▸Απαιτούνται μαζικές προσλήψεις, όχι ανταγωνισμός προσόντων
Δέσποινα Καραγιώργου*
Οι νέοι πίνακες του ΑΣΕΠ ήρθαν να αναστατώσουν ξανά τη ζωή χιλιάδων εκπαιδευτικών. Στις 11 Αυγούστου δημοσιεύτηκαν οι προσωρινοί πίνακες των προκηρύξεων 1ΓΕ/2026 και 2ΓΕ/2026, προκαλώντας σημαντικές ανακατατάξεις στις θέσεις των υποψηφίων. Για πολλούς εκπαιδευτικούς, τα πολλά χρόνια προϋπηρεσίας και εργασίας στα σχολεία δεν μεταφράζονται σε σταθερή εργασιακή προοπτική. Αντίθετα, η θέση τους μπορεί να μετακινηθεί εκατοντάδες ή και χιλιάδες θέσεις από την προσθήκη νέων τίτλων, πιστοποιήσεων και μοριοδοτούμενων προσόντων ή από τις αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού της προϋπηρεσίας.
Όμως η ουσία δεν βρίσκεται στο ποιος βρέθηκε πάνω και ποιος κάτω στον πίνακα. Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί χρειάζεται ένας νέος πίνακας για να διαχειριστεί μια αδιοριστία που το ίδιο το κράτος, κυβέρνηση-ΕΕ-ΟΟΣΑ αναπαράγουν. Γιατί εκπαιδευτικοί που επί χρόνια καλύπτουν πάγιες ανάγκες του δημόσιου σχολείου εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως προσωρινοί;
Η φετινή εικόνα είναι αποκαλυπτική. Το υπουργείο ανακοίνωσε 5.487 μόνιμους διορισμούς για το σχολικό έτος 2026-27. Την ίδια στιγμή, περίπου 30.000 αναπληρωτές καλούνται να βρεθούν στα σχολεία από την έναρξη της χρονιάς, ενώ έχει εγκριθεί συνολικά δυνατότητα πρόσληψης έως 45.000 αναπληρωτών. Κάθε χρόνο δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι εξακολουθούν να απαιτούνται για να λειτουργήσουν τα σχολεία χωρίς να αποκτούν μόνιμη θέση.
Η αναπλήρωση, που υποτίθεται ότι θα κάλυπτε έκτακτες ανάγκες, έχει μετατραπεί σε βασικό μηχανισμό στελέχωσης του δημόσιου σχολείου. Οι εκπαιδευτικοί προσλαμβάνονται για να καλύψουν θέσεις που υπάρχουν κάθε χρόνο και απολύονται με τη λήξη της σχολικής χρονιάς, για να ξαναδιεκδικήσουν την ίδια εργασία από την αρχή. Το αποτέλεσμα είναι ένας διαρκής κύκλος αναμονής. Η εργασιακή ανασφάλεια παρουσιάζεται ως ατομική ευθύνη, ενώ η πολιτική επιλογή της αδιοριστίας μένει πολιτικά στο απυρόβλητο, την ώρα που οι πραγματικές ανάγκες του σχολείου παραμένουν σταθερές και αυξάνονται καθημερινά.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα λειτουργεί το προσοντολόγιο. Ο ν. 4589/2019 μετέτρεψε την πρόσβαση στη μόνιμη εργασία σε διαρκή διαδικασία ατομικής κατάταξης. Ο εκπαιδευτικός καλείται να συγκεντρώνει νέα προσόντα, να πληρώνει για τίτλους και πιστοποιήσεις και να ανταγωνίζεται τους συναδέλφους του για έναν περιορισμένο αριθμό θέσεων. Το προσοντολόγιο δεν αποτελεί ουδέτερη τεχνική διαδικασία. Αποτελεί πολιτική επιλογή: θεσπίστηκε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και στη συνέχεια διατηρήθηκε και εφαρμόστηκε από την κυβέρνηση της ΝΔ.
Οι σημερινές ανακατατάξεις στους πίνακες δεν είναι ένα τεχνικό πρόβλημα που θα λυθεί με μια διαφορετική ρύθμιση στη μοριοδότηση. Το προσοντολόγιο ανακατανέμει την αδιοριστία, δεν την καταργεί. Και μαζί με την αδιοριστία μεταφέρεται και η ευθύνη: αν δεν διοριστείς, «δεν μάζεψες αρκετά μόρια», «δεν επένδυσες αρκετά στον εαυτό σου». Έτσι, η συλλογική διεκδίκηση αντικαθίσταται από τον ατομικό ανταγωνισμό και ο συνάδελφος μετατρέπεται σε αντίπαλο.
Απέναντι σε αυτή τη λογική πρέπει να αντιστραφεί το ερώτημα. Δεν χρειάζονται νέοι κόφτες, φίλτρα και εξετάσεις. Χρειάζεται να καταργηθεί το προσοντολόγιο και πραγματοποιηθούν μαζικοί μόνιμοι διορισμοί, ώστε να καλυφθούν όλες οι πραγματικές και πάγιες ανάγκες του δημόσιου σχολείου. Διορισμοί με βάση το πτυχίο και ολόκληρη την προϋπηρεσία, χωρίς γραπτό διαγωνισμό ΑΣΕΠ, χωρίς συνεντεύξεις και χωρίς την εμπορευματοποίηση των προσόντων ως προϋπόθεση για την εργασία.
Όταν μια ανάγκη είναι πάγια και διαρκής, πάγια και διαρκής πρέπει να είναι και η εργασία που την καλύπτει. Δεν παλεύουμε για μια καλύτερη διαχείριση της αδιοριστίας, αλλά για την ανατροπή της πολιτικής που τη γεννά: για μόνιμη και σταθερή εργασία και για ένα δημόσιο σχολείο που θα στελεχώνεται με βάση τις πραγματικές του ανάγκες και όχι τους δημοσιονομικούς περιορισμούς.
*αναπληρώτρια δασκάλα, μέλος Συντονιστικού Αναπληρωτών
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 5-6 Σεπτεμβρίου 2026
