Την «επιστροφή στις ρίζες» προαναγγέλει η Μελόνι, ενόψει των βουλευτικών εκλογών του 2027, επιδιώκοντας να εφαρμόσει πάλι τη συνταγή η οποία έδωσε το 2022 τη νίκη στην ίδια και το κόμμα της, Αδέλφια της Ιταλίας. Αυτό σημαίνει, πρακτικά, πως θα επιδιώξει να θυμίσει στους ψηφοφόρους ότι η ακροδεξιά της φύση και ατζέντα δεν έχουν αλλοιωθεί και θα αποτελέσουν τον «οδηγό» της.
Προκειμένου δε να πείσει για τις προθέσεις της, προχωρά ήδη σε σειρά μέτρων: εκτός της μηδενικής ανοχής και της καταστολής απέναντι σε πρόσφυγες-μετανάστες και της επιτάχυνσης της λειτουργίας των «στρατοπέδων συγκέντρωσης» σε χώρες εκτός ΕΕ (την οποία προωθεί χέρι-χέρι με τον Μητσοτάκη), την επιβολή «πλαφόν» όσον αφορά στο ποσοστό των αλλοδαπών μαθητών που μπορούν να ανήκουν σε μια σχολική τάξη. Παράλληλα δε και προκειμένου να πείσει ότι είναι στο πλευρό των Ιταλών που ζορίζονται οικονομικά, προχώρησε και σε κατάργηση των τελών κυκλοφορίας για την πλειοψηφία των οχημάτων ιδιωτικής χρήσης.
Η αλήθεια, ωστόσο, είναι πως υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά μετά από πέντε χρόνια διακυβέρνησης: η Μελόνι δεν μπορεί πλέον να επικαλεστεί την «αντισυστημικότητά» της, ούτε να «πουλήσει» την πρόθεσή της να τα σπάσει με τις Βρυξέλλες για να υπερασπιστεί τα εθνικά συμφέροντα της χώρας της, καθώς έχει αποδειχθεί ένας αξιόπιστος εταίρος όλων αυτών που μέχρι τότε κατηγορούσε. Πρακτικά, έχει πέσει στην «παγίδα» από την οποία κινδυνεύουν όλα τα όμορα κόμματα της Ευρώπης από τη στιγμή που υφίστανται τα επώδυνα αποκαλυπτήρια της κυβερνητικής εξουσίας.
Σε αυτό το φόντο, οι βασικοί σύμμαχοί της είναι δύο: Αφενός, η αφερεγγυότητα που εξακολουθεί να συνοδεύει τους Δημοκρατικούς και, αφετέρου, η εμπιστοσύνη την οποία έχει κερδίσει η νυν πρωθυπουργός από σημαντικά τμήματα του κεφαλαίου και της αστικής τάξης της Ιταλίας.
Δημοσιεύτηκε στο Πριν που κυκλοφόρησε στις 26-27 Σεπτεμβρίου 2026
