Η σημαντική στροφή των πολιτών των ευρωπαϊκών κρατών προς συντηρητικές (αν όχι ακροδεξιές δυνάμεις) είναι μία τάση, η οποία καταγράφεται συστηματικά τα τελευταία χρόνια.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν: η άνοδος της Giorgia Meloni το 2022 στον πρωθυπουργικό θώκο της Ιταλίας, η νίκη του αυστριακού ακροδεξιού κόμματος FPÖ στις πιο πρόσφατες εκλογές το 2024 με ποσοστό 28,8%, το πρωτοφανές άθροισμα εδρών των τριών συντηρητικών/ακροδεξιών πολιτικών ομάδων (Patriots for Europe, European Conservatives and Reformists και Europe of Sovereign Nations) του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου (187 από τις 720) που κατέλαβαν στις τελευταίες εκλογές το 2024. Μολονότι, τα παραπάνω γεγονότα αναδεικνύουν τη σαφή εδραίωση τέτοιων κομμάτων όχι απλώς ως σημαντικών πόλων εξουσίας, αλλά ως πόλων ανάληψης και άσκησης εξουσίας, οι σχετικές συζητήσεις αναλώνονται στον κίνδυνο κανονικοποίησης της ακροδεξιάς ρητορικής, ενώ αυτή είναι πλέον μια τελεσμένη πραγματικότητα. Αποκορύφωμα αυτής της συνθήκης αποτελεί η υιοθέτηση συντηρητικών πολιτικών από προοδευτικά κόμματα (πχ οι Σοσιαλδημοκράτες στη Δανία αρθρώνουν μία σκληρή αντι-μεταναστευτική ρητορική ήδη από το 2015).
Η πρόσφατη θεαματική επίδοση του γερμανικού νεοναζιστικού κόμματος AfD σε μία σειρά εκλογικών αναμετρήσεων σε τοπικό επίπεδο [43,8% (+23%) στο κρατίδιο Saxony-Anhalt, 38,2% (+21,5%) στο κρατίδιο Mecklenburg-Vorpommern και 16,3% (+7,2%) στο Βερολίνο] φαίνεται ότι τοποθετεί το ζήτημα της ανόδου της ακροδεξιάς σε μία νέα φάση συζήτησης και διερεύνησης. Η σαφώς πιο ακραία ρητορική που επιδεικνύει το συγκεκριμένο κόμμα συγκριτικά με άλλα ευρωπαϊκά ακροδεξιά κόμματα, προκαλεί φόβο για επανάληψη ιστορικών γεγονότων που συνέβησαν στην ίδια χώρα κατά το παρελθόν. Οι μνήμες του φασισμού στοιχειώνουν την πολιτική συζήτηση του σήμερα. Παρόλα αυτά, οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες έχουν αλλάξει άρδην και η ίδια η ακροδεξιά δεν είναι ενιαία και συμπαγής, εμφανίζοντας ορισμένες παραδοξότητες. Ήδη, ο πόλεμος στην Ουκρανία το 2022 οδήγησε σε μία διάκριση μεταξύ φιλορωσικών (AfD στη Γερμανία) και φιλοαμερικανικών ακροδεξιών κομμάτων (Fratelli d’Italia στην Ιταλία). Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι τα πλέον επιτυχημένα ευρωπαϊκά ακροδεξιά κόμματα παρουσιάζουν μία εναλλακτική εικόνα σχετικά με τη στερεοτυπική αναπαράσταση αυτού του ιδεολογικού χώρου κατά τον προηγούμενο αιώνα, δηλαδή την εικόνα της ανδροκρατίας στις ηγεσίες αυτών των πολιτικών κομμάτων. Η Giorgia Meloni στην Ιταλία, η Marine Le Pen στη Γαλλία και η Alice Weidel στη Γερμανία καταρρίπτουν ένα τέτοιο στερεοτυπικό ταμπού και φαίνεται να θέτουν τα κόμματά τους σε τροχιά διακυβέρνησης (με την πρώτη να το έχει, ήδη, επιτύχει).
Η περίπτωση δε της Alice Weidel είναι ακόμα πιο ενδιαφέρουσα, καθώς ενώ η ίδια είναι ομοφυλόφιλη και η σύντροφος της είναι μεταναστευτικής καταγωγής, αυτό δεν την εμποδίζει να αναπαράγει μια ακραία ρητορική κατά της κοινότητας ΛΟΑΤΚΙ+ και των μεταναστ(ρι)ών της Γερμανίας. Την ίδια στιγμή, παρότι η ηγέτιδα του AfD δεν ακολουθεί τα κατασκευασμένα κοινωνικά πρότυπα που επιτάσσει η ιδεολογία του κόμματός της, έχει τόσο την αποδοχή του στελεχιακού δυναμικού του κόμματος όσο και τη στήριξη παλιών και νέων ψηφοφόρων του AfD. Αυτές οι δύο παραδοξότητες περιγράφουν μια συνθήκη που χρήζει διερεύνησης και περαιτέρω συλλογισμού.
Η στροφή των ψηφοφόρων προς ακροδεξιά κόμματα δεν σχετίζεται τόσο με την επιθυμία για αλλαγή μεταναστευτικής πολιτικής, όπως συνήθως επισημαίνεται στα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, αλλά αφορά πολύ περισσότερο την αποτυχία των υφιστάμενων φιλελεύθερων, κεντροδεξιών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων να βελτιώσουν το βιοτικό επίπεδο των πολιτών και να περιορίσουν φαινόμενα οικονομικής διαφθοράς που παρουσιάζονται συχνά στο πολιτικό σύστημα. Για παράδειγμα, το 65% όσων δηλώνουν ότι δεν βρίσκονται σε καλή οικονομική κατάσταση, ψήφισε στις τοπικές εκλογές του κρατιδίου Saxony-Anhalt το AfD. Ο ελιτισμός, λοιπόν, ορισμένων Ευρωπαίων ηγετών (πχ του Emmanuel Macron στη Γαλλία) απέναντι στις λαϊκές απαιτήσεις και η σκληρή καταστολή σε σχετικές κινητοποιήσεις οδηγεί σημαντικό τμήμα των ψηφοφόρων των «παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας» σε «μη παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις» είτε της ακροδεξιάς είτε της αριστεράς.
Το ενδιαφέρον ερώτημα, εδώ, είναι για ποιο λόγο η ακροδεξιά φαίνεται σε αρκετές περιπτώσεις να υπερισχύει της αριστεράς. Ο βασικός λόγος της προτίμησης των ψηφοφόρων προς ακροδεξιά κόμματα αντί της αριστεράς έγκειται στη συνθήκη «αποσύνδεσης» των προοδευτικών κομμάτων από τις λαϊκές βάσεις. Αυτό έγινε εμφανές την προηγούμενη δεκαετία σε αρκετές χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, λόγω των δημοσιονομικών μέτρων που είχαν επιβληθεί σε εκείνες και της πολιτικής λιτότητας που ακολούθησαν διάφορα προοδευτικά κόμματα. Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο είναι ότι οι ηγεσίες των ακροδεξιών κομμάτων φαίνεται να έχουν αντιληφθεί ότι η στρατηγική προσέλκυσης των νεαρών ηλικιακά ψηφοφόρων πρέπει να προσαρμοστεί στις ανάγκες της ψηφιακής εποχής και αυτό σημαίνει μία αποτελεσματική και ευρεία χρήση ψηφιακών πλατφόρμων και μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Στον αντίποδα, τα αριστερά κόμματα (με εξαίρεση ίσως τις προεκλογικές καμπάνιες του κόμματος Die Linke στη Γερμανία τόσο στις εκλογές του 2025 όσο και τώρα στο Βερολίνο) διακατέχονται από ένα αίσθημα δαιμονοποίησης της χρήσης των social media για προεκλογικές καμπάνιες. Ένα τελευταίο στοιχείο που συνδέεται με τις ψηφιακές πλατφόρμες είναι o ρόλος που διαδραματίζουν οι ίδιοι οι ολιγάρχες της τεχνολογίας, οι οποίοι αξιοποιώντας τα social media στηρίζουν και προωθούν τα ακροδεξιά κόμματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, αποτελεί η συμπόρευση του Elon Musk με τον Donald Trump και οι διαρκείς παρεμβάσεις του σε ευρωπαϊκές εκλογικές αναμετρήσεις υποστηρίζοντας συντηρητικά και ακροδεξιά κόμματα.
Η θεαματική νίκη του Die Linke στο Βερολίνο [25,7% (+13,4%)] και η σχετικά αναμενόμενη πτώση του σουηδικού εθνικιστικού κόμματος Sverigedemokraterna αποτελούν σημαντικές, αλλά μικρές, νίκες σε μία ήπειρο, η οποία έχει βιώσει με τον πλέον επαίσχυντο τρόπο τις συνέπειες της κυριαρχίας του φασισμού. Το 2027 θα πραγματοποιηθεί μία από τις πιο κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις αυτής της δεκαετίας στην Ευρώπη: οι προεδρικές εκλογές στη Γαλλία, η οποία οικονομικά και πολιτικά αποτελεί μία σημαντική χώρα για το οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ενώ ο Emanuel Macron ολοκληρώνει τη δεύτερη, και τελευταία κατά το Σύνταγμα, θητεία του, ο τρόπος διακυβέρνησης του φαίνεται ότι έχει καταστήσει πιο πιθανή από ποτέ την εκλογική νίκη της ακροδεξιάς στη Γαλλία. Εκτός, όμως, από τις γαλλικές προεδρικές εκλογές, οι βουλευτικές εκλογικές αναμετρήσεις σε Ιταλία, Ισπανία και Ελλάδα πρόκειται να αναδιαμορφώσουν συνολικά τον πολιτικό χάρτη του ευρωπαϊκού Νότου.
Ο πολιτικός διάλογος, λοιπόν, θα γίνει πιο παραγωγικός αν αποφύγει το παραλυτικό αίσθημα φόβου, την απλή παρουσίαση ποσοστών και στατιστικών και την ακατάπαυστη ονοματολογία για τις μετακινήσεις πολιτικών από κόμμα σε κόμμα. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ουσιαστικό αναστοχασμό για το ποια είναι τα αίτια της στροφής των πολιτών προς την συντηρητική και άκρα δεξιά, ποια είναι τα αίτια της αποχής από τις εκλογές και με ποιους τρόπους θα είναι εφικτή η προσέλκυση ψηφοφόρων.
Διονύσης Γκιάτας στην ΕΠΟΧΗ
