Αννέτα Καββαδία: Υπάρχουν όρια που δεν περνιούνται

Η σκέψη δεν λέει, μέρες τώρα, να ξεκολλήσει. Από τη μια, η φρίκη στο διαμέρισμα της Κυψέλης. Από την άλλη, φωνές που με αυτή την αφορμή μίλησαν –άλλες ανοιχτά, άλλες συγκαλυμμένα– για την επαναφορά της θανατικής ποινής. Και μένει κανείς να συνειδητοποιεί, ανατριχιάζοντας, την ευκολία της διολίσθησης. Το πώς, μέσα στην οργή, τον αποτροπιασμό, την απολύτως ανθρώπινη ανάγκη για δικαιοσύνη, επιστρέφει το ίδιο πάντα τέρας: «να πεθάνει», «να πληρώσει με το ίδιο νόμισμα».

Μόνο που –ας το ξαναπούμε– η θανατική ποινή δεν είναι δικαιοσύνη, είναι η στιγμή κατά την οποία η οργανωμένη Πολιτεία αποφασίζει ότι μπορεί να αφαιρέσει τη ζωή ενός ανθρώπου ως ανταπόδοση για ένα έγκλημα. Είναι, με άλλα λόγια, η θεσμοποίηση της εκδίκησης.

Κι εδώ η Αριστερά, ακριβώς επειδή γνωρίζει τι σημαίνει ιστορικά η απεριόριστη εξουσία του κράτους πάνω στο σώμα και τη ζωή των ανθρώπων, οφείλει να είναι απολύτως καθαρή: δεν υπάρχει τίποτα που να κάνει αποδεκτή την κρατική ανθρωποκτονία –το Πρωτόκολλο 13, άλλωστε, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που η Ελλάδα κύρωσε με τον νόμο 3289/2004, καταργεί τη θανατική ποινή «σε όλες τις περιστάσεις».

Η οργή δεν (μπορεί να) νομοθετεί

Το πρόβλημα με το αίτημα της θανατικής ποινής δεν είναι μόνο ότι είναι απάνθρωπο, είναι ότι στηρίζεται σε μια θεμελιώδη σύγχυση: μετατρέπει την ανάγκη για δικαιοσύνη σε ανάγκη για εκδίκηση. Και αυτή η σύγχυση είναι ακριβώς το έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύσσεται ο ηθικός πανικός.

Ένα αποτρόπαιο έγκλημα παρουσιάζεται ως απόδειξη μιας συνολικής κοινωνικής απειλής. Ένας δράστης μετατρέπεται σε προσωποποίηση του «κακού». Οι αποχρώσεις εξαφανίζονται, η εγκληματικότητα αποσυνδέεται από τις κοινωνικές της συνθήκες και η δημόσια συζήτηση συμπυκνώνεται σε ένα σύνθημα: περισσότερη τιμωρία.

Ο Στάνλεϊ Κοέν, στο κλασικό Folk Devils and Moral Panics (Φτωχοδιάβολοι και ηθικοί πανικοί), έδειξε ήδη από τη δεκαετία του 1970 πώς κοινωνίες και ΜΜΕ μπορούν να κατασκευάζουν «εχθρούς» στους οποίους φορτώνεται η συλλογική ανασφάλεια. Ο ηθικός πανικός δεν είναι απλώς υπερβολική αντίδραση, είναι ένας τρόπος πολιτικής οργάνωσης του φόβου.

Και η Αριστερά δεν έχει κανέναν λόγο να ανταγωνιστεί τη Δεξιά στο ποιος θα φωνάξει δυνατότερα για αίμα. Αντιθέτως, οφείλει να υπερασπιστεί κάτι πολύ δυσκολότερο: την αρχή ότι τα δικαιώματα δεν υπάρχουν μόνο για τους ανθρώπους που συμπαθούμε, αλλά και για εκείνους των οποίων οι πράξεις μάς προκαλούν οργή.

Σκληρότητα δεν σημαίνει δικαιοσύνη

Υπάρχει και μια δεύτερη, αποφασιστική διάσταση. Το επιχείρημα της θανατικής ποινής συχνά παρουσιάζεται ως δήθεν «ρεαλιστικό»: θα αποτρέψει, λένε, τους επόμενους. Μόνο που η υπάρχουσα επιστημονική τεκμηρίωση δεν επιτρέπει αυτή τη βεβαιότητα. Και αυτό έχει σημασία. Γιατί όταν κάποιος απαιτεί από την Πολιτεία να σκοτώσει έναν άνθρωπο, το ελάχιστο που οφείλει να διαθέτει είναι ισχυρή απόδειξη ότι έτσι σώζει ζωές. Δεν το διαθέτει.

Υπάρχει, όμως, κάτι που διαθέτουμε: την ιστορική γνώση ότι το κράτος κάνει λάθη. Οι δικαστικές πλάνες δεν είναι θεωρητική πιθανότητα και, υπ΄αυτό το πρίσμα, η φυλάκιση μπορεί να «διορθωθεί» –έστω μερικώς, η εκτέλεση όχι. Γι΄αυτό ακριβώς η αμετάκλητη ποινή είναι ασύμβατη με μια κοινωνία που αναγνωρίζει την ανθρώπινη ατέλεια των θεσμών της.

Το ίδιο ισχύει και για τη λογική της αδιάκοπης αυστηροποίησης των ποινών. Άλλο η φυλακή ως σωφρονιστική μέθοδος, και άλλο η πολιτική φαντασίωση ότι όση περισσότερη τιμωρία επιβάλλουμε τόσο λιγότερο έγκλημα θα έχουμε.

Όπως επισημαίνει ο ΟΗΕ ο υπερπληθυσμός, οι κακές συνθήκες, η απουσία προγραμμάτων επανένταξης μπορούν να υπονομεύσουν τον στόχο της μείωσης της υποτροπής, ενώ υπογραμμίζει τη σημασία της εκπαίδευσης, της εργασίας, της κοινωνικής υποστήριξης και των μη στερητικών της ελευθερίας μέτρων. Αυτό σημαίνει κάτι που ο τιμωρητικός λόγος δυσκολεύεται να παραδεχτεί: η ασφάλεια δεν μετριέται από το πόσο εκδικητικό είναι το κράτος, αλλά από το πόσο αποτελεσματικά εμποδίζει το επόμενο έγκλημα.

Ο νόμος και η τάξη ως πολιτική υποκατάστασης

Δεν είναι τυχαίο ότι το δόγμα «νόμος και τάξη» γνωρίζει ιδιαίτερη άνθηση σε περιόδους κοινωνικής ανασφάλειας.

Ο Λοΐκ Βακάν έχει περιγράψει με οξύτητα τη μετάβαση από το κοινωνικό κράτος στο «ποινικό κράτος»: όταν η Πολιτεία αποσύρεται από την αντιμετώπιση των κοινωνικών αιτίων της ανασφάλειας, ενισχύει τους μηχανισμούς αστυνόμευσης, επιτήρησης και τιμωρίας.

Όταν η κοινωνική ανισότητα, η στεγαστική κρίση, η εργασιακή επισφάλεια, η διάλυση των κοινωνικών υπηρεσιών, η εγκατάλειψη των πιο ευάλωτων δεν αντιμετωπίζονται πολιτικά, υπάρχει ένας εύκολος αντιπερισπασμός: να μετατραπεί η κοινωνική ανασφάλεια σε ποινικό ζήτημα.

Δεν προσφέρεις κοινωνική πολιτική, προσφέρεις αστυνόμευση.

Δεν επενδύεις στην πρόληψη, επενδύεις στην καταστολή.

Δεν αντιμετωπίζεις τις συνθήκες που παράγουν ευαλωτότητα, κατασκευάζεις έναν ένοχο στον οποίο μπορεί να φορτωθεί ο φόβος.

Έτσι, η τιμωρία γίνεται υποκατάστατο της κοινωνικής πολιτικής.

Στα δύσκολα φαινόμαστε

Η φρίκη ενός εγκλήματος δεν μας υποχρεώνει να γίνουμε πιο απάνθρωποι, αλλά πιο σοβαροί. Να απαιτήσουμε γρήγορη και αποτελεσματική δικαιοσύνη, προστασία των θυμάτων, φυλακές που δεν αποτελούν αποθήκες ανθρώπων αλλά θεσμούς που περιορίζουν την επικινδυνότητα και δημιουργούν πραγματικές δυνατότητες επανένταξης. Να απαιτήσουμε πρόληψη, κοινωνικές υπηρεσίες, ψυχική υγεία, προστασία των παιδιών, αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, μηχανισμούς που παρεμβαίνουν πριν η βία γίνει τραγωδία.

Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι αν ο δράστης «αξίζει να πεθάνει», αλλά τι κράτος θέλουμε. Ένα κράτος που, μπροστά στο έγκλημα, λέει «θα σκοτώσουμε κι εμείς»; Ή ένα κράτος που λέει: η κοινωνία θα προστατευθεί, οι δράστες θα λογοδοτήσουν, αλλά η ανθρώπινη ζωή δεν θα γίνει ποτέ εργαλείο κρατικής εκδίκησης;

Η δεύτερη επιλογή δεν είναι αδυναμία, είναι πολιτισμός. Και είναι ακριβώς εκείνη η μορφή πολιτισμού που δοκιμάζεται περισσότερο όταν γύρω μας επικρατεί η φρίκη.

Η ΕΠΟΧΗ

Άκου ζωντανά Spi8a