Εξαίρεση στη γενική τάση αποτέλεσε η επιτυχία της Αριστεράς στο Βερολίνο, η οποία βασίστηκε στην επιλογή της να θέσει στην πρώτη γραμμή το κοινωνικό ζήτημα. Η γραμμή της, το κυβερνητικό παρελθόν της και οι αναγκαίες συμμαχίες, ωστόσο, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια υλοποίησης ριζοσπαστικών μέτρων, όπως στη στέγαση.
Γιώργος Παυλόπουλος
Η Γερμανία βιώνει ένα «σμήνος» πολιτικών σεισμών, που πιθανότατα θα συνεχιστούν μέχρι τις επόμενες βουλευτικές εκλογές, την άνοιξη του 2029 – αν και ουδείς στοιχηματίζει ότι η κυβέρνηση του Μερτς θα αντέξει μέχρι τότε. Οι αναμετρήσεις στα διάφορα κρατίδια, άλλωστε, σε συνδυασμό με τις δημοσκοπήσεις, δείχνουν ξεκάθαρα ότι τα δύο παραδοσιακά κόμματα της γερμανικής αστικής τάξης, Χριστιανοδημοκράτες (CDU) και Σοσιαλδημοκράτες (SPD), αποτελούν πλέον μειοψηφία στην κοινωνία. Πρακτικά δε, η συρρίκνωση της επιρροής τους έχει λάβει χαρακτηριστικά ελεύθερης πτώσης, καθώς ολοένα περισσότεροι Γερμανοί αναζητούν λιγότερο δοκιμασμένες και «ασφαλείς» πολιτικές λύσεις.
Στο μεγάλο «κάδρο», μεγάλος κερδισμένος των εξελίξεων αναδεικνύεται, αναμφίβολα, η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), κάτι που επιβεβαίωσε και στη διπλή αναμέτρηση της περασμένης Κυριακής, στο Μεκλεμβούργο-Δυτ. Πομερανία και το Βερολίνο. Στο πρώτο – όπου η CDU του Μερτς ταπεινώθηκε μένοντας εκτός βουλής, αφού δεν έπιασε καν το όριο του 5% – υπερδιπλασίασε το ποσοστό που είχε λάβει το 2021, ξεπερνώντας το 38% και αποδεικνύοντας ότι το 44% που είχε συγκεντρώσει στις 6 Σεπτεμβρίου στη Σαξονία-Άνχαλτ δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Επιτυχία πρέπει να θεωρηθεί η επίδοσή της και στο Βερολίνο, όπου εκτινάχθηκε από το 9% στο 16% και βρέθηκε στην τρίτη θέση. Σε μια «πίστα» εξαιρετικά δύσκολη, μάλιστα, καθώς στην πρωτεύουσα είναι συγκεντρωμένο μεγάλο μέρος της γερμανικής πολιτικής ελίτ, που εξακολουθεί να μην αποδέχεται την Ακροδεξιά ως μέρος του συστήματος εξουσίας, έστω κι αν αυτή διατηρεί σαφές προβάδισμα σε πανεθνικό επίπεδο.
Το σημαντικότερο εμπόδιο για την AfD στο Βερολίνο, βεβαίως, αποδείχθηκε η ιδιαιτέρως μεγάλη η επιρροή του κόμματος της Αριστεράς που (σε αντίθεση με άλλα κρατίδια) κατάφερε να απορροφήσει μεγάλο μέρος της κοινωνικής διαμαρτυρίας και της «αντισυστημικής» ψήφου. Το αποτέλεσμα ήταν να αναδειχθεί πρώτο με 26%, διπλασιάζοντας επίσης τη δύναμή του σε σύγκριση με την προηγούμενη αναμέτρηση του 2023. Πρόκειται για μια διόλου τυχαία εξέλιξη, καθώς η Αριστερά και η υποψήφιά της, η τουρκικής καταγωγής Ελίφ Εράλπ, επέλεξαν να στοχεύσουν στην «καρδιά» του κοινωνικού προβλήματος και δικαιώθηκαν, τουλάχιστον εκλογικά.
Αντί λοιπόν να θέσουν στο επίκεντρο της εκστρατείας τους τη ανάγκη συγκρότησης ενός «δημοκρατικού μετώπου» κατά της Ακροδεξιάς – εργαλείο που αποδεικνύεται (όχι μόνο στη Γερμανία, φυσικά) ότι συγκινεί ολοένα λιγότερους – πρόβαλαν με έμφαση το ζήτημα της στέγης, που «καίει» εκατομμύρια κατοίκους. Έτσι, η πρόταση για εθνικοποίηση άνω των 220.000 κατοικιών που βρίσκονται στον έλεγχο ιδιωτικών εταιρειών και funds, σε συνδυασμό με τα πλαφόν σε ενοίκια και τιμές πώλησης, μετατράπηκε σε πόλο έλξης ψηφοφόρων από όλα τα άλλα κόμματα και τους αναποφάσιστους.
Αυτό ήταν, ουσιαστικά, το «μυστικό» της επιτυχίας, που οδηγεί στη διεκδίκηση με αξιώσεις της ηγεσίας της επόμενης τοπικής κυβέρνησης από την Αριστερά, προκαλώντας συναγερμό στο παραδοσιακό σύστημα εξουσίας και μεγάλο μέρος των ΜΜΕ, που έχουν ξεκινήσει συστηματική επίθεση εναντίον της. Προβάλλοντας, ανάμεσα στα άλλα, την παρουσία στους πανηγυρισμούς για την εκλογική νίκη ενός κορυφαίου στελέχους του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PFLP), το οποίο χαρακτηρίζουν τρομοκρατική οργάνωση, καθώς και τη δήθεν σχέση του με εγκληματίες του υποκόσμου.
Ωστόσο, παρά τις διθυραμβικές αναλύσεις από τους θιασώτες της «κυβερνώσας αριστεράς», η επόμενη μέρα θα είναι διαφορετική από εκείνη που αναμένουν ή ελπίζουν. Από τη μία, διότι η Εράλπ θα αναγκαστεί πιθανότατα να συγκυβερνήσει με το SPD και τους Πράσινους, με συνέπεια χρειάζεται τη συναίνεσή τους για την υλοποίηση των εξαγγελιών της, κάτι που θεωρείται δύσκολο ως απίθανο (ειδικά για το SPD). Από την άλλη, επειδή θα πρέπει να έχει κανείς πολύ «κοντή» μνήμη για να ξεχάσει ότι η Αριστερά υπήρξε «υπεύθυνη εταίρος» σε προηγούμενες κυβερνήσεις του Βερολίνου, συναινώντας ή επιδεικνύοντας ανοχή και στο ξεπούλημα των κατοικιών στα αρπακτικά των επενδυτικών κεφαλαίων, όπως και σε άλλα αντιλαϊκά μέτρα.
Σε κάθε περίπτωση, όλα δείχνουν πως η αντιδραστική (παρά την εξαίρεση του Βερολίνου) αναμόρφωση του πολιτικού σκηνικού επιταχύνεται, στο φόντο του ξεθωριάσματος της εικόνας της παντοδύναμης οικονομικά Γερμανίας και του άγριου διεθνούς ανταγωνισμού, των χιλιάδων απολύσεων σε κλάδους-σύμβολα όπως οι αυτοκινητοβιομηχανίες, των μεταρρυθμίσεων σε ασφαλιστικό και κοινωνικό κράτος, της πολεμικής απειλής. Κι αυτό, προφανώς, θα επιδράσει συνολικά στην ΕΕ, της οποίας η Γερμανία παραμένει ηγεμονική δύναμη.
Δημοσιεύτηκε στο Πριν που κυκλοφόρησε στις 26-27 Σεπτεμβρίου 2026
