Με τις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου να πλησιάζουν, η συζήτηση στο Ισραήλ επικεντρώνεται κυρίως στην ευθύνη για την επίθεση της Χαμάς το 2023, ενώ τα αραβικά κόμματα ενδέχεται να παίξουν καθοριστικό ρόλο στον σχηματισμό κυβέρνησης.
Ο πόλεμος στη Γάζα και το μέλλον των σχέσεων με τους Παλαιστινίους δεν βρίσκονται στο επίκεντρο της προεκλογικής εκστρατείας στο Ισραήλ, παρά τη σημασία που ενδέχεται να έχουν τα αραβικά κόμματα για τον σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης.
Οι Άραβες πολίτες του Ισραήλ αντιστοιχούν περίπου στο 20% του εκλογικού σώματος. Σε ένα πολιτικό σκηνικό με περίπλοκους συσχετισμούς, η στάση των αραβικών κομμάτων μπορεί να επηρεάσει το αν θα επικρατήσει ο κεντροδεξιός αντιπολιτευτικός συνασπισμός «Αλλαγή», υπό τον πρώην αρχηγό του στρατού Γκάντι Άιζενκοτ, ή ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Η συζήτηση επικεντρώνεται στην ευθύνη για την επίθεση
Οι αναφορές στον πόλεμο έχουν επικεντρωθεί κυρίως στο ποιος ευθύνεται για την αποτυχία αποτροπής της επίθεσης της Χαμάς στο νότιο Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου 2023, κατά την οποία σκοτώθηκαν περισσότεροι από 1.200 άνθρωποι. Το μπλοκ «Αλλαγή» επικρίνει τον Νετανιάχου για τον χειρισμό των προειδοποιήσεων πριν από την επίθεση, χωρίς να έχει παρουσιάσει αναλυτικά το κυβερνητικό του πρόγραμμα.
Από την πλευρά του, ο Νετανιάχου παρουσιάζει τον Άιζενκοτ ως εξαρτημένο από τους ηγέτες των αραβικών κομμάτων, μεταξύ των οποίων ο Μανσούρ Αμπάς, επικεφαλής του Ra’am, και ο Αχμάντ Τίμπι, επικεφαλής του Ta’al. Υποστηρίζει ότι ο αντίπαλός του θα έκανε παραχωρήσεις σε ζητήματα ασφαλείας για να εξασφαλίσει τη συμμετοχή ή τη στήριξή τους σε κυβερνητικό συνασπισμό.
Ο απόστρατος συνταγματάρχης Μάικλ Μίλσταϊν, πρώην επικεφαλής παλαιστινιακών υποθέσεων στη στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών, περιέγραψε την εκστρατεία ως επικεντρωμένη σε εσωτερικά και προσωπικά ζητήματα και στον Νετανιάχου. Κατά τον ίδιο, έχει παραμεριστεί η συζήτηση για τις σχέσεις Ισραηλινών και Παλαιστινίων και για τις πιθανές πολιτικές διευθετήσεις μετά την επίθεση και τον πόλεμο.
Διαφωνίες για το εύρος των πολιτικών διαφορών
Ο Χ.Α. Χέλιερ, αναλυτής γεωπολιτικής και ερευνητής στο βρετανικό Royal United Services Institute, υποστηρίζει ότι η αντιπολίτευση δεν προτείνει ουσιαστικά διαφορετική πολιτική για τη Γάζα, τους εποικισμούς στη Δυτική Όχθη ή τον νότιο Λίβανο. Κατά την εκτίμησή του, η κριτική της αφορά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο ο Νετανιάχου χειρίστηκε αυτές τις πολιτικές.
Ο πρώην πρωθυπουργός Εχούντ Ολμέρτ συμφωνεί ότι το μέλλον των σχέσεων με τους Παλαιστινίους έχει απουσιάσει από την προεκλογική συζήτηση, αλλά θεωρεί ότι η κοινή γνώμη έχει μετακινηθεί προς τα δεξιά μετά το τραύμα της 7ης Οκτωβρίου. Εκτιμά ότι τα κόμματα φοβούνται να μιλήσουν για διαπραγματεύσεις ή λύση δύο κρατών, επειδή ανησυχούν για την εκλογική τους στήριξη.
Διαφορετική εκτίμηση διατυπώνει ο Σβεν Μπούργκσντορφ, πρώην εκπρόσωπος της ΕΕ και πρεσβευτής στη Δυτική Όχθη. Υποστηρίζει ότι οι βασικοί ηγέτες της αντιπολίτευσης δεν αμφισβητούν τη στάση του ισραηλινού στρατού στη Γάζα ούτε στηρίζουν την παλαιστινιακή αυτοδιάθεση. Κατά τον ίδιο, μόνο ο Γιαΐρ Γκολάν των Δημοκρατών και ο συνασπισμός των αραβικών κομμάτων υποστηρίζουν αυτή την προοπτική.
Η Jerusalem Post επέκρινε σε κύριο άρθρο της την έλλειψη ουσιαστικού περιεχομένου στην προεκλογική εκστρατεία. Παράλληλα, ο Ολμέρτ εκτίμησε ότι μια κυβέρνηση υπό τον Άιζενκοτ θα μπορούσε να κάνει περιορισμένα ανοίγματα, όπως μια συνάντηση με τον πρόεδρο της Παλαιστινιακής Αρχής, Μαχμούντ Αμπάς. Πρόσθεσε ότι ο πολιτικός χώρος για τέτοιες κινήσεις θα ήταν στενός, αν στην κυβέρνηση συμμετείχαν ο Ναφτάλι Μπένετ και ο Αβιγκντόρ Λίμπερμαν, τους οποίους περιέγραψε ως αντίθετους στην παλαιστινιακή κυριαρχία.
Οι δημοσκοπήσεις του Israel Democracy Institute για τη σύγκρουση με το Ιράν έχουν καταγράψει στήριξη έως 93% στα αρχικά πλήγματα και σχεδόν 80% στη συνέχιση του πολέμου. Το υλικό αναφέρει επίσης ισχυρή υποστήριξη για τη διατήρηση της στρατιωτικής πίεσης στη Χεζμπολάχ στον Λίβανο.
