Ο Τραμπ στηρίζει τον Νετανιάχου, ενώ συνεργάτες του αμφισβητούν αν είναι ο καλύτερος εταίρος

Ο Αμερικανός πρόεδρος τάχθηκε υπέρ του Ισραηλινού πρωθυπουργού ενόψει των εκλογών της Τρίτης, αλλά στενοί συνεργάτες του εκτιμούν ότι μια διαφορετική κυβέρνηση θα μπορούσε να διευκολύνει την ατζέντα της Ουάσινγκτον.

Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την Κυριακή τη στήριξή του στον Μπενιαμίν Νετανιάχου, λίγες ημέρες πριν από τις ισραηλινές εκλογές της Τρίτης. Άφησε επίσης να εννοηθεί ότι ενδεχόμενη ήττα του Ισραηλινού πρωθυπουργού θα μπορούσε να επηρεάσει τις σχέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ.

Η δημόσια αυτή στήριξη δεν αντανακλά, ωστόσο, πλήρως τις συζητήσεις στο εσωτερικό της αμερικανικής κυβέρνησης. Σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, αρκετοί συνεργάτες του Τραμπ θεωρούν ότι μια κυβέρνηση χωρίς τον Νετανιάχου θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να συνεργαστεί ευκολότερα με τον Λευκό Οίκο.

Η στάση των συνεργατών του Τραμπ

Ο Τραμπ δεν έχει συνεργαστεί με άλλον Ισραηλινό πρωθυπουργό και δεν γνωρίζει προσωπικά τους βασικούς αντιπάλους του Νετανιάχου. Οι δύο άνδρες έχουν διατηρήσει στενή, αλλά συχνά ταραχώδη σχέση. Σύμβουλος του Αμερικανού προέδρου περιέγραψε την προσέγγισή του λέγοντας ότι προτιμά «τον διάβολο που γνωρίζει».

Αξιωματούχος χαρακτήρισε τη στήριξη προς τον Νετανιάχου επιλογή με όφελος για τον Τραμπ ανεξαρτήτως εκλογικού αποτελέσματος. Αν ο Ισραηλινός πρωθυπουργός επικρατήσει ή παραμείνει υπηρεσιακός, ο Αμερικανός πρόεδρος θα μπορούσε να επικαλεστεί τη συμβολή του και να αξιοποιήσει την επιρροή του για να ζητήσει παραχωρήσεις. Αν σχηματιστεί κυβέρνηση από τους αντιπάλους του, σύμφωνα με την ίδια εκτίμηση, η νέα ηγεσία θα έχει κίνητρο να διατηρήσει καλές σχέσεις με την Ουάσινγκτον.

Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς απέφυγε να ταχθεί δημόσια υπέρ του Νετανιάχου, δηλώνοντας ότι το σημαντικό είναι η θέση του προέδρου. Σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν τις συζητήσεις, αρκετοί στενοί συνεργάτες του Τραμπ διαφωνούσαν με την ανοικτή παρέμβασή του στην προεκλογική αναμέτρηση. Ο Βανς έχει επίσης πει ότι δεν σκοπεύει να εμπλακεί ξανά σε εκλογές άλλων χωρών, αφού είχε στηρίξει τον πρώην πρωθυπουργό της Ουγγαρίας Βίκτορ Όρμπαν πριν από την ήττα του τον Απρίλιο.

Διαφωνίες για την περιφερειακή πολιτική

Ο Βανς και άλλα ανώτατα στελέχη, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, απογοητεύτηκαν από τον Νετανιάχου κατά τον πόλεμο με το Ιράν. Θεωρούν ότι οι εκτιμήσεις που είχε μεταφέρει ο Ισραηλινός πρωθυπουργός στον Λευκό Οίκο πριν από τη σύγκρουση αποδείχθηκαν λανθασμένες, γεγονός που ενίσχυσε τις αμφιβολίες τους για τη συνεργασία μαζί του.

Οι επιφυλάξεις αφορούν και άλλα ζητήματα. Οι απεσταλμένοι του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ, έχουν εκφράσει απογοήτευση για την απροθυμία του Νετανιάχου να προχωρήσει στην εφαρμογή του σχεδίου του Αμερικανού προέδρου για τη Γάζα. Ο Τομ Μπάρακ έχει επιφυλάξεις για την πολιτική της ισραηλινής κυβέρνησης απέναντι στη Δαμασκό και τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Συρία.

Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και η ομάδα του διατηρούν καλύτερες σχέσεις με τον Νετανιάχου, αλλά εκτιμούν ότι το Ισραήλ θα μπορούσε να συμβάλει περισσότερο στην ενίσχυση της κυβέρνησης του Λιβάνου. Παράλληλα, εμφανίζονται δυσαρεστημένοι επειδή, κατά την εκτίμησή τους, δεν έχουν ληφθεί αυστηρότερα μέτρα για τη βία εποίκων εναντίον Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη.

Μετά τις ισραηλινές εκλογές και τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, ο Τραμπ θα κληθεί να αποφασίσει αν θα στηρίξει νέα μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν. Ο Νετανιάχου φέρεται να επιθυμεί την επανέναρξή της, ενώ το εκλογικό αποτέλεσμα ενδέχεται να επηρεάσει την απόφαση ή το χρονοδιάγραμμά της.

Ο Αμερικανός πρόεδρος επιδιώκει επίσης να προωθήσει το σχέδιό του για τη Γάζα, συμφωνίες μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου και μεταξύ Ισραήλ και Συρίας, καθώς και μια ενδεχόμενη συμφωνία εξομάλυνσης των σχέσεων Ισραήλ και Σαουδικής Αραβίας. Η πρόοδος σε αυτούς τους στόχους θα εξαρτηθεί, σύμφωνα με τις πληροφορίες, από την ισραηλινή κυβέρνηση και τη σύνθεση του κυβερνητικού συνασπισμού.

Οι δημοσκοπήσεις και το ενδεχόμενο αδιεξόδου

Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις που δημοσίευσαν την Παρασκευή τρεις μεγάλοι ισραηλινοί τηλεοπτικοί σταθμοί δίνουν 50 έδρες στον συνασπισμό του Νετανιάχου, στην 120μελή Κνεσέτ. Πρόκειται για 17 λιγότερες από όσες διαθέτει σήμερα η κυβερνητική συμμαχία. Το Λικούντ εμφανίζεται να υποχωρεί από τις 32 στις 20 έδρες.

Το μπλοκ του πρώην αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων Γκάντι Άιζενκοτ καταγράφεται στις 52 έως 56 έδρες, ενώ δύο αραβοϊσραηλινά κόμματα αναμένεται να λάβουν συνολικά 14 έως 16. Το Channel 11 εκτιμά ότι τέσσερις έδρες μπορεί να κερδίσει κόμμα εφέδρων που δεν συνδέεται με τα δύο βασικά στρατόπεδα. Διαφορετική εικόνα έδωσε δημοσκόπηση του Channel 14, η οποία νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα προέβλεψε 60 έδρες για το μπλοκ του Νετανιάχου και 30 για το Λικούντ.

Οι μετρήσεις, πλην της εκτίμησης του Channel 14, παραπέμπουν σε δυσκολία εξασφάλισης των 61 εδρών που απαιτούνται για σχηματισμό κυβέρνησης. Ο Άιζενκοτ έχει αποκλείσει τη συμμετοχή αραβοϊσραηλινών κομμάτων σε συνασπισμό του, ενώ η λύση κυβέρνησης μειοψηφίας με την εξωτερική στήριξή τους προκαλεί αντιδράσεις σε πιθανούς εταίρους του. Η προοπτική κυβέρνησης εθνικής ενότητας με τον Νετανιάχου θεωρείται επίσης εξαιρετικά απίθανη.

Αν κανένα στρατόπεδο δεν συγκεντρώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία, το Ισραήλ ενδέχεται να οδηγηθεί ξανά σε εκλογές, με τον Νετανιάχου να παραμένει στο μεταξύ υπηρεσιακός πρωθυπουργός. Συνεπώς, η αναμέτρηση της Τρίτης δεν εγγυάται ότι θα προκύψει κυβέρνηση πιο πρόθυμη να ακολουθήσει την αμερικανική ατζέντα· μπορεί να αφήσει τη χώρα σε παρατεταμένη πολιτική αστάθεια και τον Νετανιάχου αποδυναμωμένο.

Άκου ζωντανά Spi8a