Με την πρώτη ματιά, η έντονη δημόσια αντιπαράθεση που έχει εκδηλωθεί τις τελευταίες ημέρες αναφορικά με το μέλλον της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) και την ανάγκη ή μη ελέγχου της μπορεί να χαρακτηριστεί παράδοξη.
Όχι άδικα, καθώς μοιάζει να αναιρεί έναν από τους βασικούς κανόνες του καπιταλισμού, που θέλει τα κράτη και τις κυβερνήσεις να παίζουν τον ρόλο του «στρατηγού» και να καθορίζουν το γενικό πλαίσιο του παιχνιδιού, την ίδια στιγμή που το κεφάλαιο προσπαθεί να παραβιάσει όλα τα όρια και τα σύνορα που το περιορίζουν, επιδιώκοντας να διευρύνει το ποσοστό κέρδους του και τις «δεξαμενές» από τις οποίες το αντλεί.
Γιώργος Παυλόπουλος
Η ραγδαία και ανεξέλεγκτη εξέλιξη των «εργαλείων» της ΤΝ τρόμαξε και τους δημιουργούς τους. Ο αδυσώπητος ανταγωνισμός, όμως, των ΗΠΑ με την Κίνα, έρχεται να αποδείξει ότι ο «πόλεμος» θα συνεχιστεί, παρά την τεράστια απειλή.
Στην περίπτωση αυτή, όμως, φαινομενικά συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Οι επικεφαλής των πιο ισχυρών αμερικανικών ομίλων στον κλάδο της ΤΝ – ο Αμόντεϊ της Anthropic, ο Άλτμαν της OpenAI και ο Μασκ της XAI – όχι απλώς τάσσονται υπέρ του αυστηρότερου ελέγχου της, αλλά φτάνουν να υποστηρίζουν πως είναι απολύτως αναγκαίο να μπει φρένο στους φρενήρεις ρυθμούς εξέλιξης της συγκεκριμένης τεχνολογίας. Ο πρώτος, μάλιστα, στη σχετική επιστολή του η οποία θεωρείται ήδη σημείο αναφοράς, έκανε ουσιαστικά λόγο για ένα ζήτημα ζωής ή θανάτου για την ανθρωπότητα, με τους άλλους δύο να σπεύδουν να συμφωνήσουν. Οι κυβερνώντες, ωστόσο, όχι απλώς δεν επικρότησαν την πρωτοβουλία τους, αλλά αντέδρασαν – ιδιαιτέρως έντονα.
«Είμαστε μπροστά από την Κίνα στην ΤΝ και ειλικρινά θέλω να συνεχίσουμε να είμαστε, επειδή όποιος επικρατήσει στην ΤΝ θα είναι γενικώς ο νικητής», ξεκαθάρισε πρώτος ο Τραμπ, στοχεύοντας απευθείας στην «καρδιά»: τον αδυσώπητο ανταγωνισμό των ΗΠΑ με την Κίνα, που θα κρίνει και τους συσχετισμούς στην επόμενη τάξη πραγμάτων. Όπως συνηθίζει δε, απέφυγε τα… περιττά, κάτι που έχει κάνει και σε άλλα ζητήματα, τα οποία επίσης απειλούν την επιβίωση της ανθρωπότητας – την κλιματική κρίση, τους βομβαρδισμούς κρατών και τις απαγωγές ηγετών και τον παγκόσμιο εμπορικό πόλεμο που έχει κηρύξει.
Το Πεκίνο δεν πήγε πίσω. Σύμφωνα με ένα από τα κεντρικά όργανα του καθεστώτος, τους Global Times, το άρθρο του Αμόντεϊ «έχει στόχο να περιορίσει την εξέλιξη της Κίνας στον κλάδο της ΤΝ, μέσω εμποδίων και ρυθμιστικών μονοπωλίων, έτσι ώστε να διατηρηθεί η ηγεμονία της Ουάσιγκτον στις κορυφαίες τεχνολογίες και να αποκλειστεί η Κίνα από το παγκόσμιο σύστημα διακυβέρνησης της ΤΝ». Η ίδια ανάλυση έκανε λόγο για ένα «σιωπηρό Ψυχρό Πόλεμο στην ΤΝ» που έχουν κηρύξει οι Αμερικανοί – προδιαγράφοντας, έτσι, το κλίμα που θα επικρατήσει (πέρα από τις επίσημες αβρότητες) κατά την προγραμματισμένη για τις 24 Σεπτεμβρίου επίσκεψη του Σι Τζινπίνγκ στις ΗΠΑ.
Ανάλογη ήταν η εικόνα στην Ευρώπη. Στη Γερμανία, ο υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής δήλωσε πως «δεν θεωρούμε βιώσιμη εκδοχή την επιβράδυνση της ανάπτυξης της ΤΝ». Η δε Λαγκάρντ, πρόεδρος της ΕΚΤ, προειδοποίησε πως η Ευρώπη δεν πρέπει να αποδεχθεί οτιδήποτε που θα εμποδίσει την προσπάθειά της να καλύψει την απόσταση που τη χωρίζει από Αμερικανούς και Κινέζους, καθώς κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφικό για τη μελλοντική της θέση στο διεθνές καπιταλιστικό οικοδόμημα.
Αξίζει, βεβαίως, να σημειώσουμε ότι τόσο ο Αμόντεϊ όσο και οι όμοροί του, μαζί και τα αφεντικά της Google, της Microsoft, της Meta και της Nvidia, κάθε άλλο παρά υποτίμησαν τον «κινεζικό κίνδυνο». Γι’ αυτό, άλλωστε, ο καθένας με τον τρόπο του, προτείνουν παράλληλα με τους ελέγχους στην εξέλιξη της ΤΝ να θεσπιστούν και αυστηρότεροι όροι αναφορικά με την πρόσβαση των Κινέζων σε αυτές τις τεχνολογίες και τα απαραίτητα «δομικά» στοιχεία, κυρίως τους ημιαγωγούς, ώστε οι ΗΠΑ να διατηρήσουν την ηγεμονία.
Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, δεν πρέπει να παραγνωριστεί το γεγονός ότι είναι οι ίδιοι που τρόμαξαν πρώτοι από την ισχύ των προϊόντων τους και τους κινδύνους που ενέχει η ανεξέλεγκτη εξέλιξή τους. Ειδικά καθώς το καλοκαίρι υπήρξαν οι πρώτες ενδείξεις «ανταρσίας» και «σαμποτάζ», ενώ διαπιστώνουν με δέος ότι η ΤΝ αποκτά σταδιακά τη δυνατότητα να αναπαράγεται με μεγάλο βαθμό αυτονομίας, δηλαδή να σχεδιάζει και να κατασκευάζει η ίδια τα λογισμικά και τα «εργαλεία» της επόμενης γενιάς.
