Από τη ρευστοποίηση στην πολιτική στασιμότητα

Βρισκόμαστε σε χρονική απόσταση από την παρέλαση πρωθυπουργού και ηγετών κομμάτων στο Βελλίδειο με ευκαιρία τη ΔΕΘ, που μας επιτρέπει μια αποτίμηση των αποτελεσμάτων που είχε αυτή στη διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού. Έχουν, άλλωστε, δημοσιευτεί τα ευρήματα σωρείας δημοσκοπήσεων, που έγιναν ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο.

Τόσο η κυβέρνηση όσο και τα κόμματα είχαν πλήρη συναίσθηση πως μιλούν σε προεκλογικό χρόνο και με προεκλογικό λόγο. Και το εθνικό ακροατήριο με τον ίδιο τρόπο έχει προσλάβει τα μηνύματα που του έχουν σταλεί. Τίποτα δεν έγινε σε ανύποπτο χρόνο: όλοι περιμέναμε να δούμε αν με τα χαρτιά που θα έδειχναν, θα άλλαζε κάτι στα μέχρι τη ΔΕΘ δεδομένα.

Ποια ήταν αυτά τα δεδομένα; Ήταν εκείνα που προέκυπταν από τις μετρήσεις μετά την επίσημη είσοδο στον πολιτικό στίβο των νέων κομματικών σχηματισμών Καρυστιανού και Τσίπρα: πρώτη στην πρόθεση ψήφου η ΝΔ, μάχη για τη δεύτερη και τρίτη θέση μεταξύ ΕΛΑΣ και ΠΑΣΟΚ με καταγεγραμμένο προβάδισμα της πρώτης, ένα μάλλον γρήγορο ξεφούσκωμα της Ελπίδας και από εκεί και πέρα μια μάλλον απαράλλαχτη σειρά κομμάτων που εξασφαλίζουν την είσοδό τους στη Βουλή και μια σειρά άλλων που δίνουν αγώνα για μια τέτοια θέση.

Τα νερά λιμνάζουν

Η ΔΕΘ δεν φαίνεται να έχει αλλάξει την κατάσταση. Η πρότερη εικόνα μάλλον τείνει να παγιωθεί. Η εμφάνιση των δύο νέων παικτών και οι επιδόσεις τους μπορεί να έκοψαν τη φόρα των συζητήσεων περί ρευστότητας του πολιτικού σκηνικού –κυρίαρχες κατά τη διάρκεια του 2025– αλλά δεν επέφεραν ανατροπές, όπως αναμενόταν. Δεν τάραξαν τα νερά. Η Ελπίδα ακολουθεί όπως φαίνεται φθίνουσα πορεία χωρίς σημάδια αναστρέψιμης αντίδρασης, η δε ΕΛΑΣ δεν δημιουργεί νέο πολιτικό χώρο, διεκδικεί δημοσκοπικά το ποσοστό που είχε καταγράψει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στη χειρότερη εκλογικά στιγμή της καθοδικής πορείας του βασιλεύοντος του Κασσελάκη. Το ΠΑΣΟΚ, με εμφάνιση και πρόγραμμα που του επέτρεπε να διεκδικεί τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης στο πλαίσιο ενός ήπιου δικομματισμού, την οποία σήμερα κατέχει μόνο λόγω κρίσης του ΣΥΡΙΖΑ, κάπως ωφελήθηκε δημοσκοπικά. Χωρίς, βέβαια, να ανατρέπεται η κρατούσα κατάσταση. Στην κεφαλή πάλι η ΝΔ, ανήσυχη μεν γιατί οι «παροχές» της δεν έπιασαν τόπο, αλλά όχι απειλούμενη ουσιαστικά, τουλάχιστον από τα αριστερά της.

Αν πιάναμε το νήμα από την εποχή της ρευστότητας, θα λέγαμε ότι μετά τη ΔΕΘ φαίνεται να περνάμε σε μια εποχή παγίωσης ορισμένων δεδομένων, σε μια κατάσταση στασιμότητας , η οποία τελικά τη ΝΔ μάλλον θα ευνοήσει, αφού δεν απειλεί την πρωτιά της. Και δεν διαφαίνεται κάτι που μπορεί να ειπωθεί ή να συμβεί ως τον Μάιο, το οποίο θα μπορούσε να ανατρέψει τα δεδομένα.

Η κοινωνία θέλει, η πολιτική μπορεί;

Το παράδοξο είναι ότι όλα αυτά συνυπάρχουν με το μόνιμο εύρημα των δημοσκοπήσεων, που θέλει το 70% όσων απαντούν να θεωρεί λανθασμένη την πολιτική που εφαρμόζεται και να ζητάει την αλλαγή της. Με άλλα λόγια, το κοινωνικό σώμα φαίνεται να θέλει την αλλαγή σε γενικές γραμμές, αλλά το πολιτικό πλαίσιο στο οποίο κινείται η δημοκρατική αντιπολίτευση δεν της επιτρέπει να ανταποκριθεί στο αίτημα αυτό.

Τόσο το χαμηλών προσδοκιών περιεχόμενο της πολιτικής που εξαγγέλλουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης, όσο και η απουσία –για να μην πούμε η παντελής άρνηση– μιας κάποιας πολιτικής συμμαχιών, φαίνεται πως διαμορφώνουν για την ώρα ένα αγεφύρωτο κενό ανάμεσα στη συντριπτικά πλειοψηφική διάθεση που καταγράφεται δημοσκοπικά και τον τρόπο με τον οποίο επιχειρούν να απαντήσουν σ’ αυτή τα αυτοαποκαλούμενα «κόμματα εξουσίας» της αντιπολίτευσης. Η στάση ορισμένων συγκρούεται ακόμα και με την απλή λογική.

Σε πρόσφατη συνέντευξή του στον ΣΚΑΪ, ο αρχηγός της ΕΛΑΣ, προκειμένου να ενισχύσει την άποψή του ότι μόνο ο ίδιος και το κόμμα του μπορούν να νικήσουν τη ΝΔ, κατέληξε να υποστηρίζει ότι η ψήφος που δίνεται σε οποιοδήποτε άλλο κόμμα την κρίσιμη στιγμή του «διλήμματος» μπροστά στην κάλπη, είναι «ψήφος διαμαρτυρίας» (ψευδώνυμο της «χαμένης ψήφου»). Θα μπορούσε, άραγε, να χαρακτηριστεί έτσι, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, η ψήφος στο ΠΑΣΟΚ; Άλλο η επιθυμία, άλλο η πραγματικότητα.

Ευτυχώς ή δυστυχώς, το εκλογικό σώμα δεν είναι μια άμορφη μάζα ψήφων που μεταφέρεται από κάλπη σε κάλπη, προορισμένη να καταλήξει στον εκάστοτε που προορίζεται να τα πάρει όλα. Στο εσωτερικό του διαμορφώνονται τάσεις και καλλιεργούνται ερμηνεύσιμοι δεσμοί με τα κόμματα, που δεν ανατρέπονται παρά μόνο σε συνθήκες κρίσης του πολιτικού/κομματικού συστήματος. Από την άλλη, όσες φορές ηττήθηκε η δεξιά στη μεταπολίτευση, αλλά και στην ύστερη προδικτατορική περίοδο, αυτό συνέβη με τη συγκέντρωση του μεγαλύτερου μέρους των εκλογικών δυνάμεων της επιρροής του κέντρου και της αριστεράς, άλλοτε με την ηγεμονία του κέντρου (1981) και άλλοτε με την ηγεμονία της αριστεράς (2014), αλλά πάντοτε με ριζοσπαστικό πολιτικό πρόταγμα.

Με τις σημερινές συνθήκες δεν φαίνεται πιθανό να σημειωθούν ανατροπές συσχετισμών χωρίς μεταβολή στο εσωτερικό του ίδιου του εκλογικού σώματος, είτε μέσα από μια κρίση του πολιτικού συστήματος, που δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα, είτε με την ορμητική είσοδο αδρανών δυνάμεων από το χώρο της αποχής. Η κινητοποίησή τους, όμως, απαιτεί ανάκτηση αξιοπιστίας με προγραμματικούς όρους, που να μεταφράζεται σε νέα σχέση εμπιστοσύνης με την πολιτική, προϋποθέσεις που κανείς δεν εξασφαλίζει για την ώρα. Χαράλαμπος Γεωργούλας στην ΕΠΟΧΗ

foto

Monstera Production / Pexels

Άκου ζωντανά Spi8a