Ρήξη με την εξάρτηση ή με τον καπιταλισμό ;

Σπανίως έχουμε προσυνεδριακά μία συγκροτημένη στρατηγική αντίληψη για το πως πρέπει να πορευτεί η Αριστερά και ειδικότερα η Νέα Αριστερά. Εξαίρεση αποτελεί η τετραλογία άρθρων του Γ. Μουσουλίδη “Εξάρτηση ή Ρήξη” στην ΕΠΟΧΗ.

Στα κείμενα αυτά παρουσιάζεται μία ισχυρή διάγνωση της ελληνικής παραγωγικής και πολιτικής καχεξίας, και επιχειρείται μία μετακίνηση από την ανάλυση της εξάρτησης στην παραγωγική ανασυγκρότηση και, τέλος, στη συγκρότηση κοινωνικής συμμαχίας και νέων θεσμών. Στο τελευταίο, μάλιστα, άρθρο ορίζεται ρητά η ρήξη ως αλλαγή σχέσεων ισχύος και όχι απλώς ως αλλαγή κυβερνητικής πολιτικής. Ωστόσο, μία μαρξιστική προσέγγιση στα θέματα της τετραλογίας οδηγεί μάλλον στο συμπέρασμα πως η έννοια της «ρήξης» παραμένει τελικά περισσότερο ένα πρόγραμμα ανασυγκρότησης και μετατόπισης ισχύος παρά μια επαρκώς θεμελιωμένη θεωρία κοινωνικού μετασχηματισμού. Ας δούμε γιατί.

φωτογραφία: ΡΑΦΑΗΛ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ / EUROKINISSI

Η ρήξη ως πρόβλημα πολιτικής οικονομίας

Η σειρά των τεσσάρων άρθρων «Εξάρτηση ή Ρήξη» (https://epohi.gr/articles/exartisi-i-rixi-iv/) έχει μια αναμφισβήτητη αρετή: επιχειρεί να δει την ελληνική οικονομική στασιμότητα όχι ως άθροισμα κυβερνητικών λαθών, αλλά ως αποτέλεσμα μιας ιστορικά διαμορφωμένης παραγωγικής δομής. Η αποβιομηχάνιση, η εξάρτηση από εισαγόμενα προϊόντα, η υπερβολική βαρύτητα της οικοδομής, του τουρισμού και των υπηρεσιών χαμηλής τεχνολογικής έντασης παρουσιάζονται ως στοιχεία ενός μοντέλου που δεν δημιούργησε επαρκή παραγωγική βάση.

Αυτή η αφετηρία είναι σημαντική. Η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί απλώς ως μια οικονομία που χρειάζεται «καλύτερη διαχείριση». Η παραγωγική της δομή, η θέση της στον διεθνή καταμερισμό εργασίας, η σχέση της με το χρηματοπιστωτικό σύστημα και η συγκέντρωση οικονομικής και πολιτικής ισχύος αποτελούν πραγματικές υλικές σχέσεις.

Ωστόσο, ακριβώς εδώ αρχίζει το βασικό θεωρητικό πρόβλημα των τεσσάρων κειμένων. Η έννοια της «εξάρτησης» χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα σύνολο πραγματικών σχέσεων, αλλά δεν μετατρέπεται σε μία συνεκτική θεωρία των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Αντίστοιχα η «ρήξη», ενώ παρουσιάζεται ως αλλαγή σχέσεων ισχύος, δεν προσδιορίζεται επαρκώς ως αλλαγή του ίδιου του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.

Από την εξάρτηση στην «κυριαρχία»

Στο τέταρτο κείμενο η ρήξη περιγράφεται ως «αλλαγή προσανατολισμού, αλλαγή σχέσεων ισχύος, αλλαγή του τρόπου με τον οποίο η κοινωνία οργανώνει την παραγωγή, τη γνώση και τη δημοκρατία». Πρόκειται για μια σημαντική διεύρυνση σε σχέση με μια απλή εθνικοαναπτυξιακή αντίληψη.

Όμως η έννοια της κυριαρχίας τείνει να αποκτά τέτοια έκταση ώστε να υποκαθιστά την ταξική ανάλυση. Ποιος ακριβώς ασκεί την εξουσία σήμερα; Δεν αρκεί να απαντήσουμε «οι δυνάμεις της εξάρτησης», τα χρηματοπιστωτικά καρτέλ, οι ενεργειακοί όμιλοι, οι κατασκευαστικές επιχειρήσεις ή οι εισαγωγικοί όμιλοι. Πρέπει να προσδιορίσουμε τις ταξικές σχέσεις που συγκροτούν αυτούς τους μηχανισμούς και τον τρόπο με τον οποίο συνδέονται με τη συνολική αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Το τέταρτο άρθρο σωστά επισημαίνει ότι υπάρχουν συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα και δίκτυα ισχύος, αλλά η ανάλυση παραμένει περισσότερο μια πολιτική οικονομία των «κέντρων ισχύος» παρά μια πλήρης μαρξιστική ανάλυση του κεφαλαίου.

Αυτό έχει συνέπειες και για την έννοια της ρήξης. Εάν το πρόβλημα είναι κυρίως ότι συγκεκριμένες ομάδες ελέγχουν τη χρηματοδότηση, την ενέργεια, τις υποδομές και το κράτος, τότε η λύση εμφανίζεται ως μεταφορά αυτών των λειτουργιών από τους ιδιώτες στο δημόσιο. Αν όμως το πρόβλημα είναι βαθύτερα οι κοινωνικές σχέσεις μέσα στις οποίες λειτουργούν τόσο το ιδιωτικό όσο και το δημόσιο, τότε η αλλαγή ιδιοκτήτη ή διαχειριστή δεν αρκεί.

Δημόσιος έλεγχος δεν σημαίνει αυτομάτως κοινωνική εξουσία

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο της κριτικής. Η τετραλογία δίνει πολύ μεγάλη σημασία στον δημόσιο σχεδιασμό, στη δημόσια χρηματοδότηση και στον δημόσιο έλεγχο των στρατηγικών υποδομών. Το τέταρτο κείμενο υποστηρίζει μάλιστα ότι χωρίς δημόσιο έλεγχο στην ενέργεια, στα δίκτυα, στις μεταφορές και στις ψηφιακές υποδομές η παραγωγική ανασυγκρότηση θα παραμείνει προσχηματική. Από μαρξιστική σκοπιά, όμως, πρέπει να τεθεί ένα πρόσθετο ερώτημα: ποιος ελέγχει το δημόσιο;

Το κράτος δεν είναι εξωτερικός και ουδέτερος μηχανισμός που μπορεί απλώς να μεταφέρει την εξουσία από το κεφάλαιο στην κοινωνία. Η αναφορά στον Πουλαντζά είναι εδώ σωστή: το κράτος αποτελεί υλικό συμπύκνωμα κοινωνικών και ταξικών συσχετισμών που στην καπιταλιστική κοινωνία και οικονομία την ηγεμονία τους έχει η αστική τάξη. Το ίδιο το κείμενο αναγνωρίζει αυτή την αφετηρία. Αλλά η συνέπεια αυτής της θέσης δεν αναπτύσσεται μέχρι τέλους.

Δεν αρκεί να μεταφερθεί η ιδιοκτησία από μια ιδιωτική επιχείρηση στο κράτος. Χρειάζεται να αλλάξει ο κοινωνικός έλεγχος πάνω στην παραγωγή, ο τρόπος λήψης των αποφάσεων και η σχέση ανάμεσα στους παραγωγούς, το κράτος και την κοινωνία. Διαφορετικά, η «δημόσια ιδιοκτησία» μπορεί να συνυπάρχει με γραφειοκρατική διοίκηση, ιεραρχικές εργασιακές σχέσεις και αναπαραγωγή των ίδιων οικονομικών καταναγκασμών που επιβάλλει το κεφάλαιο.

Το αδύναμο σημείο: ποιο είναι το κοινωνικό υποκείμενο της ρήξης;

Τα 4 άρθρα μιλούν για μια μεγάλη κοινωνική συμμαχία: εργαζόμενους, παραγωγικές δυνάμεις, νέους επιστήμονες, περιφερειακές κοινότητες, συνεργατικά και κοινωνικά υποκείμενα, ερευνητικά δίκτυα. Η προσπάθεια αυτή να υπερβεί τις παραδοσιακές πολιτικές ταξινομήσεις είναι κατανοητή. Όμως δημιουργεί ένα κρίσιμο ερώτημα: τι ακριβώς ενώνει κοινωνικά υποκείμενα με διαφορετική θέση στις σχέσεις παραγωγής;

Ο εργαζόμενος που πουλά την εργατική του δύναμη, ο μικροϊδιοκτήτης, ο αυτοαπασχολούμενος, ο μικρός επιχειρηματίας, ο επιστήμονας και ο ιδιοκτήτης μιας μεγάλης επιχείρησης μπορεί να έχουν κοινά συμφέροντα απέναντι σε ορισμένες μορφές συγκέντρωσης οικονομικής ισχύος. Δεν έχουν όμως κατ’ ανάγκη την ίδια σχέση με το κεφάλαιο.

Εδώ υπάρχει ο κίνδυνος η «κοινωνική συμμαχία της ρήξης» να μετατραπεί σε μια υπερταξική εθνικοαναπτυξιακή συμμαχία, όπου η αντίθεση εξάρτηση–κυριαρχία υποκαθιστά την αντίθεση κεφάλαιο–εργασία. Αυτό δεν σημαίνει ότι η εθνική διάσταση είναι ανύπαρκτη. Σημαίνει ότι η εθνική παραγωγική ανασυγκρότηση πρέπει να λάβει υπόψη της τη συγκεκριμένη ταξική δομή της ελληνικής κοινωνίας εκφράζοντας τα συμφέροντα των εργαζόμενων κι όχι του ντόπιου κεφαλαίου.

Οι συνεταιρισμοί ως «νέος παραγωγικός κορμός»

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο καθαρό στην πρόταση για τη δημιουργία νέων παραγωγικών υποκειμένων: συνεταιρισμών, συνεργατικών επιχειρήσεων, κοινωνικών επιχειρήσεων και ενεργειακών κοινοτήτων. Το τέταρτο κείμενο δεν τους παρουσιάζει απλώς ως συμπληρωματικές μορφές, αλλά ως «νέο παραγωγικό κορμό» της χώρας.

Εδώ η μαρξιστική κριτική δεν υποτιμά την σημασία των συνεταιρισμών καθώς αυτοί μπορούν να αποτελέσουν μορφές δημοκρατικής οργάνωσης της παραγωγής, συλλογικής ιδιοκτησίας και κοινωνικού ελέγχου. Το πρόβλημα βρίσκεται στο επόμενο θεωρητικό βήμα: στην υπόθεση ότι η πολλαπλασιαστική ανάπτυξη τέτοιων «θυλάκων» μπορεί από μόνη της να οδηγήσει στον μετασχηματισμό του καπιταλισμού.

Όσο οι συνεταιρισμοί λειτουργούν μέσα στην αγορά, εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τον ανταγωνισμό, την ανάγκη χρηματοδότησης, την αύξηση της παραγωγικότητας, τη μείωση του κόστους και την ανάγκη συσσώρευσης. Επομένως αυτό που κυριαρχεί ως πραγματική τάση είναι όχι οι συνεταιρισμοί να μετασχηματίσουν την αγορά, αλλά η αγορά να μετασχηματίσει τους συνεταιρισμούς.

Το ιστορικό ερώτημα επομένως δεν είναι πόσοι συνεταιρισμοί θα δημιουργηθούν, αλλά πώς η συνεταιριστική μορφή θα συνδεθεί με έναν συνολικό μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής. Χωρίς αυτή τη γέφυρα, ο «νέος παραγωγικός κορμός» θα καταλήξει σε μια εναλλακτική μορφή επιχειρηματικότητας μέσα στον καπιταλισμό..

Η αντίφαση της «μη σταδιακής ρήξης»

Ίσως η μεγαλύτερη εσωτερική αντίφαση των τεσσάρων άρθρων βρίσκεται εδώ. Το τέταρτο κείμενο υποστηρίζει ότι «η ρήξη δεν μπορεί να είναι σταδιακή· αν είναι σταδιακή, δεν είναι ρήξη αλλά διαχείριση». Δεν εξηγεί όμως γιατί μία σταδιακή υλοποίηση των θεσμικών και οικονομικών μετατοπίσεων που προτείνονται αποτελεί διαχείριση. Όπως δεν εξηγεί ποιος πολιτικός και κοινωνικός μηχανισμός μπορεί να πραγματοποιήσει τη συγχρονισμένη και συντονισμένη μετατόπιση ισχύος που θα επιφέρει η ρήξη.

Εδώ ακριβώς λείπει η θεωρία της πολιτικής υποκειμενικότητας. Γιατί ενώ υποτίθεται υπάρχει το σχέδιο, υπάρχει η κοινωνική συμμαχία, υπάρχει το κράτος, υπάρχουν και οι θεσμοί, δεν υπάρχει όμως μία σαφής διαδικασία μέσω της οποίας η εργατική τάξη και οι υπόλοιπες υποτελείς κοινωνικές τάξεις αποκτούν τη συλλογική δύναμη να αλλάξουν τις σχέσεις εξουσίας.

Στην πραγματικότητα δεν πρέπει να συγχέεται η χρονικότητα των μέτρων και των ρήξεων με την διαχείριση. Επειδή ακριβώς ο ευνοϊκός για την εργατική τάξη πολιτικός και ταξικός συσχετισμός οφείλει να συνεχίσει να διαμορφώνεται στην πορεία υλοποίησης του αριστερού προγράμματος υπηρετώντας το συγχρόνως, πρέπει τα πρώτα μέτρα να φέρνουν τα δεύτερα και τα δεύτερα να προετοιμάζουν το έδαφος για τα τρίτα μέσω ακριβώς της διαμόρφωσης εμπιστοσύνης, αυτοπεποίθησης και κοινωνικής δυναμικής. Χρειάζεται, δηλαδή, ιεράρχηση όπως και οργανική διασύνδεση των λαμβανόμενων μέτρων προκειμένου να κλιμακωθεί και να πετύχει ένα πρόγραμμα κοινωνικού μετασχηματισμού.

Η ρήξη ως αναπτυξιακό σχέδιο

Ένα δεύτερο πρόβλημα είναι ότι η παραγωγική ανασυγκρότηση καταλαμβάνει τόσο κεντρική θέση ώστε η «ρήξη» κινδυνεύει να ταυτιστεί με έναν νέο αναπτυξιακό δρόμο.

Αναμφίβολα χρειάζεται αλλαγή παραγωγικού μοντέλου. Αλλά μια οικονομία μπορεί να γίνει πιο παραγωγική, πιο τεχνολογικά προηγμένη, περισσότερο εξαγωγική και λιγότερο εξαρτημένη από εισαγωγές χωρίς να πάψει να είναι καπιταλιστική. Μπορεί, με άλλα λόγια, να υπάρξει καπιταλιστική παραγωγική ανασυγκρότηση.

Επομένως το κριτήριο δεν μπορεί να είναι μόνο η αύξηση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας, η βιομηχανική ανάπτυξη ή η τεχνολογική αναβάθμιση. Το αποφασιστικό ερώτημα είναι: για ποιον παράγεται ο πλούτος, ποιος αποφασίζει τι παράγεται, ποιος ιδιοποιείται το πλεόνασμα και ποιος ελέγχει τη διαδικασία της παραγωγής; Αυτά είναι τα ερωτήματα που μετατρέπουν την παραγωγική ανασυγκρότηση από εθνικοαναπτυξιακή πολιτική σε σοσιαλιστική στρατηγική.

Το φορολογικό ζήτημα

Η φορολογική μετατόπιση που προτείνεται —λιγότερη επιβάρυνση της εργασίας και περισσότερη φορολόγηση υψηλών εισοδημάτων, περιουσίας, μερισμάτων και υπερκερδών— είναι κοινωνικά προοδευτική. Το ίδιο το κείμενο την παρουσιάζει ως μετατόπιση ισχύος και όχι απλώς ως δημοσιονομική επιλογή. Αλλά και εδώ χρειάζεται διάκριση.

Η φορολογία αναδιανέμει μέρος του εισοδήματος που παράγεται μέσα στις καπιταλιστικές σχέσεις. Δεν καταργεί από μόνη της αυτές τις σχέσεις. Μπορεί να χρηματοδοτήσει ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος, δημόσιες επενδύσεις και κοινωνικές υποδομές. Μπορεί ακόμη να μεταβάλει σημαντικά τον συσχετισμό δύναμης. Δεν μετατρέπει όμως αυτομάτως την εργατική τάξη από τάξη που εξαρτάται από την πώληση της εργατικής της δύναμης σε συλλογικό ιδιοκτήτη και ελεγκτή των μέσων παραγωγής.

Η φορολογική μεταρρύθμιση είναι επομένως μέσο ταξικής αναδιανομής, όχι από μόνη της υπέρβαση του κεφαλαίου.

Η θετική συμβολή του εγχειρήματος

Η κριτική αυτή δεν σημαίνει ότι το «Εξάρτηση ή Ρήξη» είναι ένα απλό εθνικοαναπτυξιακό κείμενο. Αντίθετα, έχει στοιχεία που υπερβαίνουν σαφώς τον κλασικό αναπτυξιακό κρατισμό. Η σύνδεση παραγωγής, γνώσης, τεχνολογίας, κοινωνικού ελέγχου και δημοκρατίας είναι σημαντική. Το τέταρτο κείμενο επιμένει ότι η παραγωγική ανασυγκρότηση χωρίς θεσμική ανασυγκρότηση δεν επαρκεί και ότι η ρήξη αφορά τις ίδιες τις σχέσεις ισχύος.

Υπάρχει επίσης μια σωστή διαισθητική σύλληψη: η κοινωνική αλλαγή δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια αλλαγή κυβέρνησης. Χρειάζεται αλλαγή στους θεσμούς, στην οικονομική ισχύ, στη χρηματοδότηση, στην παραγωγή και στον κοινωνικό έλεγχο. Ακριβώς όμως επειδή το κείμενο επιχειρεί να κάνει αυτό το βήμα, χρειάζεται μια σαφέστερη απάντηση στο καθοριστικό για την Αριστερά ερώτημα: ποια κοινωνική τάξη μετασχηματίζει ποια κοινωνική σχέση και με ποιον τρόπο;

Από τη μετατόπιση ισχύος στην αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων

Εδώ βρίσκεται, τελικά, η ουσία της κριτικής.

Η «ρήξη» όπως περιγράφεται στα τέσσερα άρθρα είναι μια μεγάλης κλίμακας μετατόπιση οικονομικής, πολιτικής και θεσμικής ισχύος. Αυτό είναι σημαντικό, αλλά δεν είναι ακόμη επαρκής ορισμός κοινωνικού μετασχηματισμού.

Για την μαρξιστική θεωρία, η πραγματική τομή βρίσκεται βαθύτερα: στις σχέσεις ιδιοκτησίας, στην εξουσία πάνω στα μέσα παραγωγής, στην παραγωγή και ιδιοποίηση της υπεραξίας, στον καταμερισμό της εργασίας και στον τρόπο με τον οποίο η κοινωνική παραγωγή οργανώνεται συνολικά.

Η ρήξη επομένως δεν μπορεί να σημαίνει μόνο από το ιδιωτικό στο δημόσιο, από την αγορά στον σχεδιασμό, ή από την εξάρτηση στην κυριαρχία. Πρέπει να σημαίνει και από την εξουσία του κεφαλαίου στην κοινωνική εξουσία των παραγωγών.

Και εδώ βρίσκεται το ανεκπλήρωτο θεωρητικό βήμα των τεσσάρων άρθρων.

Η μεγάλη τους συμβολή είναι ότι επιχειρούν να δείξουν πως η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς μια διαφορετική διαχείριση του υπάρχοντος μοντέλου. Η μεγάλη τους αδυναμία είναι ότι δεν αποδεικνύουν επαρκώς γιατί η προτεινόμενη παραγωγική, θεσμική και κρατική ανασυγκρότηση θα οδηγήσει πράγματι πέρα από τις καπιταλιστικές σχέσεις και όχι σε έναν διαφορετικό, περισσότερο κοινωνικά ελεγχόμενο και εθνικά αυτόνομο καπιταλισμό.

Η πραγματική πρόκληση επομένως δεν είναι να επιλέξουμε ανάμεσα στην «εξάρτηση» και τη «ρήξη» ως δύο αφηρημένα εθνικά σχέδια. Είναι να συνδέσουμε την πάλη ενάντια στην εξάρτηση με την πάλη ενάντια στις καπιταλιστικές σχέσεις που την αναπαράγουν. Μια τέτοια σύνδεση θα μετέτρεπε τη ρήξη από σχέδιο παραγωγικής και θεσμικής ανασυγκρότησης σε πραγματική στρατηγική κοινωνικού μετασχηματισμού.

Διότι τελικά το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος σχεδιάζει την οικονομία. Είναι ποιος έχει την κοινωνική δύναμη να αποφασίζει τι, για ποιον και με ποιον τρόπο παράγεται ο κοινωνικός πλούτος.

Κώστας Καλλωνιάτης στην ΕΠΟΧΗ

Άκου ζωντανά Spi8a