Το νέο πρόγραμμα των Δημοκρατικών Σοσιαλιστών της Αμερικής θέτει στο τραπέζι μια σειρά ριζοσπαστικών αιτημάτων και μιλά ανοιχτά για μια σοσιαλιστική προοπτική. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, παραμένει: με ποια κοινωνική και πολιτική δύναμη μπορούν όλα αυτά να γίνουν πραγματικότητα;

Οι Δημοκρατικοί Σοσιαλιστές της Αμερικής (DSA) παρουσίασαν το καλοκαίρι του 2026 το νέο εθνικό τους πρόγραμμα με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Workers Deserve More» – «Οι εργαζόμενοι αξίζουν περισσότερα».

Το πρόγραμμα έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι σοσιαλιστικές ιδέες αποκτούν στις Ηνωμένες Πολιτείες μια απήχηση που πριν από μερικές δεκαετίες θα φαινόταν σχεδόν αδιανόητη. Μια νέα γενιά εργαζομένων και νέων έχει περάσει μέσα από διαδοχικές κρίσεις: την πανδημία, την έκρηξη του κινήματος μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ, ένα νέο κύμα συνδικαλιστικών αγώνων, την απεργία στην αυτοκινητοβιομηχανία, τον πόλεμο και την καταστροφή στη Γάζα, αλλά και τη νέα περίοδο διακυβέρνησης Τραμπ, με τη σκληρή επίθεση στους μετανάστες και τα δημοκρατικά δικαιώματα.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι DSA επιχειρούν να συγκροτήσουν μια συνολική πολιτική απάντηση.

Το άρθρο βασίζεται και αποτελεί ελεύθερη απόδοση και επεξεργασία του κειμένου της Sou Mi, «Workers Do Deserve More. But How Do We Actually Win It?», που δημοσιεύτηκε στο Left Voice στις 11 Σεπτεμβρίου 2026, καθώς και του προγράμματος «Workers Deserve More» των Democratic Socialists of America.

 

Ένα πρόγραμμα που αμφισβητεί πολύ περισσότερα από τις ανισότητες

Η σημασία του νέου προγράμματος βρίσκεται στο γεγονός ότι δεν περιορίζεται σε επιμέρους κοινωνικές μεταρρυθμίσεις.

Το ίδιο το κείμενο των DSA περιγράφει μια κοινωνία στην οποία η κατοικία, η υγεία, η εκπαίδευση, η ενέργεια και οι μεταφορές αντιμετωπίζονται ως κοινωνικά αγαθά και όχι ως εμπορεύματα. Προτείνει καθολική δημόσια υγεία, κοινωνική κατοικία, δωρεάν δημόσια εκπαίδευση από την προσχολική ηλικία μέχρι το πανεπιστήμιο, διαγραφή των φοιτητικών χρεών και 32ωρη εβδομάδα εργασίας χωρίς μείωση αποδοχών.

Παράλληλα θέτει ζητήματα που αγγίζουν τον ίδιο τον πυρήνα του αμερικανικού πολιτικού συστήματος.

Ζητά την κατάργηση του Εκλεκτορικού Κολεγίου και της Γερουσίας, την καθιέρωση αναλογικής εκπροσώπησης και ενός πολυκομματικού συστήματος, αλλά και τη ριζική αναδιάρθρωση της εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας. Υποστηρίζει επίσης τη δημόσια ιδιοκτησία των μεγαλύτερων επιχειρήσεων και βασικών τομέων της οικονομίας.

Πρόκειται για θέσεις ιδιαίτερα ριζοσπαστικές για τα δεδομένα της αμερικανικής πολιτικής ζωής.

Οι DSA μιλούν, άλλωστε, ευθέως για την ανάγκη δημιουργίας μιας «δημοκρατικής σοσιαλιστικής δημοκρατίας» και για την οικοδόμηση ενός κόμματος του οποίου στόχος θα είναι μια κοινωνία που θα κυβερνάται από την εργατική τάξη.

Ρήξη και με βασικές επιλογές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής

Ακόμη πιο αξιοσημείωτες είναι ορισμένες θέσεις του προγράμματος για την εξωτερική πολιτική.

Οι DSA ζητούν τη διακοπή κάθε στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας προς το Ισραήλ, αναγνωρίζουν το δικαίωμα επιστροφής και αυτοδιάθεσης των Παλαιστινίων και τάσσονται υπέρ μιας ελεύθερης Παλαιστίνης.

Ζητούν επίσης το κλείσιμο των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στο εξωτερικό και τον τερματισμό των οικονομικών αποκλεισμών και κυρώσεων απέναντι σε χώρες όπως η Κούβα, η Βενεζουέλα και το Ιράν.

Στο μεταναστευτικό τάσσονται υπέρ της κατάργησης της ICE, της ομοσπονδιακής υπηρεσίας που έχει ταυτιστεί με τις συλλήψεις και απελάσεις μεταναστών, ζητώντας νομιμοποίηση της μετανάστευσης και αμνηστία για όλους τους μετανάστες ανεξάρτητα από το καθεστώς παραμονής τους.

Το πρόγραμμα, επομένως, δεν αποτελεί απλώς μια πιο κοινωνική εκδοχή της πολιτικής των Δημοκρατικών. Σε αρκετά σημεία έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με θεμελιώδεις πλευρές του αμερικανικού πολιτικού και οικονομικού συστήματος.

Το μεγάλο κενό: με ποιον τρόπο θα κερδηθούν όλα αυτά;

Σε αυτό ακριβώς το σημείο επικεντρώνεται και η κριτική που διατυπώνει η Sou Mi σε άρθρο της στο αμερικανικό Left Voice.

Το πρόβλημα, σύμφωνα με την αρθρογράφο, δεν βρίσκεται κυρίως στο τι διεκδικεί το πρόγραμμα αλλά στο πώς υποτίθεται ότι αυτές οι διεκδικήσεις μπορούν να επιβληθούν.

Το πρόγραμμα αναγνωρίζει ότι ορισμένες κατακτήσεις μπορούν να επιτευχθούν μέσα στο υπάρχον σύστημα, ενώ η συνολική υλοποίηση των στόχων του απαιτεί μια νέα κοινωνία. Δεν εξηγεί όμως με σαφήνεια ποια κοινωνική στρατηγική μπορεί να ενώσει τα άμεσα αιτήματα με αυτή τη μακροπρόθεσμη σοσιαλιστική προοπτική.

Εδώ εμφανίζεται ένα ιστορικό πρόβλημα της σοσιαλδημοκρατίας: από τη μία ένα πρόγραμμα καθημερινών μεταρρυθμίσεων και από την άλλη ο σοσιαλισμός ως μακρινός τελικός στόχος.

Ανάμεσα στα δύο, όμως, συχνά απουσιάζει η γέφυρα.

Και όταν αυτή η γέφυρα δεν υπάρχει, ο μακροπρόθεσμος στόχος κινδυνεύει να απομακρύνεται συνεχώς, ενώ όλο το πολιτικό βάρος μεταφέρεται στις άμεσες εκλογικές επιτυχίες.

Η δύσκολη σχέση των DSA με το Δημοκρατικό Κόμμα

Το πρόβλημα γίνεται ακόμα πιο έντονο εξαιτίας της σχέσης των DSA με το Δημοκρατικό Κόμμα.

Από τη μία, το νέο πρόγραμμα υποστηρίζει την ανάγκη δημιουργίας ενός ανεξάρτητου κόμματος της εργατικής τάξης. Από την άλλη, μεγάλο μέρος της πραγματικής εκλογικής δραστηριότητας των DSA εξακολουθεί να πραγματοποιείται μέσα στις δομές και στα ψηφοδέλτια των Δημοκρατικών.

Αυτή η αντίφαση γίνεται εμφανής ακόμη και στις τοποθετήσεις ορισμένων από τα πιο γνωστά πολιτικά πρόσωπα που συνδέονται με τους DSA.

Η Alexandria Ocasio-Cortez έχει αντιμετωπίσει ορισμένες από τις πιο ριζοσπαστικές πλευρές του προγράμματος ως περισσότερο θεωρητικές συζητήσεις, ενώ και άλλοι εκλεγμένοι που βρίσκονται κοντά στην οργάνωση έχουν πάρει αποστάσεις από αιτήματα όπως η κατάργηση του σημερινού αστυνομικού και σωφρονιστικού συστήματος.

Το ερώτημα επομένως είναι θεμελιώδες:

Μπορεί να οικοδομηθεί ανεξάρτητη πολιτική δύναμη της εργατικής τάξης μέσα από τη διαρκή εκλογική εξάρτηση από ένα από τα δύο κόμματα του αμερικανικού κατεστημένου;

Για το Left Voice η απάντηση είναι αρνητική.

Κάθε νέα επιτυχία μέσα στο Δημοκρατικό Κόμμα μπορεί να αυξάνει την εκλογική επιρροή της αριστερής πτέρυγας, αλλά ταυτόχρονα ενισχύει την εξάρτησή της από τον ίδιο κομματικό μηχανισμό τον οποίο υποτίθεται ότι θέλει τελικά να υπερβεί.

Η ταξική πάλη δεν μπορεί να αντικατασταθεί από την εκλογική στρατηγική

Η βασική θέση του άρθρου είναι ότι καμία εκλογική τακτική δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανάπτυξη της εργατικής τάξης ως αυτόνομης πολιτικής δύναμης.

Οι σημαντικότερες κοινωνικές κατακτήσεις στις ΗΠΑ — από το οκτάωρο και την ανάπτυξη των συνδικάτων μέχρι τους αγώνες ενάντια στον φυλετικό διαχωρισμό και την κατάκτηση των πολιτικών δικαιωμάτων — δεν προέκυψαν απλώς από κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς.

Κατακτήθηκαν μέσα από μαζικούς κοινωνικούς αγώνες.

Το ίδιο, υποστηρίζει η αρθρογράφος, θα ισχύσει και για τη δημόσια κατοικία, την καθολική υγειονομική περίθαλψη, τα εργατικά δικαιώματα, τον αγώνα ενάντια στον μιλιταρισμό και τα δικαιώματα των μεταναστών.

Το καθοριστικό ζήτημα είναι κατά πόσο οι ίδιοι οι εργαζόμενοι μπορούν να οργανωθούν, να κινητοποιηθούν και να επιβάλουν τις διεκδικήσεις τους απέναντι στο κεφάλαιο και στο κράτος.

Από την εκλογική κινητοποίηση στην αυτοοργάνωση

Υπάρχει μάλιστα ήδη μια τεράστια κοινωνική δύναμη γύρω από τους DSA.

Οι πρόσφατες εκλογικές εκστρατείες της οργάνωσης κινητοποίησαν δεκάδες χιλιάδες εθελοντές. Χιλιάδες άνθρωποι χτύπησαν πόρτες, τηλεφώνησαν σε ψηφοφόρους, οργάνωσαν καμπάνιες και συμμετείχαν ενεργά στην πολιτική ζωή.

Το κρίσιμο ζήτημα είναι τι γίνεται με αυτή τη δύναμη μετά τις εκλογές.

Μπορεί να παραμένει απλώς ένας εκλογικός μηχανισμός ή μπορεί να μετατραπεί σε μόνιμη κοινωνική και πολιτική οργάνωση;

Το Left Voice προτείνει τη δημιουργία επιτροπών δράσης, συνελεύσεων και μορφών αυτοοργάνωσης που θα ενώνουν συνδικαλισμένους και ασυνδικάλιστους εργαζόμενους, μετανάστες, φοιτητές, ανέργους και νεολαία.

Εκεί οι ίδιοι οι άνθρωποι θα μπορούν όχι μόνο να συμμετέχουν σε προεκλογικές εκστρατείες, αλλά να συζητούν, να αποφασίζουν και να οργανώνουν τους αγώνες τους.

Η διαφορά είναι ουσιαστική.

Μια λαϊκή συνέλευση μπορεί να λειτουργεί απλώς ως μηχανισμός πίεσης προς έναν προοδευτικό δήμαρχο ή έναν βουλευτή. Μπορεί όμως να αποτελέσει και το κύτταρο μιας πραγματικά ανεξάρτητης δύναμης των εργαζομένων.

Ποιος κυβερνά πραγματικά την κοινωνία;

Στον πυρήνα αυτής της συζήτησης βρίσκεται τελικά ένα παλιό αλλά πάντα επίκαιρο ερώτημα της Αριστεράς.

Σοσιαλισμός σημαίνει απλώς μια κυβέρνηση που εφαρμόζει φιλολαϊκές πολιτικές για λογαριασμό των εργαζομένων;

Ή σημαίνει τη δημιουργία των όρων ώστε οι ίδιοι οι εργαζόμενοι να αποκτήσουν τη δυνατότητα να διευθύνουν την κοινωνία;

Η δεύτερη αντίληψη οδηγεί αναγκαστικά σε διαφορετική πολιτική στρατηγική.

Ένα πραγματικό εργατικό κόμμα δεν μπορεί να είναι μόνο εκλογικός μηχανισμός ούτε απλώς μια προοδευτική πτέρυγα ενός μεγαλύτερου κόμματος. Θα πρέπει να αποτελεί εργαλείο των κοινωνικών αγώνων στους χώρους εργασίας, στα πανεπιστήμια, στις γειτονιές και στους δρόμους.

Η εκλογική του παρουσία θα πρέπει να υπηρετεί αυτή την κοινωνική δύναμη και όχι το αντίστροφο.

Μια σπάνια ευκαιρία για την αμερικανική Αριστερά

Οι DSA βρίσκονται σήμερα μπροστά σε μια σπάνια ιστορική δυνατότητα.

Διαθέτουν δεκάδες χιλιάδες μέλη, ένα αυξανόμενο κοινωνικό ακροατήριο για τις σοσιαλιστικές ιδέες και ένα πρόγραμμα που κατονομάζει τον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό ως τις βασικές αιτίες των κοινωνικών αδιεξόδων.

Το πρόγραμμα «Workers Deserve More» αποτυπώνει μια αξιοσημείωτη μετατόπιση του πολιτικού διαλόγου στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το ερώτημα όμως παραμένει ανοιχτό.

Θα μετατραπεί αυτή η μετατόπιση σε μια ανεξάρτητη πολιτική και κοινωνική δύναμη της εργατικής τάξης ή θα ενσωματωθεί για ακόμη μία φορά στην αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος;

Οι εργαζόμενοι πράγματι αξίζουν περισσότερα.

Το κρίσιμο, όμως, δεν είναι μόνο να διατυπωθεί ένα πρόγραμμα που το αναγνωρίζει. Είναι να οικοδομηθεί η κοινωνική δύναμη που μπορεί πραγματικά να το επιβάλει.

Άκου ζωντανά