Η κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ παρουσιάζεται συχνά ως ευρωπαϊκό υπόδειγμα «προοδευτικής» διαχείρισης, ικανό να αναχαιτίσει την ακροδεξιά χωρίς να διαταράξει την υποτιθέμενη κοινωνική και θεσμική σταθερότητα. Η ισπανική πραγματικότητα, όμως, αμφισβητεί ολοένα περισσότερο αυτή την αφήγηση. Ορισμένες κοινωνικές διευκολύνσεις, κάποιες αυξήσεις στους μισθούς και μια μικρή δόση κοινωνικής πολιτικής δεν κατάφεραν να ανατρέψουν τη στεγαστική κρίση, την επισφάλεια και την ακρίβεια που πιέζουν τα λαϊκά στρώματα, ενώ την ίδια στιγμή η στρατιωτικοποίηση και η εμπλοκή στους ευρωατλαντικούς σχεδιασμούς εντείνονται. Είναι αλήθεια πως η λογική του «μικρότερου κακού» μπορεί να εμποδίσει προσωρινά μια κυβερνητική νίκη της ακροδεξιάς, δεν ανατρέπει όμως τις κοινωνικές αιτίες που την ενισχύουν. Επιπλέον απέναντι στη γενοκτονία του παλαιστινιακού λαού, οι κυβερνητικές διακηρύξεις περί ειρήνης συνυπήρξαν με τη συνέχιση σχέσεων και συνεργασιών με το Ισραήλ, γεγονός που προκάλεσε έντονη κοινωνική και πολιτική κριτική από τα προοδευτικά και χειραφετημένα λαϊκά στρωματά.
Μαρίνα Γρηγοριάδη
Η κυβέρνηση Σάντσεθ καταγγέλλει την ξενοφοβία του Vox, αλλά την ίδια στιγμή υπηρετεί με κάθε μέσο την Ευρώπη-φρούριο και υμνεί το μαροκινό καθεστώς, το οποίο είναι ο πιο ισχυρός σύμμαχος του Ισραήλ στη περιοχή.
Η Ανδαλουσία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της φθοράς. Για δεκαετίες υπήρξε εκλογικό προπύργιο του PSOE (της τωρινής δηλαδή κυβέρνησης), αλλά η μακρόχρονη σοσιαλδημοκρατική κυριαρχία δεν κατάφερε, όπως ήταν αναμενόμενο, να αλλάξει τις δομές που παράγουν φτώχεια και ανισότητα σε μια περιοχή όπου οι χαμηλοί μισθοί, η ανεργία, η εποχική εργασία και η τουριστικοποίηση έχουν γίνει κανονικότητα. Η εκλογή της δεξιάς τα τελευταία χρόνια σε αυτές τις περιοχές δεν σημαίνει ότι ο πληθυσμός «συντηρητικοποιήθηκε» ξαφνικά, εκφράζει όμως τη φθορά ενός μοντέλου που διαχειρίστηκε τις ανισότητες χωρίς να τις αμφισβητήσει το σύστημα που τις γεννά.
Το Λαϊκό Κόμμα (PP) κυριαρχεί σήμερα στον Νότο, ενώ το ακροδεξιό Vox εξακολουθεί να μετατοπίζει την πολιτική ατζέντα προς όφελός του. Η σχέση τους, όπως γίνεται εμφανές με κάθε τρόπο, δεν είναι μόνο εκλογική καθώς το PP υιοθετεί όλο και συχνότερα επιχειρήματα της ακροδεξιάς ατζέντας, από την αντιμεταναστευτική ρητορική μέχρι την επίθεση στη ιστορική μνήμη και στα κοινωνικά δικαιώματα. Το Vox, από την πλευρά του, προτείνει μια αυταρχική ανασυγκρότηση του κράτους, επενδύοντας στον εθνικισμό, στον αντικομμουνισμό, στον ρατσισμό και στην ιδέα της «εθνικής προτεραιότητας» ακόμα και στις κοινωνικές παροχές.
Σε αυτό το φόντο, στις 30 και 31 Ιουλίου, πάνω από 72.000 άνθρωποι επιχείρησαν ή κατάφεραν να περάσουν από το Μαρόκο στον ισπανικό θύλακα της βόρειας Αφρικής, την Θέουτα. Πάνω από 100 εξ’ αυτών, κυρίως νέοι, έχασαν την ζωή τους, δεκάδες πνίγηκαν ή ποδοπατήθηκαν. Εβδομάδες αργότερα, οι πρώτοι νεκροί θάφτηκαν στο μουσουλμανικό νεκροταφείο της Θέουτα με αριθμούς αντί για ονόματα, καθώς οι περισσότεροι παρέμεναν αγνώστων στοιχείων, άνθρωποι που ήδη στη ζωή τους θεωρούνται πλεονάζοντες για το σύστημα. Άνθρωποι στα αζήτητα, που γίνονται αριθμοί ακόμη και στον θάνατο.
Η ακροδεξιά δεν έχασε την ευκαιρία να χαρακτηρίσει αμέσως τα γεγονότα της Θέουτα ως «επικίνδυνη εισβολή». Το Vox, συγκεκριμένα, απαίτησε μόνιμη στρατιωτική παρουσία στα σύνορα, αλλά και μαζικές απελάσεις, με αισχρή φρασεολογία για τους ξεριζωμένους, καταδεικνύοντας τους ως κίνδυνο για την πατρίδα και κρύβοντας επιμελώς τις κοινωνικές και πολιτικές αιτίες που γεννούν τη εξαθλίωση. Αν όμως αυτό είναι αναμενόμενο, υπάρχει ένα ακόμη σημείο στο οποίο οφείλουμε να σταθούμε – το γεγονός ότι και η κυβέρνηση Σάντσεθ αποδέχθηκε τελικά τον πυρήνα αυτής της λογικής: χιλιάδες αστυνομικοί και στρατιώτες στάλθηκαν στα σύνορα, ενώ η υπουργός Άμυνας, Μαργαρίτα Ρόμπλες, μίλησε για επίθεση ενάντια στην εδαφική ακεραιότητα της Ισπανίας.
Τα ερωτήματα είναι πολλά και οι θεωρίες – συνωμοσίας και μη – πληθαίνουν μέρα με την μέρα. Αλήθεια, όμως, τι είναι αυτό που κάνει έναν νέο άνθρωπο να θεωρεί ασφαλέστερο να πέσει στη θάλασσα, να περάσει έναν φράχτη ή να ρισκάρει τον θάνατό του από το να παραμείνει εκεί που βρίσκεται ζωή του και η οικογένεια του; Η απάντηση δεν είναι απλή, σίγουρα όμως δεν μπορούμε να βγάλουμε από την εξίσωση την Ευρωπαϊκή Ένωση που κόπτεται για την ελεύθερη κίνηση του κεφαλαίου και των επενδύσεων, αλλά υψώνει φράχτες απέναντι στους ανθρώπους που η ίδια παγκόσμια οικονομία ξεριζώνει.
Με έναν τρόπο, λοιπόν, γίνεται ξανά σαφές και το όριο της «προοδευτικής» διαχείρισης. Στη περίπτωση της κυβέρνησης Σάντσεθ, δεν αρκεί να καταγγέλλεται η ξενοφοβία του Vox και την ίδια στιγμή να υπηρετείται με κάθε μέσο η Ευρώπη-φρούριο και η συνεργασία με το μαροκινό καθεστώς το οποίο, εκτός των άλλων, είναι και ο πιο ισχυρός σύμμαχος του Ισραήλ στη περιοχή. Όπως και στην Παλαιστίνη, οι προοδευτικές διακηρύξεις προσκρούουν στα όρια των συμμαχιών, των κρατικών συμφερόντων και της ευρωατλαντικής στρατηγικής.
Όσο οι ζωές των φτωχών αντιμετωπίζονται ως αναλώσιμες και οι αιτίες που γεννούν τον ξεριζωμό παραμένουν άθικτες, νέες Θέουτες θα επαναλαμβάνονται. Απέναντι στον ρατσισμό, στην εκμετάλλευση και στην κρατική καταστολή, η διέξοδος βρίσκεται στην κοινή οργάνωση ντόπιων και μεταναστών εργαζομένων, στην αλληλεγγύη και στον διεθνισμό. Γιατί όταν τα κράτη μετρούν ζωές ως αριθμούς και τα σύνορα γίνονται νεκροταφεία, το «μόνο ο λαός σώζει τον λαό» ηχεί σαν πιο επίκαιρο από ποτέ.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ που κυκλοφόρησε 5-6 Σεπτεμβρίου
