να εγκαθιστά φωτοβολταϊκά, κάτι που θεωρεί αναγκαίο, αφού, όπως σημειώνει, στην Κούβα υπάρχει ήλιος σχεδόν όλο τον χρόνο. Αναρωτιέται, ωστόσο, γιατί αυτό δεν έγινε νωρίτερα, γνωρίζοντας ότι μια τέτοια αλλαγή χρειάζεται χρόνο. «Μπορεί να χρειαστεί ένας χρόνος και εμείς μπορεί να περάσουμε έναν χρόνο χωρίς ρεύμα», λέει, καθώς οι πολύωρες διακοπές έχουν ήδη γίνει μέρος της καθημερινότητας. Την ίδια στιγμή, αναγνωρίζει την προσπάθεια της κυβέρνησης, η οποία, όπως σημειώνει, διαθέτει κυριολεκτικά ελάχιστα μέσα. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι το πετρέλαιο. Στο διυλιστήριο απέναντι από την πόλη δεν βλέπει πλοία. Το τελευταίο, από τη Ρωσία, είχε φτάσει τέσσερις μήνες πριν. Το πετρέλαιο έπρεπε να μοιραστεί με προτεραιότητα: πρώτα τα νοσοκομεία και τα παιδιά, έπειτα οι δημόσιες συγκοινωνίες και ο στρατός και, τελευταίοι, οι υπόλοιποι. «Ό,τι ελάχιστο περισσέψει είναι για εμάς», εξηγεί.
Αυτό που φοβάται ο Ερνέστο είναι η αλλαγή στην οικονομική κατάσταση, αλλά και η πιθανή είσοδος ενός διαφορετικού αναπτυξιακού μοντέλου. «Αυτή τη στιγμή, για παράδειγμα, δεν πληρώνουμε ενοίκιο. Κανείς εδώ δεν πληρώνει ενοίκιο», λέει. Φοβάται ότι με την ιδιωτικοποίηση θα πρέπει να πληρώνουν για το σπίτι, την περίθαλψη και την εκπαίδευση. Και όταν η συζήτηση φτάνει στην Ελλάδα, όπου η παιδεία επίσης αντιμετωπίζει πιέσεις ιδιωτικοποίησης, η απάντησή του είναι άμεση: «Καλώς ήρθατε στον καπιταλισμό. Και συνεχίστε να παλεύετε ενάντια».
«Η κυβέρνηση των ΗΠΑ σχεδόν μας εξοντώνει με τον αποκλεισμό. Δεν θα τους παραδώσουμε τη γη μας»
Όσον αφορά, πιο συγκεκριμένα, τις οικονομικές κυρώσεις των ΗΠΑ, τις οποίες χαρακτηρίζει ασφυκτικές για τον κουβανικό λαό, λέει: «Η κυβέρνηση των ΗΠΑ σχεδόν μας εξοντώνει». Μιλά για τις νέες κυρώσεις που επιβλήθηκαν και για τις συνέπειές τους στην καθημερινή ζωή, ενώ επαναλαμβάνει ότι «το εμπάργκο πρέπει να τελειώσει». Αναφερόμενος στη σημερινή δωρεάν υγειονομική περίθαλψη και παιδεία, λέει πως «άμα έρθουν αυτοί, θα αρχίσουμε να πληρώνουμε», δείχνοντας την πιθανή είσοδο αμερικανικών συμφερόντων. Η διαφορά, όπως την περιγράφει, βρίσκεται και στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η ίδια η Κούβα: «Εσείς έρχεστε εδώ και λέτε: “Είναι πανέμορφα. Όταν επιστρέψουμε στην Ελλάδα, θα πούμε στην οικογένεια και στους φίλους μας να πάνε στην Κούβα”. Οι Αμερικανοί έρχονται εδώ και λένε: “Είναι πανέμορφα. Ας τα αγοράσουμε”».
Όταν τα μέλη της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης τον ρωτούν πώς μπορούν να βοηθήσουν οι άλλοι λαοί, η απάντησή του είναι συγκεκριμένη: να μεταφέρουν το μήνυμα στις χώρες τους, να μιλήσουν για όσα είδαν και να αναζητήσουν τρόπους στήριξης του κουβανικού λαού. «Ένας άνθρωπος μπορεί να κάνει τη διαφορά για χίλιους ανθρώπους»!
Ο Ερνέστο τονίζει πως «υπάρχει ελπίδα. Η Κούβα αποτελεί παράδειγμα για ολόκληρο τον πλανήτη. Είναι ένα μικρό νησί στην Καραϊβική που δεν έχει τίποτα, αλλά εμείς δεν τα παρατάμε, αδερφέ. Δεν παραδινόμαστε. Όλοι εδώ ξέρουν τι είναι ο καπιταλισμός. Αυτό που έχουμε λοιπόν εδώ δεν είναι τέλειο, όπως δεν είναι τέλεια καμία κοινωνία. Αλλά, ξέρετε, εδώ γεννηθήκαμε. Δεν μπορείς να παραδώσεις τη γη σου σε κάποιον άλλο, και ειδικά στην αμερικανική κυβέρνηση, δωρεάν: ‘’Ορίστε, πάρτε την’’. Όχι. Προτιμώ να δεχτώ βοήθεια από εσάς παρά από αυτούς. Καταλαβαίνετε τι εννοώ;»
Παρά τη δύσκολη καθημερινότητα, όμως, ο Ερνέστο δεν μιλά μόνο για τα εμπόδια. «Η Κούβα είναι μια όμορφη χώρα με υπέροχους ανθρώπους», λέει, ξεχωρίζοντας τον αμερικανικό λαό από την κυβέρνηση των ΗΠΑ και εξηγώντας ότι οι άνθρωποι που επισκέπτονται την Κούβα είναι καλοί και βοηθούν με όποιον τρόπο μπορούν. Για τον ίδιο, δύναμη είναι να ανοίγει τα μάτια του και να βλέπει τον όμορφο ουρανό, τον ήλιο να λάμπει και τις κόρες του να χαμογελούν. Αυτές, μαζί με την ανάγκη να στηρίξει την οικογένειά του, είναι ο λόγος που κάθε μέρα βγαίνει έξω και προσπαθεί να βρει έναν τρόπο να τα καταφέρει. Το καλοκαίρι, που τα παιδιά δεν έχουν σχολείο, περνούν μεγάλο μέρος του χρόνου στη θάλασσα, μόλις ένα τετράγωνο από το σπίτι τους.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν που κυκλοφόρησε στις 5-6 Σεπτεμβρίου 2026
