Τα εργαλεία της τάξης: Μια καινούργια τακτική για μια παλιά στρατηγική

Πριν από μερικά χρόνια βρέθηκα στο ίδιο τραπέζι με μια ομάδα αρχιτεκτόνων που διδάσκουν στο πανεπιστήμιο.

Όταν η συζήτηση γύρω από την έρευνα και τη θεωρία έφτασε στο ζήτημα της εργασίας και της τάξης, με ρώτησαν πώς γίνεται να θέλω να θεωρούμαι κοινωνικός επιστήμονας και να εξακολουθώ να πιστεύω ότι υπάρχουν τάξεις. Αναφέρω το περιστατικό γιατί συμπυκνώνει έναν τρόπο παραγωγής γνώσης που στηρίζεται σε μια απουσία με πραγματικές επιπτώσεις. Σε ένα μέρος της πανεπιστημιακής συζήτησης, η τάξη έπαψε να αποτελεί χρήσιμη έννοια. Σαν να είχε πάψει να υπάρχει και η σχέση εκμετάλλευσης και επιβολής που τη δημιουργεί. Η εξαφάνιση της τάξης από τη θεωρία δεν καταργεί τη σχέση που τη δημιουργεί.

Γι’ αυτό ήταν σημαντικό που η Εποχή σχεδίασε και οργάνωσε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο μια συζήτηση με τίτλο «Εργασία, Συνδικάτα, Αριστερά». Κάλεσε ανθρώπους με ενεργή παρουσία στα σωματεία να μιλήσουν για την εργασία και τη σημασία της, ανθρώπους που προσπαθούν να κάνουν τα σωματεία τους δυνατά.

Παρά τον πρώιμο αποχαιρετισμό στην εργατική τάξη (André Gorz) το ζήτημα της εργασίας και της τάξης επιστρέφει. Οι τάξεις δεν εξαφανίζονται επειδή παύουμε να μιλάμε γι’ αυτές. Η εκμετάλλευση δεν αναστέλλεται όταν βγαίνει από το εννοιολογικό μας σύμπαν και το λεξιλόγιό μας. Το κεφάλαιο εξακολουθεί να χρειάζεται την εργασία, ακόμη και όταν προσπαθεί να διαφύγει από την εξάρτησή του από αυτήν.

Στη σημερινή συγκυρία, το κεφάλαιο επιδεινώνει τις συνθήκες εργασίας και, αναζητώντας νέες διεξόδους κερδοφορίας μετατρέπει όσα είναι αναγκαία για την αναπαραγωγή της ζωής σε μηχανές εισοδηματικών ροών. Η εκμετάλλευση δεν εντείνεται μόνο μέσα στην εργασία. Επεκτείνεται και σε άλλες σφαίρες της ζωής. Ένα μέρος του μισθού αποσπάται μέσω του ενοικίου, του χρέους, της ενέργειας και της μετακίνησης. Διαφορετικές σχέσεις εξουσίας διασχίζουν έτσι όλο και μεγαλύτερο μέρος της ζωής των ίδιων ανθρώπων. Καθορίζουν ποιος μπορεί να κατοικήσει, πού και με ποιους όρους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι τάξεις υπάρχουν έτοιμες μέσα στην κοινωνική δομή. Η τάξη δεν είναι ένα άθροισμα κοινωνικών χαρακτηριστικών ούτε μια θέση σε έναν πίνακα επαγγελμάτων, εισοδημάτων και μορφωτικού επιπέδου. Είναι κοινωνική σχέση. Κυρίως, σχέση εκμετάλλευσης και επιβολής.

Οι άνθρωποι που πωλούν την εργασιακή τους δύναμη δεν οργανώνονται αυτομάτως σε τάξη. Η κοινή θέση μέσα σε μια σχέση δεν εγγυάται την κοινή δράση. Η οργάνωση της εργασίας είναι ιεραρχική. Οι φορείς οργάνωσης των εργαζομένων έχουν αποδυναμωθεί εκεί όπου υπήρχαν και δεν έχουν ακόμη δημιουργηθεί εκεί όπου απουσίαζαν. Η αποσύνθεση των μορφών οργάνωσης επιτρέπει και βαθαίνει τους διαχωρισμούς ανάμεσα στον μόνιμο και τον επισφαλή εργαζόμενο, τον ντόπιο και τον μετανάστη, εκείνον που διαθέτει οικογενειακή προστασία και εκείνον που δεν διαθέτει τίποτα. Οι εμπειρίες των εργαζομένων παραμένουν εξατομικευμένες. Ίδιες συνθήκες εκμετάλλευσης, βιωμένες ως προσωπικά προβλήματα και ατομικές αποτυχίες. Ο έλεγχος και η διακυβέρνησή τους γίνονται έτσι ευκολότερα.

Η θέση των ανθρώπων μέσα στις σχέσεις εκμετάλλευσης και επιβολής διαμορφώνει, ωστόσο, ένα πεδίο πιθανής συγκρότησής τους σε τάξη. Το ερώτημα είναι ποιος φορέας μπορεί να γίνει σημείο αναφοράς για τις αμέτρητες, διασπασμένες και καταπονημένες δυνάμεις που παραμένουν διαθέσιμες για δράση.

Η τάξη υπάρχει πολιτικά όταν δρα. Όταν επιχειρεί να αρνηθεί τη θέση που της έχει αποδοθεί. Όταν οι διάσπαρτες εμπειρίες εκμετάλλευσης παύουν να βιώνονται ως ατομικές αποτυχίες, αναγνωρίζονται ως κοινή κατάσταση και αποκτούν οργανωμένη μορφή. Δεν προηγείται η τάξη και ακολουθεί ο αγώνας της. Η τάξη συγκροτείται μέσα στον αγώνα. Δεν αποτελούν αυτόματα τάξη οι υποτελείς (Gayatri Chakravorty Spivak). Συγκροτούνται ως τάξη όταν αγωνίζονται ενάντια στις συνθήκες της υποτέλειάς τους.

Η οργάνωση δεν αρνείται τις διαφορές. Δεν εξαντλείται όμως και σε μια κοινωνιολογική καταγραφή που τις παγιώνει. Τις εντοπίζει για να αναπτύξει τρόπους υπέρβασής τους και να συγκροτήσει μια ενότητα ετερογενών στοιχείων, με μακροπρόθεσμο ορίζοντα την ανατροπή των σχέσεων εκμετάλλευσης και ιδιοκτησίας. Επιχειρεί να συνδέσει διαφορετικές εμπειρίες και να τις μετατρέψει σε κοινή δύναμη. Όχι σε μια καθολική και ομοιογενή ταυτότητα, αλλά σε μια πληθυντική διαδικασία συνάντησης.

Μια πολύ παλιά συζήτηση, κυρίως στους χώρους της Αριστεράς, αφορά τον φορέα αυτής της οργάνωσης. Το σωματείο, το κόμμα, τις αυτόνομες συλλογικότητες. Η συζήτηση γίνεται συχνά με στατικούς όρους, ως ερώτηση πολλαπλής επιλογής. Διαλέξτε τη μορφή που σας ταιριάζει και θα καταταγείτε στην κατηγορία αριστερού που αντιστοιχεί στην επιλογή σας.

Υπάρχει κάτι καταπραϋντικό σε αυτή την απλή επιλογή. Παράγει μια ταυτότητα εύκολη στην υπεράσπισή της. Καμία οργανωτική μορφή, όμως, δεν έχει παντοτινή και αυτόνομη αξία. Για να γίνει η συζήτηση πιο πρακτική, πρέπει να εγκαταλείψουμε το στατικό σχήμα. Να δούμε την οργάνωση ως διαδικασία και σχέση. Να διακρίνουμε την τακτική από τη στρατηγική.

Συνήθως, η στρατηγική αποδίδεται στο κόμμα και η τακτική στην τάξη. Σε μια χαρακτηριστική διατύπωσή του, ο Μάριο Τρόντι εντόπισε αυτή την εκτροπή στη στιγμή κατά την οποία η τακτική του Λένιν (το κόμμα ως εργαλείο τακτικής) έγινε η στρατηγική του Στάλιν (το κόμμα ως αυτοσκοπός). Έπαψε να αποτελεί εργαλείο που υπηρετεί την κίνηση της τάξης και απαίτησε από την τάξη να υπηρετεί τη δική του αναπαραγωγή.

Αυτό πρέπει να αντιστραφεί. Αν η συγκρότηση της τάξης αποτελεί τον ορίζοντα της στρατηγικής, τότε η αυτόνομη οργάνωση, το συνδικάτο και το κόμμα πρέπει να κρίνονται ως εργαλεία αυτής της διαδικασίας. Δεν μπορούν να μονοπωλήσουν τη στρατηγική μιας τάξης της οποίας η διαρκής κίνηση υπερβαίνει κάθε επιμέρους και συγκυριακή μορφή έκφρασής της, συχνά ακόμη και όταν αυτή έχει ήδη ξεπεραστεί. Ανάλογα με τη συγκυρία, άλλοτε το ένα και άλλοτε το άλλο μπορούν να λειτουργήσουν ως κόμβοι της οργάνωσής της, να χρησιμοποιηθούν, να μετασχηματιστούν ή να εγκαταλειφθούν όταν παύουν να υπηρετούν αυτή την κίνηση.

Στην Ελλάδα επιβιώνει μια βαθιά κομματοκεντρική αντίληψη της οργάνωσης. Θέτει το κόμμα ως φορέα και ορίζοντα της στρατηγικής. Τα κόμματα της Αριστεράς συνηθίζουν να αποδίδουν αυτή τη λογική κυρίως στο ΚΚΕ. Δεν περιορίζεται, όμως, εκεί. Τη συναντάμε, με διαφορετικές μορφές, και σε άλλους χώρους της κομματικά οργανωμένης Αριστεράς. Χώρους που εξακολουθούν να θεωρούν το κόμμα τον κατεξοχήν τόπο οργάνωσης, παρά τις αλλεπάλληλες ήττες και την απόσταση ανάμεσα στις κομματικές μορφές και μεγάλο μέρος της τάξης.

Η λογική αυτή γίνεται εμφανής στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται τα σωματεία. Η ελληνική συνδικαλιστική παράδοση παραμένει σημαδεμένη από την κομματοκεντρική πρακτική. Τα σωματεία αντιμετωπίζονται συχνά ως πεδία καταγραφής της δύναμης των κομματικών σχηματισμών. Οι παρατάξεις μεταφέρουν τις αντιπαραθέσεις των κομμάτων στο εσωτερικό τους, ενώ η οργάνωση και η υπεράσπιση των μελών περνούν σε δεύτερη μοίρα. Το σωματείο μετατρέπεται έτσι σε μικρογραφία του κομματικού ανταγωνισμού.

Στην εκδήλωση της Εποχής άκουσα με ενθουσιασμό τον Γιώργο Κατωπόδη, πρόεδρο του Εργατικού Κέντρου Σαλαμίνας, και την Ειρήνη Ζαμπάτη, πρόεδρο του Συλλόγου Εργαζομένων ERGO, να εξηγούν ότι προσπαθούν να οργανώσουν τους χώρους τους με ενιαία ψηφοδέλτια και χωρίς κομματικές εξαρτήσεις. Το ενιαίο ψηφοδέλτιο δεν εγγυάται από μόνο του την αυτονομία ενός σωματείου. Αποτελεί όμως προσπάθεια να μη μεταφέρεται στο εσωτερικό του ο ανταγωνισμός των κομματικών σχημάτων. Με απογοήτευση άκουσα ορισμένους από τους επόμενους ομιλητές να αναπλαισιώνουν αυτές τις προσπάθειες ως αντανακλάσεις ήττας και αποπολιτικοποίησης. Για ένα μέρος της Αριστεράς, πολιτική υπάρχει μόνο όταν εμφανίζεται το κόμμα. Όταν υποχωρεί η κομματική ταυτότητα, θεωρεί ότι υποχωρεί και η πολιτική.

Μπορεί όμως να συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Μπορεί να υποχωρεί το κόμμα για να εμφανιστεί η τάξη και να περιορίζεται η κομματική διαμεσολάβηση για να αναπτυχθεί η εργατική αυτενέργεια.

Πολλά από τα σωματεία που έχουν αναδυθεί τα τελευταία χρόνια επιχειρούν να λειτουργήσουν ως σωματεία βάσης. Ως διευρυμένα σωματεία με ευρεία απεύθυνση και χωρίς κομματικές εξαρτήσεις. Κατανοούν ότι, για να γίνουν μαχητικά, πρέπει να διατηρήσουν την αυτονομία τους από κομματικούς και κρατικούς μηχανισμούς. Επιχειρούν, με πολύ κόπο, να κλείσουν τις πληγές που άφησε ο κομματοκεντρισμός. Οργανώνουν ανθρώπους ανεξάρτητα από το αν και τι ψηφίζουν, γύρω από αιτήματα που αφορούν τις συνθήκες εργασίας και κατοικίας και το κόστος της καθημερινής ζωής. Απέναντι στην αυθαιρεσία του εργοδότη, στην εξουσία του εκμισθωτή, στην καθημερινή ανασφάλεια και στην απομόνωση.

Η αυτονομία αυτή δεν αποτελεί αποπολιτικοποίηση. Επιτρέπει σε ανθρώπους με διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις, αλλά κοινές εμπειρίες εκμετάλλευσης, να οργανωθούν γύρω από κοινές ανάγκες. Τα σωματεία δεν υπάρχουν για να επιβραβεύουν τα οργανωμένα σε κόμματα μέλη τους. Είναι εκεί για να αλλάζουν τους συσχετισμούς μέσα από την κοινή δράση. Δεν μπορούν να περιμένουν να εξαφανιστούν οι πολιτικές αντιφάσεις των ανθρώπων για να τους απευθύνουν κάλεσμα. Κάποιος μπορεί να ψηφίζει ένα δεξιό κόμμα και ταυτόχρονα να βιώνει καθημερινά την εξουσία του εργοδότη ή του εκμισθωτή. Αυτή η αντίφαση μπορεί να μετασχηματιστεί μέσα στην εμπειρία του κοινού αγώνα.

Αν ένα σωματείο δίνει προτεραιότητα στους κομματικούς συσχετισμούς, παρασύρει το εγχείρημα προς την αδράνεια ή την εκλογολογία. Μετατρέπεται σε χώρο καταγραφής δυνάμεων, διαχείρισης ψηφοδελτίων και προετοιμασίας εκλογικών αναμετρήσεων. Περιθωριοποιείται έτσι η επίμονη δουλειά που απαιτεί η οργάνωση στους χώρους εργασίας και κατοικίας και η υπεράσπιση των μελών από τις αυθαιρεσίες που αντιμετωπίζουν.

Η αυτονομία των σωματείων δεν απαιτεί από όσους ανήκουν σε κόμματα να εγκαταλείψουν τις οργανώσεις τους. Απαιτεί να χρησιμοποιήσουν τις δυνατότητες που δίνει το (εργαλείο) σωματείο χωρίς να το υποτάσσουν σε έναν κομματικό ορίζοντα. Να υπερασπίζονται τα μέλη του με αφετηρία τις ανάγκες τους και όχι την κομματική τους ταυτότητα.

Όσο κερδίζει έδαφος μια σωματειακή οργάνωση που κινείται αυτόνομα από τα κόμματα, με την ευρύτητα και τη δύναμη που χρειάζεται για να τα πιέζει προς τις δικές της διεκδικήσεις, τόσο περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να την πλησιάσουν.

Αυτό είναι το παράδοξο της οργάνωσης. Για να ενισχύσει ένας κομματικά οργανωμένος χώρος τη θέση του, πρέπει πρώτα να πάψει να αντιμετωπίζει κάθε μορφή οργάνωσης ως προέκταση του εαυτού του. Πρέπει να αποδεχθεί ότι η τάξη δεν συγκροτείται μέσα στο κόμμα ούτε για χάρη του κόμματος. Συγκροτείται μέσα στους αγώνες της και μέσα από τις μορφές που οι ίδιοι οι αγώνες δημιουργούν.

Δεν είναι η τάξη εργαλείο της οργάνωσης, αλλά η οργάνωση εργαλείο της τάξης.

Οι θέσεις που διατυπώνονται στο παρόν κείμενο αποτελούν προσωπικές απόψεις του συγγραφέα και δεν απηχούν κατ’ ανάγκην τις θέσεις του σωματείου στο σύνολό του.


Νίκος Βράντσης στην ΕΠΟΧΗ

Άκου ζωντανά Spi8a