Η ταινία The Fix, γνωστή αρχικά ως Hotel Tehran, συνδέει μια αποτυχημένη αποστολή στο Αφγανιστάν με μια επιχείρηση στο Ιράν. Η ανάλυση του Παναγιώτη Παπαδομανωλάκη εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο η ιστορία παρουσιάζει την αμερικανική αποχώρηση και τη διπλωματία.
Η ταινία του Γκάι Μος κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ στις 11 Σεπτεμβρίου, ημερομηνία που συμπίπτει με την επέτειο των επιθέσεων στους Δίδυμους Πύργους. Η πρεμιέρα έγινε επίσης πέντε χρόνια μετά την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από την Καμπούλ. Το έργο, που βασίζεται σε ιδέα του πρώην αξιωματικού της CIA Μπάζελ Μπαζ, χρησιμοποιεί τα γεγονότα στο Αφγανιστάν ως αφετηρία για μια κατασκοπευτική περιπέτεια με επίκεντρο το Ιράν.
Αποστολή στο Αφγανιστάν και επιστροφή στην Τεχεράνη
Στην εισαγωγή, πράκτορες της CIA επιχειρούν να απομακρύνουν από την Καμπούλ έναν Αφγανό συνεργάτη, ενώ οι Ταλιμπάν προελαύνουν. Η επιχείρηση αποτυγχάνει και ο επικεφαλής της ομάδας, Τάκερ, λαμβάνει εντολή να σκοτώσει τον πληροφοριοδότη για να μην αποκαλύψει αμερικανικά μυστικά. Ο Λάρι, ο ανώτερος πράκτορας που τον υποδύεται ο Λίαμ Νίσον, παρουσιάζεται να αντιμετωπίζει την αποτυχία ως επανάληψη της ήττας των ΗΠΑ στο Βιετνάμ.
Η πλοκή μεταφέρεται στη συνέχεια στο Ιράν. Ο Λάρι ενημερώνει τον Τάκερ ότι στην Τεχεράνη ενδέχεται να βρίσκονται χρήματα από την περίοδο της Ιρανικής Επανάστασης. Για να τα εντοπίσει, ο Τάκερ συγκροτεί ξανά την ομάδα του και αναζητά τη Φαρίμπα, Ιρανή εξόριστη στο Παρίσι. Εκείνη ζητά σε αντάλλαγμα τη διάσωση της κόρης της, Μαριάμ, ακτιβίστριας που κινδυνεύει με εκτέλεση. Αργότερα αποκαλύπτεται ότι ο υποτιθέμενος χρηματικός θησαυρός είναι αρνητικά φωτογραφιών από μυστικές συναντήσεις του Ρουχολάχ Χομεϊνί με τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ, Τζίμι Κάρτερ.
Η ερμηνεία για την υποχώρηση και τη διαπραγμάτευση
Ο Παπαδομανωλάκης διαβάζει την ταινία ως έργο που παρουσιάζει την αποχώρηση από το Αφγανιστάν και τη διαπραγμάτευση με το Ιράν ως μορφές εγκατάλειψης ή προδοσίας. Κατά την ανάλυσή του, η αφήγηση δίνει έμφαση στην ενοχή των Αμερικανών πρακτόρων για τους συνεργάτες που αφήνονται πίσω, χωρίς να εξετάζει αντίστοιχα τις ευθύνες των αμερικανικών δυνάμεων για τη δράση τους στο Αφγανιστάν. Το συμπέρασμα αυτό αποτελεί την πολιτική ερμηνεία του αρθρογράφου και όχι ουδέτερη περιγραφή της πρόθεσης των δημιουργών.
Η ανάλυση εστιάζει επίσης στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται οι δύο Ιρανές της ιστορίας. Η Μαριάμ εμφανίζεται ως ακτιβίστρια που χρειάζεται τη βοήθεια των Αμερικανών για να σωθεί, ενώ η Ζάρα, η οποία αρχικά λειτουργεί ως κάλυψη για τον Τάκερ, αποκαλύπτεται ως πράκτορας των ιρανικών αρχών. Ο Παπαδομανωλάκης υποστηρίζει ότι αυτή η αντίθεση αναπαράγει το μοτίβο του «λευκού σωτήρα» και στερεότυπα που συνδέουν τη γυναίκα αντίπαλο με την εξαπάτηση και την απανθρωπιά.
Σύμφωνα με την ίδια ανάγνωση, η ανατροπή γύρω από τα αρνητικά των φωτογραφιών ενισχύει την κριτική προς τις διπλωματικές επαφές: η ταινία παρουσιάζει τις μυστικές διαπραγματεύσεις ως κάτι που πρέπει να αποκρυφτεί, ενώ οι επιχειρήσεις των αμερικανικών πρακτόρων βρίσκονται στο επίκεντρο της δράσης. Ο αρθρογράφος θεωρεί ότι έτσι το έργο προκρίνει την παραμονή των ΗΠΑ στη Δυτική Ασία και αντιμετωπίζει την αποχώρηση ως εγκατάλειψη των τοπικών συνεργατών τους.
