Το βράδυ της Δευτέρας, καθώς πολιτικοί ηγέτες από όλο τον κόσμο κατέφθαναν στη Νέα Υόρκη για την 81η ετήσια Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, ο Μπέρνι Σάντερς ήταν ο κεντρικός ομιλητής στην εκδήλωση «We Shall Not Be Moved», η οποία πραγματοποιήθηκε στον ιστορικό ναό Ρίβερσαϊντ της πόλης για τον εορτασμό του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Στην ομιλία του, ο Σάντερς αναφέρθηκε στο στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα, την παγκόσμια ολιγαρχία, τη τεχνητή νοημοσύνη και πολλά άλλα.
«Αποτελεί αληθινή τιμή και προνόμιο για μένα να μιλώ απόψε εδώ, σε αυτόν τον εξαιρετικό και ιστορικό ναό Ρίβερσαϊντ.
Όπως πολλοί από εσάς γνωρίζετε, σε αυτόν τον ναό ήρθε να επισκεφθεί ο Νέλσον Μαντέλα, ελεύθερος, μόλις πέντε μήνες μετά την αποφυλάκισή του, έχοντας εκτίσει 27 χρόνια φυλάκισης. Ήρθε εδώ για να ευχαριστήσει τον λαό των Ηνωμένων Πολιτειών που υπερασπίστηκε τη δικαιοσύνη απέναντι στο κακό του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική.
Το θάρρος και η ιστορική διαδρομή του Νέλσον Μαντέλα ενέπνευσαν εκατομμύρια ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο. Η ζωή και η παρακαταθήκη του δεν θα ξεχαστούν ποτέ.
Όπως πιστεύω γνωρίζετε επίσης όλοι σας, το 1967, από αυτόν ακριβώς τον άμβωνα από τον οποίο έχω την τιμή να μιλώ απόψε, ο Δρ Μάρτιν Λούθερ Κινγκ εξέφρασε την έντονη αντίθεσή του στον Πόλεμο του Βιετνάμ—έναν πόλεμο που βασίστηκε σε ψέματα. Έναν πόλεμο φρικτής καταστροφής για τους λαούς της Ασίας, αλλά και για 59.000 νέους Αμερικανούς που πήγαν στο εξωτερικό και δεν επέστρεψαν ποτέ στην πατρίδα τους.
Στη δήλωσή του, με εξαιρετικό θάρρος, ο Δρ Κινγκ αποκάλυψε αυτό που αποκάλεσε πολύ εύστοχα “τα γιγαντιαία τρίδυμα: τον ρατσισμό, τον υλισμό και την στρατιωτικοποίηση”.
Μας προειδοποίησε ότι “ένα έθνος που συνεχίζει χρόνο με τον χρόνο να δαπανά περισσότερα χρήματα σε στρατιωτικές δαπάνες παρά για προγράμματα κοινωνικής αναβάθμισης, πλησιάζει στον πνευματικό θάνατο”.
Όσα είπε ο Δρ Κινγκ ίσχυαν πριν από σχεδόν 60 χρόνια, και ισχύουν ακόμα περισσότερο σήμερα, όταν η χώρα μας, οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, δαπανά πλέον πάνω από 1 τρισεκατομμύριο δολάρια τον χρόνο για τον στρατό, την ίδια στιγμή που περίπου 800.000 Αμερικανοί είναι άστεγοι, 85 εκατομμύρια Αμερικανοί είναι ανασφάλιστοι ή ανεπαρκώς ασφαλισμένοι, και εκατομμύρια άνθρωποι δεν έχουν τη δυνατότητα να καλύψουν τις βασικές ανάγκες της ζωής.
Αυτή η τακτική, να δαπανώνται όλο και περισσότερα χρήματα για τον στρατό και να γυρίζουμε την πλάτη στις εργαζόμενες οικογένειες και τους φτωχούς, δεν συμβαίνει τραγικά μόνο εδώ στις Ηνωμένες Πολιτείες—συμβαίνει σε όλο τον κόσμο, όπου βλέπουμε αυξημένους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς την ώρα που οι ανάγκες των ανθρώπων που ζουν σε ανέχεια αγνοούνται.
Έτσι, όχι μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο, κινούμαστε προς τη λάθος κατεύθυνση, και δική μας δουλειά είναι να το ανατρέψουμε αυτό.
Αντί να παράγουν περισσότερες βόμβες και όπλα και να βλέπουν το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα να απολαμβάνει τεράστια κέρδη, οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο πρέπει να ενωθούν για να θρέψουν τα παιδιά, να φροντίσουν τους ευάλωτους και να προστατεύσουν τον πλανήτη μας από τις καταστροφικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής.
Γι’ αυτό πρέπει να συνεχίσουμε και να εντείνουμε τις προσπάθειές μας για να τερματίσουμε τον καταστροφικό πόλεμο του Προέδρου Τραμπ στο Ιράν, ο οποίος τώρα εξαπλώνεται σε ολόκληρη την περιοχή.
Γι’ αυτό πρέπει να συνεχίσουμε να υψώνουμε τη φωνή μας ενάντια στην ακραία κυβέρνηση του Ισραήλ και τη γενοκτονία που έχει διαπράξει στη Γάζα, και γι’ αυτό εμείς στις Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να τερματίσουμε κάθε στρατιωτική βοήθεια προς την κυβέρνηση Νετανιάχου.
Γι’ αυτό πρέπει να συσπειρωθούμε και να συνεργαστούμε με ακτιβιστές της βάσης στη Ρωσία, ώστε να δοθεί ένα τέλος στον καταστροφικό πόλεμο του Πούτιν στην Ουκρανία—ο οποίος έχει οδηγήσει στον θάνατο περίπου 500.000 Ρώσων στρατιωτών, καθώς και σε μαζική καταστροφή και απώλεια ανθρώπινων ζωών στην Ουκρανία.
Γι’ αυτό πρέπει να καταγγείλουμε τη συνεχιζόμενη οικονομική και στρατιωτική υποστήριξη των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων προς τις RSF, καθώς διεξάγουν μια εκστρατεία γενοκτονίας και καταστροφής στον εμφύλιο πόλεμο του Σουδάν.
Την περασμένη εβδομάδα, ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, κατονόμασε σωστά τρεις υπαρξιακές απειλές που αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή ο κόσμος. Μίλησε για την ανεξέλεγκτη τεχνητή νοημοσύνη, μίλησε για την κλιματική κρίση και μίλησε για τη διεύρυνση των ανισοτήτων.
Κατά τη γνώμη μου, έχει απόλυτο δίκιο.
Αλλά πριν μπούμε σε αυτά τα ζητήματα, επιτρέψτε μου να διατυπώσω για άλλη μια φορά το αυτονόητο: σε έναν κόσμο αυξανόμενης έντασης, αυξανόμενης στρατιωτικοποίησης, όλο και μεγαλύτερου μίσους και καταστροφής, ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, ως θεσμός, είναι σήμερα πιο σημαντικός από ποτέ.
Όπως όλοι γνωρίζουμε, ο ΟΗΕ γεννήθηκε μέσα από τη φρίκη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου—ενός πολέμου στον οποίο έχασαν τη ζωή τους 60 εκατομμύρια άνθρωποι, ενός πολέμου που προκάλεσε ανεπίγνωστη καταστροφή στην Ευρώπη, την Ασία και αλλού, και ενός πολέμου που οδήγησε στην εξαπόλυση των πρώτων πυρηνικών όπλων.
Προς τιμήν τους, οι ηγέτες του κόσμου εκείνη την εποχή κοίταξαν γύρω τους και είδαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, είδαν την καταστροφή, είδαν τους μαζικούς θανάτους, και κατάλαβαν ότι οι διεθνείς συγκρούσεις και οι διαφωνίες πρέπει να επιλύονται γύρω από ένα τραπέζι διαπραγματεύσεων και όχι στα πεδία των μαχών.
Το έτος 2026, θα ήλπιζε κανείς ότι μετά από χιλιάδες και χιλιάδες χρόνια πολέμων, η ανθρωπότητα θα είχε βρει έναν καλύτερο τρόπο να επιλύει τις διαφορές της από το να αλληλοσκοτώνεται και να διεξάγει ατελείωτους πολέμους.
Σε μια εποχή που βλέπουμε προσπάθειες στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε άλλες χώρες ανά τον κόσμο να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι “το δίκαιο είναι του ισχυρού”, η δική μας δουλειά είναι να ενισχύσουμε τα Ηνωμένα Έθνη και να διασφαλίσουμε ότι μεταφέρουμε τις διαφωνίες στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, βάζοντας τέλος στις σφαγές σε όλο τον κόσμο.
Τώρα, επιτρέψτε μου να πω λίγα λόγια για τα σημεία που έθεσε τόσο εύστοχα ο Γενικός Γραμματέας: ζούμε σε μια πρωτοφανή και επικίνδυνη στιγμή της παγκόσμιας ιστορίας, και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε είναι τεράστιες και υπαρξιακές.
Τι εννοώ με αυτό;
Πρώτον—και αυτό είναι ένα ζήτημα για το οποίο δεν μιλάμε όσο θα έπρεπε για προφανείς λόγους—κινούμαστε ραγδαία προς μια εξαιρετικά επικίνδυνη παγκόσμια ολιγαρχία.
Ποτέ άλλοτε στην ανθρώπινη ιστορία δεν κατείχαν τόσο λίγοι άνθρωποι τόσο μεγάλο πλούτο και τόσο μεγάλη δύναμη.
Ποτέ άλλοτε στην ανθρώπινη ιστορία δεν είχαμε τόσο συγκεντρωμένο πλούτο στα χέρια λίγων.
Ποτέ άλλοτε δεν έχουμε δει ένα τέτοιο πρωτοφανές επίπεδο απληστίας, αλαζονείας και ανευθυνότητας από την πλευρά της άρχουσας τάξης.
Από πολλές απόψεις, βλέπουμε σήμερα μια επιστροφή στην ιδεολογία των μοναρχών του 19ου αιώνα—βασιλιάδων, βασιλισσών και τσάρων—που πίστευαν, ειλικρινά το πίστευαν, ότι ο Θεός τους έδωσε το δικαίωμα να κυβερνούν.
Οι σημερινοί ολιγάρχες, με περιουσίες εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων και επενδύσεις σε όλο τον κόσμο, πιστεύουν βαθιά ότι είναι οι κύριοι του σύμπαντος και ότι—μέσω του τεράστιου πλούτου και της δύναμής τους—έχουν οριστεί να κυβερνήσουν τον κόσμο.
Σήμερα λέμε σε αυτούς τους ολιγάρχες: Αυτή η χώρα, αυτός ο κόσμος, ανήκει σε όλους μας, όχι μόνο σε εσάς.
Η σημερινή τάξη των δισεκατομμυριούχων όχι μόνο θέλει περισσότερες φοροελαφρύνσεις για τους ίδιους και για τις εταιρείες που κατέχουν. Όχι μόνο θέλουν να κρύψουν τρισεκατομμύρια επί τρισεκατομμυρίων από τα δολάριά τους σε υπεράκτια φορολογικά καταφύγια. Αυτοί οι ολιγάρχες απορρίπτουν κάθε μορφή λογοδοσίας ή ελέγχου της εξουσίας τους. Θέλουν όλο και περισσότερο πλούτο και όλο και περισσότερη δύναμη—ανεξάρτητα από το τι είδους ζημιά προκαλούν στους εργαζόμενους στη χώρα μας και σε ολόκληρο τον κόσμο.
Και ένα από τα άλλα ζητήματα για τα οποία δεν μιλάμε πολύ είναι ότι από χώρα σε χώρα, σε ολόκληρο τον κόσμο, βλέπουμε πρωτοφανή επίπεδα εισοδηματικής και περιουσιακής ανισότητας.
Στη δική μας χώρα, εδώ στις Ηνωμένες Πολιτείες, το κορυφαίο 1% κατέχει πλέον περισσότερο πλούτο από το κατώτερο 94%.
Και ένας άνθρωπος, ο Έλον Μασκ, ο πλουσιότερος εν ζωή άνθρωπος, κατέχει πλέον περισσότερο πλούτο από το κατώτερο 53% των αμερικανικών νοικοκυριών. Ένας άνθρωπος.
Στη σημερινή Αμερική, οι διευθύνοντες σύμβουλοι (CEOs) μεγάλων, κερδοφόρων εταιρειών βγάζουν 350 φορές περισσότερα από τον μέσο εργαζόμενο.
Μόνο πέρυσι, αφού έλαβαν τη μεγαλύτερη φοροελάφρυνση στην ιστορία, λιγότεροι από χίλιοι δισεκατομμυριούχοι στη χώρα μας έγιναν κατά 1,5 τρισεκατομμύριο δολάρια πλουσιότεροι.
Αλλά δεν είναι μόνο αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή—δεν πρόκειται για μια νέα εξέλιξη. Τα τελευταία 50 χρόνια, σύμφωνα με την Rand Corporation, 79 τρισεκατομμύρια δολάρια από τον πλούτο των ΗΠΑ έχουν αναδιανεμηθεί από το κατώτερο 90% στο κορυφαίο 1%.
Παρά την έκρηξη της τεχνολογίας και την τεράστια αύξηση της παραγωγικότητας των εργαζομένων, ο μέσος Αμερικανός εργαζόμενος βγάζει σχεδόν 25 δολάρια την εβδομάδα λιγότερα από ό,τι έβγαζε πριν από 53 χρόνια, αποπληθωρισμένα.
Ενώ η τάξη των δισεκατομμυριούχων και το 1% δεν περνούσαν ποτέ τόσο καλά, πάνω από το 60% των Αμερικανών στην πλουσιότερη χώρα στην ιστορία του κόσμου ζουν ίσα-ίσα από τον έναν μισθό στον άλλο, σχεδόν 800.000 είναι άστεγοι και δεκάδες εκατομμύρια πασχίζουν να πληρώσουν το ενοίκιο ή το στεγαστικό δάνειο ή για να κρατήσουν ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους.
Ας είμαστε απολύτως σαφείς. Η ταχεία μετάβαση προς την ολιγαρχία και η εκθετική αύξηση της εισοδηματικής και περιουσιακής ανισότητας δεν είναι απλώς ένα αμερικανικό φαινόμενο. Συμβαίνει σε όλο τον κόσμο και, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί τη σημαντικότερη οικονομική πραγματικότητα των καιρών μας.
Από χώρα σε χώρα, αυτό που βλέπουμε είναι εργαζόμενους ανθρώπους που έχουν απηυδήσει να βλέπουν τους πολύ πλούσιους να γίνονται πλουσιότεροι ενώ οι ίδιοι πασχίζουν να βάλουν φαγητό στο τραπέζι και να πληρώσουν για τις βασικές τους ανάγκες.
Ανησυχούν όχι μόνο για τους εαυτούς τους, εδώ στην Αμερική και σε όλο τον κόσμο, αλλά ανησυχούν ότι τα παιδιά τους πιθανότατα θα έχουν—αν δεν το αλλάξουμε αυτό—χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο από ό,τι έχουν οι ίδιοι.
Αυτό το κλίμα—των πλουσίων που γίνονται πλουσιότεροι, των εργαζομένων στη χώρα μας που δυσκολεύονται, των ανθρώπων που κοιμούνται έξω στους δρόμους, των ανθρώπων που ανησυχούν για το μέλλον των παιδιών τους—είναι η πραγματικότητα από την οποία τρέφονται οι δημαγωγοί, είτε στις Ηνωμένες Πολιτείες είτε οπουδήποτε αλλού.
Αντί να αντιμετωπίζουν τα βαθύτερα αίτια των οικονομικών κρίσεων που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι, οι δημαγωγοί στρέφονται στις παλιές, δοκιμασμένες στον χρόνο, μισητές ιδεολογίες του ρατσισμού, του αντιμεταναστευτικού φανατισμού και της ξενοφοβίας. Στρέφουν τους εργαζόμενους τον έναν εναντίον του άλλου με βάση το χρώμα του δέρματός τους, τον τόπο γέννησής τους ή τη θρησκεία τους.
Κάνοντας αυτό, ξέρουν ακριβώς ποιος είναι ο στόχος τους. Και αυτός είναι να αποσπάσουν την προσοχή από την απληστία και τη δύναμη των ολιγαρχών, οι οποίοι προκαλούν τον τεράστιο οικονομικό πόνο που βιώνουμε.
Αυτός είναι ο στόχος τους. Τίποτα το καινούργιο. Δεν το εφηύρε ο Τραμπ. Δεν το εφηύραν οι δημαγωγοί στην Ευρώπη. Συμβαίνει εδώ και πάρα πολύ καιρό.
Όταν ο κόσμος υποφέρει, λες, “Φταίνε οι μαύροι, φταίνε οι ομοφυλόφιλοι, φταίνε οι μετανάστες”. Και αυτό ακριβώς κάνουν οι δημαγωγοί. Δική μας δουλειά είναι να τα βάλουμε με αυτή την ιδεολογία.
Κάποιοι από εμάς εργαζόμαστε πολύ σκληρά εδώ στις Ηνωμένες Πολιτείες για να το πετύχουμε αυτό.
Και για να ενώσουμε τον λαό μας και να αντιμετωπίσουμε αυτούς που προσπαθούν να μας διχάσουν.
Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, σήμερα, σύμφωνα με την Oxfam και άλλους ερευνητές, ζούμε σε έναν κόσμο όπου το κορυφαίο 1% κατέχει περισσότερο πλούτο από το κατώτερο 95% της ανθρωπότητας, και το χάσμα μεταξύ των πολύ, πολύ πλουσίων, σε παγκόσμιο επίπεδο, γίνεται όλο και πιο χαώδες.
Μόνο μερικά παραδείγματα:
Το βλέπουμε στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου πάνω από το 30% των παιδιών ζουν σε συνθήκες φτώχειας, ενώ 50 δισεκατομμυριούχοι σε αυτή τη χώρα κατέχουν πλέον περισσότερο πλούτο από το κατώτερο 50% του πληθυσμού της.
Ακούστε αυτό. Τα τελευταία στοιχεία που έχουμε δει, δείχνουν ότι οι 500 πλουσιότεροι άνθρωποι—οι μισοί από όσους βρίσκονται απόψε σε αυτόν τον ναό—ελέγχουν περισσότερο πλούτο από το κατώτερο 99,8% του πληθυσμού τους.
Το βλέπουμε στην Αφρική, όπου σχεδόν 850 εκατομμύρια άνθρωποι παλεύουν με την επισιτιστική ανασφάλεια—το 58% του πληθυσμού—ενώ μόλις τέσσερις άνδρες κατέχουν περισσότερο πλούτο από το κατώτερο 50% των ανθρώπων σε αυτήν την ήπειρο.
Το βλέπουμε αυτό σε όλο τον κόσμο.
Μάλιστα, ενώ σχεδόν ο μισός πληθυσμός της Γης ζει σε συνθήκες φτώχειας, 3.400 δισεκατομμυριούχοι σε ολόκληρη την υφήλιο έγιναν πλουσιότεροι κατά 4 τρισεκατομμύρια δολάρια μόνο πέρυσι.
Παιδιά πεθαίνουν από ασθένειες που θα μπορούσαν να προληφθούν. Άνθρωποι υποφέρουν καθημερινά. Άνθρωποι εγκαταλείπουν κάθε ελπίδα. Και 3.400 από τους πιο πλούσιους ανθρώπους στη Γη έγιναν κατά 4 τρισεκατομμύρια δολάρια πλουσιότεροι μόνο την περασμένη χρονιά.
Επιτρέψτε μου να είμαι σαφής. Σε μια ολοένα και πιο παγκοσμιοποιημένη οικονομία, το ενδιαφέρον αυτών των ολιγαρχών δεν είναι προς τα κράτη τους. Είναι προς τη δική τους εξουσία. Είναι προς τους δικούς τους τραπεζικούς λογαριασμούς. Είναι προς τα τεράστια γιοτ τους, τις επαύλεις τους, τις συλλογές τους από πολυτελή αυτοκίνητα, τα ιδιωτικά τους νησιά και τους στόλους των ιδιωτικών τους τζετ.
Το αποτέλεσμα: η ολιγαρχία ισχυροποιείται, οι εργαζόμενες οικογένειες παλεύουν να επιβιώσουν και η δημοκρατία υποχωρεί. Η μεγάλη πρόκληση που αντιμετωπίζουμε στη χώρα μας και σε όλο τον κόσμο, είναι ότι αυτή η τάση πρέπει να αναστραφεί.
Και φίλες και φίλοι μου, δεδομένης όλης της προόδου—της εξαιρετικής προόδου—που έχουμε δει στην τεχνολογία, και της αύξησης που έχουμε δει στην παραγωγικότητα των εργαζομένων, δεν είναι σήμερα ουτοπικό να πούμε ότι κάθε άνδρας, γυναίκα και παιδί σε αυτόν τον πλανήτη μπορεί να έχει ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο.
Αυτό δεν είναι απλώς ένα όνειρο. Είναι μια πραγματικότητα που μπορεί να υλοποιηθεί, αν βάλουμε όλοι πλάτη και απαιτήσουμε να συμβεί.
Όταν μιλάμε για ολιγαρχία, δεν αναφερόμαστε μόνο στην τεράστια εισοδηματική και περιουσιακή ανισότητα. Αναφερόμαστε στην ανισοκατανομή της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας.
Όσο απίστευτο κι αν φαίνεται, ακριβώς εδώ, στις Ηνωμένες Πολιτείες, μόλις τέσσερις εταιρείες της Wall Street είναι οι κύριοι μέτοχοι σε πάνω από το 95% των εταιρειών του δείκτη S&P 500.
Και όταν μιλάμε για αυτή την τεράστια συγκέντρωση ιδιοκτησίας, σας παρακαλώ μην ξεχνάτε τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.
Ποιος κατέχει τα μέσα μαζικής ενημέρωσης; Πάνω από τις μισές από τις μεγαλύτερες εταιρείες μέσων ενημέρωσης στον κόσμο ανήκουν πλέον σε δισεκατομμυριούχους.
Εννέα από τις δέκα κορυφαίες εταιρείες μέσων κοινωνικής δικτύωσης στον κόσμο ανήκουν σε δισεκατομμυριούχους.
Και στη χώρα μας, έξι μεγάλοι όμιλοι μέσων ενημέρωσης ελέγχουν το 90% όσων βλέπει, ακούει και διαβάζει ο αμερικανικός λαός.
Ο κύριος Μασκ κατέχει το Twitter. Ο κύριος Μπέζος κατέχει τη Washington Post και το Twitch. Ο κύριος Ζάκερμπεργκ κατέχει το Facebook, το Instagram, το WhatsApp, το Messenger και το Threads.
Όμως, δεν είναι μόνο η εισοδηματική και περιουσιακή ανισότητα και η συγκέντρωση της ιδιοκτησίας αυτό που βλέπουμε σήμερα.
Κυριολεκτικά σήμερα, οι δισεκατομμυριούχοι είναι αποφασισμένοι να κάνουν κτήμα τους και το πολιτικό μας σύστημα.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ως αποτέλεσμα της καταστροφικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Citizens United, οι δισεκατομμυριούχοι και οι εταιρείες μπορούν νόμιμα να ξοδεύουν όσα χρήματα θέλουν σε πολιτικές εκστρατείες μέσω των super PACs τους (επιτροπές πολιτικής δράσης). Και αυτό, φίλες και φίλοι μου, είναι ακριβώς αυτό που κάνουν αυτή τη στιγμή.
Στις τελευταίες προεδρικές εκλογές, ο κύριος Μασκ ξόδεψε τουλάχιστον 290 εκατομμύρια δολάρια για να εκλεγεί ο Τραμπ πρόεδρος, και τώρα ξοδεύει περίπου 200 εκατομμύρια δολάρια επιπλέον για να βοηθήσει τους Ρεπουμπλικάνους να διατηρήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου. Και δεν πρόκειται μόνο για Ρεπουμπλικάνους δισεκατομμυριούχους. Σημαντικό ρόλο παίζουν και οι Δημοκρατικοί δισεκατομμυριούχοι.
Αλλά αυτό δεν είναι απλώς ένα αμερικανικό φαινόμενο.
Στη Γερμανία, ο Μασκ έδωσε την υποστήριξή του στο AfD, ένα κόμμα που η ίδια η υπηρεσία πληροφοριών της Γερμανίας έχει χαρακτηρίσει ως δεξιό εξτρεμιστικό κόμμα.
Στη Βρετανία, δύο δισεκατομμυριούχοι των κρυπτονομισμάτων, εκ των οποίων ο ένας καταδικάστηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες για ξέπλυμα χρήματος πριν του απονεμηθεί χάρη από τον Ντόναλντ Τραμπ, έδωσαν στο κόμμα Reform του Νάιτζελ Φάρατζ από 36 εκατομμύρια λίρες ο καθένας.
Σε ολόκληρη την Ευρώπη, καθώς οι ολιγάρχες χρηματοδοτούν δεξιές πολιτικές δυνάμεις ενώ οι εργαζόμενες οικογένειες δεινοπαθούν, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που κάποτε έχτισαν τις ισχυρότερες μεσαίες τάξεις στην ιστορία του κόσμου χάνουν έδαφος, καθώς οι εργαζόμενοι στρέφονται προς τα δεξιά κόμματα.
Και αυτό ισχύει, φυσικά, όχι μόνο στην Ευρώπη—ισχύει και εδώ, στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ένα βαθύ μάθημα πρέπει να αντληθεί από όλα αυτά. Και αυτό είναι ότι η ίδια παλιά πολιτική του κατεστημένου και οι κατεστημένες πολιτικές επιλογές δεν επαρκούν πια.
Ο κόσμος έχει απηυδήσει με το καθεστώς που επικρατεί. Ο κόσμος θέλει αλλαγή.
Αυτή η αλλαγή, κατά τη γνώμη μου, θα προέλθει είτε από δεξιούς δημαγωγούς είτε από πολιτικά κόμματα που αγκαλιάζουν ένα κίνημα βάσης, το οποίο αγωνίζεται για μια ατζέντα υπέρ της εργατικής τάξης.
Και είμαι πραγματικά χαρούμενος που σας λέω ότι, ακριβώς εδώ στη Νέα Υόρκη, είδαμε τι μπορεί να καταφέρει ένα ισχυρό κίνημα βάσης, εκλέγοντας έναν προοδευτικό δήμαρχο.
Το βλέπουμε αυτό από άκρη σε άκρη, καθώς υποψήφιοι—συχνά άνθρωποι στα 20 ή στα 30, άνθρωποι που δεν έχουν θέσει ποτέ ξανά υποψηφιότητα για αξίωμα, συχνά γυναίκες ή έγχρωμοι—τα βάζουν με τους υποψηφίους του κατεστημένου, οι αντίπαλοί τους ξοδεύουν πολλαπλάσια χρήματα στις εκστρατείες τους, κι όμως εκείνοι κερδίζουν τις εκλογές.
Αλλά δεν είναι μόνο η ολιγαρχία για την οποία πρέπει να ανησυχούμε. Όπως μας υπενθύμισε ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, υπάρχει ένα ακόμη ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε.
Κατά τη γνώμη μου, η τεχνητή νοημοσύνη (AI) και η ρομποτική είναι οι πιο μετασχηματιστικές τεχνολογίες στην ιστορία της ανθρωπότητας. Έχουν τη δυνατότητα να εξαλείψουν δεκάδες εκατομμύρια θέσεις εργασίας. Η τεχνητή νοημοσύνη απειλεί την ιδιωτικότητα σχεδόν κάθε ανθρώπου στον κόσμο μέσω της μαζικής παρακολούθησης—κάθε τηλεφώνημα που κάνετε, κάθε ιστότοπο που επισκέπτεστε, κάθε email που στέλνετε, κάποιος θα το γνωρίζει.
Δεν πρόκειται μόνο για οικονομική διαταραχή, ούτε μόνο για παραβίαση της ιδιωτικότητάς μας. Βλέπουμε μια πραγματική πρόκληση ως προς το αν μπορεί ή όχι να επιβιώσει η δημοκρατία, όταν έχεις στο διαδίκτυο πράγματα όπως τα deepfakes, τα οποία είναι τόσο εξελιγμένα που κανείς μας δεν μπορεί να ξεχωρίσει την αλήθεια από το ψέμα.
Ας είμαστε σαφείς: Αυτό που βλέπουμε από την τεχνητή νοημοσύνη αυτή τη στιγμή—και αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό σημείο σε αυτό το θέμα—αυτό που βλέπουμε από την τεχνητή νοημοσύνη αυτή τη στιγμή, είναι η λιγότερο ικανή μορφή που θα έχει ποτέ αυτή η τεχνολογία.
Αύριο, μεθαύριο και την επόμενη χρονιά, η τεχνητή νοημοσύνη θα είναι πολύ, μα πολύ πιο ισχυρή.
Εξελίσσεται εκθετικά, κάθε μέρα που περνά. Σε λιγότερο από τέσσερα χρόνια, έχουμε περάσει από την τεχνητή νοημοσύνη που με το ζόρι μπορούσε να γράψει ένα συνεκτικό tweet, σε συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που έχουν ήδη ξεφύγει από τον έλεγχο των εταιρειών που τα κατασκεύασαν.
Πάρτε μια βαθιά ανάσα και ρωτήστε τον εαυτό σας: πού θα βρίσκεται η τεχνητή νοημοσύνη σε δύο χρόνια, σε τέσσερα χρόνια, σε δέκα χρόνια;
Θα μπορέσουν οι άνθρωποι να ελέγξουν αυτήν την εκρηκτικά αναπτυσσόμενη τεχνολογία;
Επιτρέψτε μου λοιπόν να κάνω μια ριζοσπαστική πρόταση: αν οι ζωές κάθε άνδρα, γυναίκας και παιδιού πρόκειται να αλλάξουν ριζικά από αυτήν την τεχνολογία, τότε οι άνθρωποι της χώρας μας και οι άνθρωποι αυτού του κόσμου πρέπει να λαμβάνουν τις αποφάσεις σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη, και όχι απλώς μια χούφτα ολιγάρχες της Big Tech.
Γι’ αυτό ελπίζω ειλικρινά ότι, όταν ο Πρόεδρος Τραμπ και ο Πρόεδρος Σι συναντηθούν την Πέμπτη, θα καθίσουν στο τραπέζι και θα ξεκινήσουν τη διαδικασία διαπραγμάτευσης μιας ολοκληρωμένης συνθήκης για την καθιέρωση μιας παύσης στην προηγμένη τεχνητή νοημοσύνη και μιας απαγόρευσης στην υπερ-νοημοσύνη (superintelligence).
Τέλος, υπάρχει ένα ακόμη ζήτημα στο οποίο δεν χρειάζεται να αφιερώσω πολύ χρόνο, διότι υποψιάζομαι ότι κάθε άτομο σε αυτήν την αίθουσα το γνωρίζει, και αυτό είναι η υπαρξιακή απειλή της κλιματικής αλλαγής.
Ο περασμένος μήνας ήταν ο θερμότερος Αύγουστος που έχει καταγραφεί ποτέ σε αυτόν τον πλανήτη. Οι παγκόσμιες θερμοκρασίες των ωκεανών έφτασαν στο υψηλότερο επίπεδο που έχει μετρηθεί ποτέ. Ένας παγετώνας κατέρρευσε στο Νεπάλ πριν από λιγότερο από έναν μήνα, προκαλώντας πλημμύρες που σκότωσαν σχεδόν 1.500 ανθρώπους. Χιλιάδες αγνοούνται ακόμη.
Καθώς ο κόσμος γίνεται θερμότερος, καθώς βλέπουμε περισσότερους καύσωνες, ξηρασίες, πλημμύρες, δασικές πυρκαγιές και ακραία καιρικά φαινόμενα, βρισκόμαστε για άλλη μια φορά αντιμέτωποι με την απίστευτη απληστία του εταιρικού κόσμου.
Είναι απίστευτο—πραγματικά απίστευτο—ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι κυριολεκτικά διατεθειμένοι να θυσιάσουν την ευημερία των ίδιων τους των παιδιών, των εγγονιών τους, των μελλοντικών γενεών, για τα βραχυπρόθεσμα κέρδη της βιομηχανίας ορυκτών καυσίμων.
Αυτό είναι κάτι που απλώς δεν κατανοώ. Απλώς δεν κατανοώ πώς οι άνθρωποι μπορούν να είναι τόσο κοντόφθαλμοι, τόσο ενθουσιασμένοι που βγάζουν τεράστια κέρδη, ώστε να είναι διατεθειμένοι να θυσιάσουν τα ίδια τα παιδιά και τα εγγόνια τους.
Κατά τη γνώμη μου, δική μας δουλειά δεν πρέπει να είναι μόνο να καταπολεμήσουμε την κλιματική αλλαγή και να μειώσουμε δραματικά τις εκπομπές άνθρακα, αλλά να αδράξουμε την ευκαιρία για τη δημιουργία εκατομμυρίων θέσεων εργασίας σε όλο τον κόσμο, καθώς μεταβαίνουμε στην ενεργειακή αποδοτικότητα και σε βιώσιμες μορφές ενέργειας.
Επιτρέψτε μου απλώς να κλείσω λέγοντας το εξής: Τα βάζουμε καθημερινά με πρωτοφανή πλούτο, πρωτοφανή εξουσία, πρωτοφανή απληστία, με ανθρώπους που πιστεύουν αληθινά ότι επειδή είναι πλούσιοι και έξυπνοι και έβγαλαν πολλά χρήματα, έχουν τη δύναμη να κυβερνούν.
Αυτό πιστεύουν. Χρησιμοποιούν τα χρήματά τους, μέσω της ιδιοκτησίας τους στα μέσα ενημέρωσης, για να επηρεάσουν την κοινή γνώμη. Χρησιμοποιούν τα χρήματά τους για να αγοράσουν εκλογές και να υπονομεύσουν τη δημοκρατία.
Αν υπήρξε ποτέ μια στιγμή στην ανθρώπινη ιστορία, στη χώρα μας και σε ολόκληρο τον κόσμο, που πρέπει να ενωθούμε για να δημιουργήσουμε έναν κόσμο που δεν θα βασίζεται στην απληστία, αλλά θα βασίζεται στη δικαιοσύνη και στην αξιοπρέπεια, αυτή η στιγμή είναι τώρα.
Αυτό που μπορώ να σας πω, ως κάποιος που είχε το προνόμιο να βρεθεί σε κάθε μία από τις πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, να έχει μιλήσει με, ένας Θεός ξέρει, πόσες χιλιάδες ανθρώπους—αυτό για το οποίο μιλάω δεν είναι μια αριστερή ιδέα, δεν είναι μια δεξιά ιδέα—είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι σε ολόκληρη τη χώρα που κοιτάζουν γύρω τους και λένε: “Αυτό το πράγμα δεν δουλεύει. Δεν δουλεύει για μένα και δεν δουλεύει για τα παιδιά μας”.
Αυτή είναι η στιγμή που πρέπει να διασφαλίσουμε ότι η απελπισία και η απόγνωση δεν θα βγουν νικητές.
Πρέπει να ορθώσουμε το ανάστημά μας, πρέπει να αντεπιτεθούμε, πρέπει να δημιουργήσουμε το είδος της χώρας και του κόσμου που εσείς και εγώ γνωρίζουμε ότι μπορούμε να δημιουργήσουμε.
