Οι αλλεπάλληλες νίκες των Χούθι δείχνουν ότι η λαϊκή βάση, το αίσθημα μιας δίκαιης υπόθεσης ανεξαρτησίας, η αλληλεγγύη προς τους καταπιεσμένους λαούς, είναι ακόμα ισχυροί παράγοντες στους πολέμους, ακόμα και στη σύγχρονη εποχή.
Παναγιώτης Ξοπλίδης
Οι εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων στη Μέση Ανατολή είχαν ως επίκεντρο την Υεμένη, την προέλαση των Χούθι και την κατάληψη λιμανιών και νησιών στην Ερυθρά Θάλασσα που τους δίνει τον στρατηγικό έλεγχο του κρίσιμου στενού Μπαμπ-ελ-Μαντέμπ. Παράλληλα, εξαπέλυσαν πυραύλους και drones εναντίον περιοχών της Σαουδικής Αραβίας, σε ενεργειακές εγκαταστάσεις, αγωγούς, ακόμα και στο αεροδρόμιο του Ριάντ.
Η ταχύτατη προέλαση και οι δυνατότητες επίθεσης εναντίον της πλουσιότερης και θεωρητικά ισχυρότερης χώρας της αραβικής χερσονήσου, προκάλεσε έκπληξη. Ωστόσο, η ισχύς των Χούθι δεν εξηγείται μόνο με στρατιωτικούς όρους, ούτε κυρίως μέσα στο πλαίσιο της ευρύτερης γεωπολιτικής σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Κι αυτό διότι αποτελούν την ιστορική συνέχεια μιας πολιτικής παράδοσης σε αντιπαράθεση με την επιρροή της Σαουδικής Αραβίας και της αποικιοκρατικής/ιμπεριαλιστικής Δύσης. Εκφράζουν πολιτικά, θρησκευτικά και στρατιωτικά μια ισχυρή εθνικοθρησκευτική ταυτότητα που διαμορφώθηκε σε σύγκρουση με τον ισχυρό γείτονα και τους προστάτες του. Δεν πρόκειται για ένα «αντάρτικο», όπως περιγράφεται συνήθως από τα διεθνή και ελληνικά ΜΜΕ, αλλά για ένα καθεστώς που έχει συγκροτήσει μια κραταιά διακυβέρνηση στη βόρεια Υεμένη με ευρεία λαϊκή στήριξη.
Η σχέση τους με το σιιτικό Ιράν δεν είναι θρησκευτική. Ως κίνημα, οι Χούθι έχουν ωστόσο κοινή πορεία με την επίδραση και την εξέλιξη της Ιρανικής Επανάστασης, εκφράζοντας την θρησκευτική εκδοχή της αντιπαράθεσης με την καπιταλιστική Δύση, όταν κατέρρευσε η ΕΣΣΔ, τα καθεστώτα του «αραβικού σοσιαλισμού», αλλά και τα μαρξιστικά αντάρτικα. Το Ιράν δεν δημιούργησε τους Χούθι, ούτε αυτοί είναι μαριονέτα του. Υπήρχαν ως γηγενές υεμενίτικο κίνημα πριν αποκτήσουν τη σημερινή σχέση με την Τεχεράνη, η οποία σταδιακά έγινε ο σημαντικότερος εξωτερικός υποστηρικτής τους με παροχή όπλων, τεχνογνωσίας, εκπαίδευσης.
Αντίθετα, αυτό που παρουσιάζεται ως «νόμιμη κυβέρνηση» είναι ένα συνονθύλευμα φατριών που στηρίζονται απόλυτα στην Σ. Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Οι διαφορετικές επιδιώξεις των πετρομοναρχιών προκάλεσαν, μάλιστα, εμφύλια σύγκρουση στο Νότο, η οποία αποδυνάμωσε ακόμα περισσότερο την σαθρή στρατιωτική του υποδομή. Ενώ εξελίσσονταν η γενοκτονία στη Γάζα, οι Χούθι στον Βορρά ήταν η μόνη αραβική κυβέρνηση που βοήθησε έμπρακτα τον παλαιστινιακό λαό, ενώ οι αντίπαλες φατρίες συγκρούονταν υπό τις εντολές των προστατών τους. Στα εδάφη του Νότου υπάρχουν και πυρήνες της Αλ-Κάιντα και του ISIS, λειτουργώντας επίσης ως υποχείρια των αντίπαλων στρατιωτικών οργανώσεων, υπό την πλήρη ανοχή της Ριάντ, ΗΑΕ και Δύσης.
Η στρατιωτική γύμνια της Σ. Αραβίας είναι αποκαλυπτική και της αδυναμίας των χωρών που βασίζονται στην «προστασία”. Τα υπερσύγχρονα όπλα της πάμπλουτης μοναρχίας είναι συνήθως προϊόν συμφωνιών εξαγοράς από τις ΗΠΑ και ευρωπαϊκές χώρες ως αντάλλαγμα ενεργειακών συνεργασιών. Τα πανάκριβα αεροσκάφη είναι όμως άχρηστα σε συνθήκες πολέμου όπως αυτός της Υεμένης. Οι πιλότοι εκπαιδεύτηκαν σε συνθήκες «θερμοκηπίου» στις ΗΠΑ, ενώ οι περισσότεροι στρατιώτες είναι πρακτικά μισθοφόροι.
Οι επιτυχίες των Χούθι δημιουργούν συνολικά νέες ισορροπίες στη Μέση Ανατολή, καθώς το Ιράν και οι σύμμαχοι του έχουν πλέον δυνητικά μοχλούς πίεσης στα θαλάσσια περάσματα Περσικού και Ερυθράς. Η λειτουργία του βασικού σαουδαραβικού αγωγού Ανατολής-Δύσης που συνδέει αντίστοιχα λιμάνια της χώρας παρακάμπτοντας τα Στενά του Ορμούζ, είχε διακοπεί μετά από επιθέσεις, ενώ στη συνέχεια επανεκκινήθηκε με μειωμένη δυνατότητα εξαγωγών.
Σημειώνεται πως οι Χούθι έχουν αποφύγει να ανοίξουν μέτωπο εναντίον αμερικανικών πλοίων, έχοντας επικεντρωθεί μόνο στη Σ. Αραβία. Το Ριάντ έχει ζητήσει βοήθεια από τις ΗΠΑ, αλλά η Ουάσιγκτον μέχρι στιγμής εμφανίζεται απρόθυμη. Όσο για το πολυδιαφημισμένο «Σύμφωνο της Μέκκας» έμεινε επίσης στα χαρτιά, καθώς Τουρκία και Πακιστάν προχώρησαν μόνο σε εκδηλώσεις «συμπάθειας». Αντίθετα, πιο πρόθυμες για την παροχή βοήθειας στέκονται Αίγυπτος και Ευρώπη. Η Βρετανία, μάλιστα, συμφώνησε να παρέχει εναέριο ανεφοδιασμό στα σαουδαραβικά μαχητικά, ενώ η Γαλλία την παροχή προστασίας ενεργειακών υποδομών. Ιταλία και Ελλάδα, από την πλευρά τους, εμφανίζονται έτοιμες να παρέχουν ναυτική βοήθεια στην Ερυθρά Θάλασσα.
Παράλληλα με την κλιμάκωση, πάντως, το Ιράν αφήνει ανοιχτό δρόμο για διαπραγμάτευση με τις ΗΠΑ, παρά τις απειλές του Τραμπ ότι θα το «εξαφανίσει».
Η παρουσία των προέδρων τους στη γενική συνέλευση του ΟΗΕ, στη Νέα Υόρκη, αποτέλεσε ευκαιρία για επανέναρξη των διπλωματικών επαφών, σε έναν κόσμο που είναι πολύ πιο σύνθετος από τις απλουστευτικές γεωπολιτικές αναλύσεις.
Χούθι: Ένα κίνημα με ρίζες και μακρά παράδοση
Οι Χούθι (Ανσάρ Αλλάχ/Υποστηρικτές του Θεού) είναι ένα θρησκευτικό-πολιτικό κίνημα που προέρχεται από τον σιιτικό κλάδο. Είναι μια ιδιαίτερη εκδοχή του Ισλάμ, με διαφορές ωστόσο από τον ιρανικό σιιτισμό. Πρόκειται για γηγενή θρησκευτική παράδοση της Υεμένης, που διαφύλαξε για αιώνες την ξεχωριστή της ταυτότητα σε μια αραβική περιοχή με ιδιαίτερη ιστορία και πολιτισμό. Για περίπου χίλια χρόνια, μέχρι το 1962, μεγάλα τμήματα της βόρειας Υεμένης κυβερνούνταν από Ζαΐντες ιμάμηδες με αυτονομία εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η επανάσταση του 1962 ανέτρεψε το καθεστώς και ακολούθησε εμφύλιος πόλεμο ανάμεσα στους δημοκρατικούς, που υποστηρίζονταν κυρίως από την Αίγυπτο του Νάσερ, και τους βασιλικούς που υποστηρίζονταν από τη Σαουδική Αραβία. Οι πρώτοι νίκησαν και δημιουργήθηκε το κράτος της Βόρειας Υεμένης.
Η Νότια Υεμένη ήταν ένα δημιούργημα της βρετανικής αποικιοκρατίας για τον έλεγχο της Ερυθράς Θάλασσας. Το 1967 οι Βρετανοί αποχώρησαν, υπό την απειλή μαρξιστικού αντάρτικου. Το 1970 ο Νότος έγινε Λαϊκή Δημοκρατία και τον Μάιο του 1990 τα δύο κράτη ενώθηκαν, ως Δημοκρατία της Υεμένης.
Ωστόσο, ο εσωτερικός διχασμός παρέμεινε ισχυρός και το 1994 ξέσπασε εμφύλιος, με αποτυχημένη απόπειρα απόσχισης του Νότου. Αυτή την περίοδο εμφανίστηκαν στη βόρεια ορεινή Υεμένη οι Χούθι, που εξέφρασαν πολιτικά την δυσαρέσκεια για την διεφθαρμένη κυβέρνηση, την περιθωριοποίηση του Βορρά, την αμερικανική και σαουδαραβική επιρροή.
Ακολούθησαν, μεταξύ 2004-’10, έξι απόπειρες στρατιωτικής καταστολής των Χούθι. Το 2011, στο πλαίσιο της Αραβικής Άνοιξης, μαζικές διαδηλώσεις ξέσπασαν εναντίον της κυβέρνησης και ακολούθησε μεταβατική πολιτική διαδικασία, με συμμετοχή και των Χούθι. Η αύξηση στις τιμές των καυσίμων προκάλεσε κύμα λαϊκής δυσαρέσκειας, που εκδηλώθηκε με νέο γύρο μαζικών κινητοποιήσεων. Οι Χούθι κινήθηκαν στρατιωτικά προς την πρωτεύουσα Σαναά και την κατέλαβαν, όπως και το ένα τρίτο της χώρας, στο τμήμα όμως που βρίσκονται τα τρία τέταρτα του πληθυσμού.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν που κυκλοφόρησε στις 26-27 Σεπτεμβρίου 2026
