Η κυβέρνηση Τραμπ εντείνει τις παρεμβάσεις στις εκλογικές διαδικασίες των πολιτειών

Έρευνες, δικαστικές προσφυγές και η ανάπτυξη περισσότερων από 1.000 ομοσπονδιακών παρατηρητών περιλαμβάνονται στις κινήσεις της κυβέρνησης πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου. Οι ισχυρισμοί για εκτεταμένη εκλογική νοθεία αμφισβητούνται, ενώ δεν έχουν παρουσιαστεί στοιχεία ότι ξένες παρεμβάσεις άλλαξαν εκλογικά αποτελέσματα.

Λίγες ημέρες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, η κυβέρνηση Τραμπ έχει εντείνει τις έρευνες και τις νομικές κινήσεις που αφορούν τους εκλογικούς καταλόγους και τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας. Παράλληλα, κυβερνητικά στελέχη επαναφέρουν ισχυρισμούς περί παράνομης συμμετοχής και ευπαθειών στα ηλεκτρονικά συστήματα, οι οποίοι δεν έχουν επιβεβαιωθεί από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δημοκρατικοί και εκλογικοί αξιωματούχοι εκφράζουν ανησυχία ότι οι ομοσπονδιακές αρμοδιότητες θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για παρέμβαση στη διαδικασία ή για αμφισβήτηση αποτελεσμάτων που δεν θα ευνοούν τους Ρεπουμπλικάνους.

Έλεγχοι στους εκλογικούς καταλόγους και δικαστικές προσφυγές

Ο υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας Μαρκγουέιν Μάλιν υποστήριξε τον Ιούλιο ότι εντοπίστηκαν περισσότεροι από 250.000 μη Αμερικανοί πολίτες εγγεγραμμένοι στους καταλόγους της Καλιφόρνιας, της Πενσιλβάνιας, του Νιου Τζέρσεϊ και της Νεβάδα. Αναφέρθηκε επίσης σε περίπου 25.000 επιπλέον περιπτώσεις σε περισσότερες από δώδεκα πολιτείες που διοικούνται από Ρεπουμπλικάνους. Τα στοιχεία έχουν αμφισβητηθεί, μεταξύ άλλων και από Ρεπουμπλικάνους αξιωματούχους, οι οποίοι έχουν προειδοποιήσει ότι μπορεί να είναι παραπλανητικά ή διογκωμένα.

Ο Μάλιν έχει ακόμη υποστηρίξει ότι τα ηλεκτρονικά συστήματα ψηφοφορίας είναι ευάλωτα σε ξένες παρεμβάσεις. Δεν έχει τεκμηριωθεί, ωστόσο, ότι τέτοιες παρεμβάσεις άλλαξαν εκλογικά αποτελέσματα.

Η επικεφαλής της Διεύθυνσης Πολιτικών Δικαιωμάτων του υπουργείου Δικαιοσύνης, Χαρμίτ Ντίλον, έχει κάνει λόγο για εκατοντάδες χιλιάδες αποβιώσαντες και δεκάδες χιλιάδες πρόσωπα χωρίς αμερικανική υπηκοότητα στους εκλογικούς καταλόγους. Το υπουργείο έχει προσφύγει κατά περίπου 30 πολιτειών που δεν παρέδωσαν πλήρεις, μη ανωνυμοποιημένους καταλόγους. Οι δικαστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί έως τώρα στις συγκεκριμένες υποθέσεις δεν έχουν δικαιώσει τις θέσεις της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Παρότι έχουν διεξαχθεί εκτεταμένες έρευνες, η κυβέρνηση έχει ανακοινώσει δημόσια μόνο μερικές δεκάδες ποινικές διώξεις για εκλογικές παραβάσεις.

Η Ντίλον έχει προειδοποιήσει ότι εκλογικοί αξιωματούχοι μπορεί να αντιμετωπίσουν ποινικές συνέπειες αν επιτρέψουν εν γνώσει τους παράνομη συμμετοχή στην ψηφοφορία.

Παρατηρητές και πιθανή παρουσία του FBI

Η κυβέρνηση σχεδιάζει να στείλει περισσότερους από 1.000 ομοσπονδιακούς παρατηρητές σε εκλογικά τμήματα και στις 50 πολιτείες. Η Ντίλον περιέγραψε την κινητοποίηση ως τη μεγαλύτερη προσπάθεια εκλογικής παρακολούθησης στην ιστορία του υπουργείου Δικαιοσύνης. Σύμφωνα με την ίδια, οι παρατηρητές δεν θα παρεμβαίνουν στην ψηφοφορία, αλλά θα καταγράφουν πιθανές παραβιάσεις της ομοσπονδιακής νομοθεσίας. Η παρουσία παρατηρητών δεν είναι πρωτοφανής, όμως το μέγεθος της φετινής ανάπτυξης και οι δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών έχουν προκαλέσει προβληματισμό. Ορισμένοι παρατηρητές σε προκριματικές εκλογές είχαν προηγουμένως συμμετάσχει σε νομικές προσπάθειες αμφισβήτησης της ήττας του Τραμπ το 2020.

Στο μεταξύ, το FBI, του οποίου διευθυντής είναι ο Κας Πατέλ, κατέσχεσε τον Ιανουάριο περίπου 700 κιβώτια εκλογικού υλικού από εγκαταστάσεις της κομητείας Φούλτον στην πολιτεία Τζόρτζια των ΗΠΑ, στο πλαίσιο έρευνας για τις εκλογές του 2020. Τον Μάρτιο ζήτησε επίσης έγγραφα σχετικά με τον έλεγχο στην Αριζόνα, ο οποίος είχε επιβεβαιώσει τη νίκη του Τζο Μπάιντεν.

Σε ακρόαση στη Γερουσία τον Σεπτέμβριο, ο Πατέλ δήλωσε ότι το FBI θα ενεργήσει σύμφωνα με τη νομοθεσία και ότι πράκτορες θα μπορούσαν να μεταβούν σε εκλογικό χώρο για να διερευνήσουν πιθανή παράβαση. Δημοκρατικοί βουλευτές και εκλογικοί αξιωματούχοι ανησυχούν ότι μια τέτοια παρουσία θα μπορούσε να εκληφθεί ως προσπάθεια εκφοβισμού ψηφοφόρων.

Η υπόθεση στην Αλάσκα και οι ισχυρισμοί για ξένες παρεμβάσεις

Το υπουργείο Δικαιοσύνης ζητά μέσω δικαστικής προσφυγής να εμποδιστεί υπό προϋποθέσεις η επικύρωση του αποτελέσματος για τη Γερουσία στην Αλάσκα, αν ο Ρεπουμπλικάνος Νταν Σάλιβαν ηττηθεί από τη Δημοκρατική Μέρι Πελτόλα. Η υπόθεση αφορά την υποψηφιότητα του συνταξιούχου εκπαιδευτικού Ντάνιελ Τζ. Σάλιβαν, του οποίου το όνομα μοιάζει με εκείνο του εν ενεργεία γερουσιαστή. Το υπουργείο υποστηρίζει ότι η υποψηφιότητα αποσκοπούσε στη σύγχυση των ψηφοφόρων και στην αφαίρεση ψήφων από τον Ρεπουμπλικάνο. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Αλάσκας είχε αποφασίσει τον Ιούνιο ότι και οι δύο υποψήφιοι μπορούσαν να παραμείνουν στο ψηφοδέλτιο. Για την υπόθεση έχει αρχίσει και ποινική έρευνα.

Ο Τζον Σόλομον, επικεφαλής ειδικής ομάδας του Λευκού Οίκου για τη διαφάνεια, έχει παρουσιάσει αποχαρακτηρισμένα έγγραφα τα οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, δείχνουν πιθανές αδυναμίες στην ασφάλεια των εκλογικών συστημάτων. Ορισμένα αναφέρονται σε δραστηριότητες της Κίνας σχετικά με τη συλλογή ή ανάλυση δεδομένων Αμερικανών ψηφοφόρων. Ο Σόλομον έχει αναγνωρίσει ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις πως ξένη δύναμη άλλαξε ψήφους στις εκλογές του 2020, του 2022 ή του 2024. Έχει επίσης εμφανιστεί επιφυλακτικός απέναντι σε προτάσεις συμμάχων του Τραμπ για κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης ή κατάσχεση μηχανημάτων ψηφοφορίας.

Οι δηλώσεις Τραμπ και τα επόμενα βήματα

Ο Τραμπ εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι οι Δημοκρατικοί προετοιμάζουν εκλογικές παρατυπίες. Τον Ιούνιο, κατά τη διάρκεια των προκριματικών στην Καλιφόρνια, κατήγγειλε «μεγάλη νοθεία» ενώ συνεχιζόταν η καταμέτρηση των επιστολικών ψήφων. Αργότερα ισχυρίστηκε ότι τηλεφώνημά του στο υπουργείο Δικαιοσύνης σταμάτησε την υποτιθέμενη παρατυπία, χωρίς να υπάρχουν στοιχεία ότι η επικοινωνία επηρέασε τα αποτελέσματα.

Ο πρόεδρος έχει ζητήσει μεγαλύτερο έλεγχο των εκλογών από τους Ρεπουμπλικάνους και έχει προτείνει ακόμη και την ομοσπονδιοποίηση της διεξαγωγής τους σε ορισμένες περιοχές. Μια τέτοια κίνηση θα αντιμετώπιζε σοβαρά συνταγματικά και νομικά εμπόδια, καθώς την κύρια ευθύνη για τη διοργάνωση έχουν οι πολιτειακές και τοπικές αρχές.

Μετά την ψηφοφορία της 3ης Νοεμβρίου, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση μπορεί να διερευνά πιθανές παραβάσεις, να προσφεύγει στη Δικαιοσύνη και να ζητά άδειες για έρευνες σε εκλογικό υλικό. Νομικοί εμπειρογνώμονες επισημαίνουν ότι κατάσχεση ψηφοδελτίων ή εκλογικού εξοπλισμού θα ήταν εξαιρετικά ασυνήθιστη και θα απαιτούσε δικαστική έγκριση. Παρά τις ανησυχίες που έχουν εκφραστεί, δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής στοιχεία ότι σχεδιάζεται οργανωμένη διατάραξη της ψηφοφορίας.

Άκου ζωντανά Spi8a