H νέα ταινία του Ρουμάνου σκηνοθέτη Κριστιάν Μουτζίου είναι η δεύτερη ταινία του καλοκαιριού (μετά την Οδύσσεια) που προκάλεσε και προκαλεί δικαίως μεγάλη συζήτηση. Βραβεύτηκε με τον Χρυσό Φοίνικα στο φετινό Φεστιβάλ των Καννών και είναι εμπνευσμένη από την πραγματική ιστορία της οικογένειας Μποτνάριου, η οποία το 2015 έγινε το κέντρο μιας πολύκροτης υπόθεσης που συντάραξε τη νορβηγική κοινωνία, προκάλεσε διεθνείς αντιδράσεις και έπαιξε ρόλο στην ανάπτυξη της ακροδεξιάς δημαγωγίας στη χώρα. Το γεγονός ήταν ότι η κρατική υπηρεσία πρόνοιας απομάκρυνε από τους γονείς τους τα πέντε ανήλικα παιδιά τους έπειτα από καταγγελίες εκπαιδευτικού για κακοποίηση. Οπωσδήποτε, το πολύ ευαίσθητο ζήτημα των παιδιών και της σχέσης ιδιωτικότητας και κοινωνικού συνόλου, γονεϊκότητας, οικογένειας και κράτους είναι πολύ σοβαρά ζητήματα να χειριστεί κανείς και όχι μόνο κινηματογραφικά.
Μιχάλης Παπαμακάριος
Από την πλειοψηφία των κριτικών στην Ελλάδα η ταινία αντιμετωπίστηκε, όσον αφορά το νόημά της, σαν μια φωνή ενάντια στους εκατέρωθεν φανατισμούς και απολυτότητες, του κράτους και μάλιστα ενός σκανδιναβικού κράτους πρόνοιας από τη μια και μιας βαθιά θρησκευόμενης οικογένειας από την άλλη που δεν επιτρέπει στα παιδιά της να έχουν κινητό, να βλέπουν ΥouΤube κ.λπ. Ο σκηνοθέτης δε υποστηρίζει ότι η ταινία δεν παίρνει θέση και αυτό που θέλει είναι να δείξει τα προβλήματα που γεννιούνται στον σύγχρονο κόσμο.
Στην πράξη αυτό που βλέπει ο θεατής είναι μια καλοστημένη κινηματογραφική μεταφορά της πολιτικής αντιπαράθεσης που διεξάγεται στις λεγόμενες δυτικές κοινωνίες μεταξύ του φιλελευθερισμού και του «δικαιωματισμού» και των «παραδοσιακών αξιών» και, για να το πούμε με το πολιτικό τους όνομα, μεταξύ του κυρίως λεγόμενου «δημοκρατικού Κέντρου» και της Ακροδεξιάς. Από αυτή την άποψη και ανεξαρτήτως προθέσεων, το Φιόρδ είναι μια βαθιά πολιτική ταινία.
Έτσι το Φιόρδ αντιμετωπίζει το εξαιρετικά ευαίσθητο θέμα των παιδιών και των δικαιωμάτων τους απέναντι τόσο στο κράτος όσο και στους ίδιους τους γονείς με όρους «Woke – αντί Woke ατζέντας». Γιατί, όπως υπονοεί η ταινία, το θέμα δεν είναι αν τα παιδιά κακοποιήθηκαν ή όχι αλλά το ότι η «πολιτισμική ιδιαιτερότητα» της θρησκευόμενης οικογένειας καθιστά το αλαζονικό και «ανώτερο» νορβηγικό κράτος να θεωρεί περίπου βέβαιο ότι τέτοιου είδους άνθρωποι δεν μπορεί παρά να κακοποιούν τα παιδιά τους λόγω της ιδεοληψίας τους.
Είμαστε οι τελευταίοι που θα υποστηρίξουμε το αστικό κράτος ακόμη και στη μορφή που μεταπολεμικά απέκτησε σε ορισμένες χώρες της ανεπτυγμένης καπιταλιστικής Ευρώπης και οπωσδήποτε θεωρούμε ότι πλευρές που θέτει η ταινία είναι υπαρκτές και χρήζουν επισήμανσης και κριτικής.
Ανεξαρτήτως προθέσεων, το Φιόρδ είναι μια βαθιά πολιτική ταινία.
Από ποια όμως πλευρά γίνεται η κριτική αυτή; Το έργο παίρνει θέση και πολύ συγκεκριμένη. Ο τρόπος της κινηματογραφικής αφήγησης είναι χειριστικός και έχει σκοπό να προκαλέσει στον θεατή θετικά συναισθήματα υπέρ των γονιών και αρνητικά έως και αγανάκτηση ενάντια στους υπαλλήλους της κρατικής πρόνοιας, οι οποίοι, όπως μας πληροφορεί μάλιστα ένας διπλωματικός υπάλληλος της ρουμανικής πρεσβείας, πληρώνονται και μάλλον «στήνουν» υποθέσεις για να δικαιολογούν το μισθό τους. Ο ίδιος δε μας λέει ότι η κατάχρηση εξουσίας θυμίζει κομμουνισμό (για να μην ξεχνιόμαστε).
Η κινηματογραφική κάμερα γίνεται «εργαλείο» τοποθέτησης καθώς τα γεγονότα είναι ένα το κρατούμενο αλλά το πώς επιλέγεις να αφηγηθείς μια ιστορία είναι και αυτό που τελικά τη χαρακτηρίζει. Έτσι τα πλάνα μέσα στην υπηρεσία πρόνοιας αναβλύζουν δημοσιοϋπαλληλική ψυχρότητα ενώ στο σπίτι της θρησκευόμενης οικογένειας θαλπωρή και ζεστασιά. Το ίδιο το άγριο και παγωμένο τοπίο του νορβηγικού φιόρδ συνδέεται με την παγερή αδιαφορία των χωρίς συναισθήματα υπαλλήλων, είναι χαρακτηριστική δε η σκηνή κατά την οποία η εκπαιδευτικός και η υπεύθυνη της πρόνοιας ενημερώνουν για τη διαδικασία τη μητέρα όπου η νορβηγική σημαία, όλως τυχαίως λόγω του αέρα, καταλαμβάνει όλη την επιφάνεια στο παράθυρο του σπιτιού της οικογένειας…
Και αν έχεις διατηρήσει αμφιβολίες, έρχεται το φινάλε να δώσει την απάντησή του, παρά τα προσχήματα του ξεσπάσματος της κόρης ενάντια στο πάτερα. Η πίστη, ο θεός και η αγάπη σώζουν σε ένα στερεοτυπικό (και δανεικό από τον Λανς φορ Τρίερ) φινάλε.
Το έργο αξίζει να το δει κανείς για να κατανοήσει την αναπτυσσόμενη ηγεμονία της Ακροδεξιάς, της οποίας οι ιδέες επιδρούν πλέον σε ευρύτερα κομμάτια από αυτά της πολιτικής της απεύθυνσης. Γιατί και το Φιόρδ τελικά, απέναντι στην αποτυχία και τον απανθρωπισμό του σημερινού καπιταλισμού, μας προτείνει την επιστροφή στην «ασφάλεια» και την «ανθρωπιά» των «παραδοσιακών αξιών». Στην εποχή μας όμως το ζητούμενο είναι να σπάσουμε τα στενά όρια των «Φιόρδ» και να βγούμε στην ανοιχτή θάλασσα της ελευθερίας. Να κοιτάξουμε μπροστά και όχι πίσω.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ που κυκλοφόρησε 5-6 Σεπτεμβρίου
