▸Τη σκοτεινή όψη ενός μοντέλου ανάπτυξης που αντιμετωπίζει ποτάμια και ρέματα ως οχετούς για την αστική και βιομηχανική δραστηριότητα φέρνει ξανά στην επιφάνεια η υπόθεση του Κηφισού, αναδεικνύοντας το περιβαλλοντικό κόστος της διαχρονικής κυριαρχίας του κεφαλαίου πάνω στο φυσικό και δομημένο περιβάλλον.
Γιάννης Φωτίου
Παράθυρο σε έναν δύσοσμο, υπόγειο κόσμο, που αποτελεί την άλλη όψη του καλογυαλισμένου επιχειρείν, άνοιξε το περιστατικό με την επ’ αυτοφώρω σύλληψη οδηγού βυτιοφόρου, ο οποίος μέσω φρεατίου σε βενζινάδικο έριχνε στον Κηφισό επικίνδυνα βιομηχανικά απόβλητα υψηλής οξύτητας. Το περιστατικό καταγράφηκε την Τρίτη 22/9 και οδήγησε στη σύλληψη του οδηγού και του προσωρινά υπευθύνου του πρατηρίου, έπειτα από ασυνήθιστα συντονισμένη ενέργεια της αστυνομίας, της ΕΥΔΑΠ και των Επιθεωρητών Περιβάλλοντος του ΥΠΕΝ.
Η αστυνομία είχε θέσει το πρατήριο υπό παρακολούθηση, καταγράφοντας τουλάχιστον τέσσερις αντίστοιχες απορρίψεις μέσα σε 20 ημέρες, ενώ η ΕΥΔΑΠ επιβεβαίωσε ότι τα απόβλητα κατέληγαν μέσω του δικτύου ομβρίων στον Κηφισό και από εκεί στη θάλασσα.
Λίγες ώρες μετά το συμβάν η μπισκοτοβιομηχανία «Παπαδοπούλου», από τις εγκαταστάσεις της οποίας είχε παραλάβει λύματα το συγκεκριμένο βυτιοφόρο, έσπευσε να διαχωρίσει τη θέση της, επισημαίνοντας ότι η μεταφορά είχε ανατεθεί σε τρίτη εταιρεία. Σε κάθε περίπτωση πάντως η ρύπανση του Κηφισού και άλλων ρεμάτων του Λεκανοπεδίου, όπως και του Ασωπού στα Οινόφυτα ή της λίμνης Κορώνειας στη Θεσσαλονίκη, αποτελεί εδώ και δεκαετίες μία από τις σκοτεινότερες όψεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης.
Αποκαλυπτικό για τον βαθμό στον οποίο η ρύπανση των αστικών ποταμών και ρεμάτων παραμένει «κοινό μυστικό» είναι το σχόλιο της ανεξάρτητης ομάδας έρευνας και εξερεύνησης «Γεωμυθική», η οποία καταγράφει εδώ και χρόνια εστίες μόλυνσης στον Κηφισό. Όπως στη συμβολή με το ρέμα Εσχατιάς, στο Περιστέρι, όπου κάτω από την εθνική οδό βρίσκεται η μεγαλύτερη από τρεις υπόγειες τεχνητές «λίμνες», μήκους περίπου 60 μέτρων και βάθους έως 2,5 μέτρων, στην οποία εισρέουν αστικά λύματα. Αλλά και στη συμβολή με τον Ποδονίφτη, στο ύψος της Νέας Χαλκηδόνας, όπου έχουν εντοπιστεί ακάθαρτα ύδατα και λύματα αποχέτευσης, καθώς και σε άλλα υπόγεια τμήματα όπου η ομάδα έχει καταγράψει εκροές ανεπεξέργαστων λυμάτων.
Τουλάχιστον τέσσερις παράνομες απορρίψεις βιομηχανικών αποβλήτων σε μόλις 20 ημέρες!
Τα επί του πεδίου ευρήματα της «Γεωμυθικής» συμβαδίζουν με την εικόνα που προκύπτει από επιστημονικές μετρήσεις. Σύμφωνα με την Καθημερινή, τετραετές ερευνητικό πρόγραμμα του ΕΜΠ, σε συνεργασία με την ΕΥΔΑΠ, εντόπισε στον ποταμό και στον υπόγειο υδροφορέα ίχνη αστικών λυμάτων και βιομηχανικών ρύπων, μεταξύ των οποίων PFAS (τις λεγόμενες «αιώνιες» χημικές ενώσεις), βαρέα μέταλλα, φαρμακευτικές ενώσεις και οργανικούς διαλύτες. Στοιχεία του ΕΛΚΕΘΕ άλλωστε καταγράφουν περαιτέρω υποβάθμιση της οικολογικής ποιότητας του ποταμού την τελευταία πενταετία, ιδιαίτερα μεταξύ Κόκκινου Μύλου και Λεωφόρου Κύμης.
Η εικόνα αυτή κάθε άλλο παρά περιορίζεται στον Κηφισό, καθώς από τον Ποδονίφτη και τον Ιλισό έως την Πικροδάφνη, το τελευταίο σχετικά παρθένο μεγάλο ρέμα του Λεκανοπεδίου, ομάδες πολιτών και επιστημονικές μελέτες καταγράφουν εδώ και χρόνια λύματα, παράνομες αποχετεύσεις και απορρίμματα.
Συνολικά, τα ποτάμια και τα ρέματα της Αθήνας αποτέλεσαν κατά τις δεκαετίες της άγριας μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης βασική οδό παροχέτευσης αστικών και βιομηχανικών λυμάτων προς τη θάλασσα. Όταν πια πολλά είχαν μετατραπεί σε τεράστιους οχετούς, η λύση που προκρίθηκε ήταν να εγκιβωτιστούν και να εξαφανιστούν κάτω από την πόλη, με λεωφόρους και αυτοκινητοδρόμους να «τρέχουν» πάνω στις παλιές κοίτες. Επιλογή συνειδητή, ενταγμένη σε ένα μοντέλο ανάπτυξης που στηρίχθηκε στη σχέση κράτους, μικροϊδιοκτησίας και οικοδομικού – εργολαβικού κεφαλαίου, περιορίζοντας το κόστος απαλλοτριώσεων και απελευθερώνοντας χώρο προς ανοικοδόμηση.
Η μόλυνση των ποταμών επηρέασε και τον Φαληρικό Όρμο, μετατρέποντάς τον σταδιακά από τόπο αναψυχής και λουτρών σε μια βρώμικη και βουρκώδη περιοχή. Στην περιβαλλοντική υποβάθμιση βασίστηκε – και ταυτόχρονα την ολοκλήρωσε – η καταστροφή του παράκτιου μετώπου από τη Χούντα, με την κατασκευή της παραλιακής λεωφόρου και τις εκτεταμένες επιχωματώσεις. Πενήντα και πλέον χρόνια μετά η Καλλιθέα και το Μοσχάτο παραμένουν περιοχές αποκομμένες από τη θάλασσα, ενώ ανάμεσα στα μπάζα της παραλίας εκβάλλουν, μέσα από τεχνητές και υπόγειες κοίτες, ποτάμια – οχετοί που επί δεκαετίες δέχονται λύματα και άλλους ρύπους. Αποτυπώνοντας την άλλη όψη της κυριαρχίας του κεφαλαίου πάνω στον χώρο και το περιβάλλον, την ώρα που λίγα χιλιόμετρα παραπέρα υψώνονται οι φαραωνικές αναπλάσεις και οι ουρανοξύστες της πολυθρύλητης «Αθηναϊκής Ριβιέρας».
