Οι πωλήσεις αντλιών θερμότητας σε 12 ευρωπαϊκές χώρες έφτασαν περίπου τα 1,16 εκατομμύρια το πρώτο εξάμηνο του 2026, καθώς η ενεργειακή κρίση επαναφέρει στο προσκήνιο εναλλακτικές λύσεις αντί των λεβήτων φυσικού αερίου.
Περίπου 1,16 εκατομμύρια αντλίες θερμότητας πωλήθηκαν από τον Ιανουάριο έως τον Ιούνιο σε 12 ευρωπαϊκές χώρες, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης Αντλιών Θερμότητας (EHPA). Το αντίστοιχο σύνολο για το πρώτο εξάμηνο του 2025 ήταν 1,04 εκατομμύρια.
Η καταγραφή αφορά την Αυστρία, το Βέλγιο, την Ελβετία, τη Δανία, τη Φινλανδία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, την Ολλανδία, τη Νορβηγία, την Πορτογαλία και τη Σουηδία. Η αύξηση έρχεται μετά την υποχώρηση της αγοράς το 2024, όταν οι πωλήσεις του πρώτου εξαμήνου ήταν 47% χαμηλότερες από την ίδια περίοδο του 2023. Η κάμψη είχε ακολουθήσει την αυξημένη ζήτηση του 2022, στην κορύφωση της ενεργειακής κρίσης.
Το κόστος της ενέργειας και η στροφή στην ηλεκτροδότηση
Οι αντλίες θερμότητας χρησιμοποιούν ηλεκτρική ενέργεια για να αξιοποιήσουν θερμότητα από τον αέρα, το νερό ή το έδαφος, προσφέροντας θέρμανση ή ψύξη. Αποτελούν εναλλακτική στους λέβητες φυσικού αερίου και, σύμφωνα με την EHPA, είναι τρεις έως πέντε φορές πιο ενεργειακά αποδοτικές.
Η ένταση της ζήτησης συνδέεται, κατά την EHPA, σε μεγάλο βαθμό με τη σχέση μεταξύ του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου. Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες το ηλεκτρικό ρεύμα επιβαρύνεται φορολογικά περισσότερο, κάτι που μπορεί να μειώνει το οικονομικό κίνητρο για μετάβαση σε ηλεκτρικά συστήματα θέρμανσης.
Η διαταραχή στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ έχει συμβάλει στην άνοδο των τιμών ενέργειας σε επίπεδα-ρεκόρ. Από το πέρασμα διέρχεται, υπό κανονικές συνθήκες, περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, παράλληλα, ενθαρρύνει τις κυβερνήσεις να μειώσουν τη φορολογία στην ηλεκτρική ενέργεια, στο πλαίσιο της προσπάθειας περιορισμού της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα.
Ο γενικός διευθυντής της EHPA, Πολ Κένι, υποστήριξε ότι η Ευρώπη απομακρύνεται από την εξάρτηση από το φυσικό αέριο και συνέδεσε την ταχύτερη μετάβαση με το να γίνει η ηλεκτρική ενέργεια η πιο οικονομική επιλογή.
Οι στόχοι της ΕΕ και οι εθνικές πολιτικές
Το Σχέδιο Δράσης της ΕΕ για την Ηλεκτροδότηση, που παρουσιάστηκε τον Ιούλιο του 2026, επιδιώκει να καταστήσει το ηλεκτρικό ρεύμα φορολογικά πιο ανταγωνιστικό σε σχέση με τα ορυκτά καύσιμα. Προβλέπει ετήσιες εγκαταστάσεις τεσσάρων εκατομμυρίων αντλιών θερμότητας στην Ευρώπη έως το 2030 και σχεδόν διπλασιασμό του μεριδίου της ηλεκτρικής ενέργειας στην ενεργειακή κατανάλωση της ΕΕ έως το 2040, από περίπου ένα τέταρτο σήμερα σε σχεδόν το μισό.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι η ευρύτερη χρήση ηλεκτρικών τεχνολογιών θα μπορούσε να μειώσει κατά περίπου 200 δισ. ευρώ το κόστος εισαγωγών ορυκτών καυσίμων έως το 2040. Η EHPA αναφέρει ως παραδείγματα την Ολλανδία και το Βέλγιο, όπου μέρος της φορολογικής επιβάρυνσης έχει μεταφερθεί από την ηλεκτρική ενέργεια στα ορυκτά καύσιμα. Στη Δανία έχει μειωθεί η φορολογία του ρεύματος για νοικοκυριά με αντλίες θερμότητας, ενώ η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιταλία παρέχουν επιχορηγήσεις ή άλλα κίνητρα για την εγκατάστασή τους.
Μια ευρύτερη φορολογική αλλαγή σε επίπεδο ΕΕ θα απαιτούσε τη συμφωνία και των 27 κρατών-μελών, γεγονός που παραμένει εμπόδιο για την υιοθέτησή της.
