O Άκης Σκέρτσος μάς λέει ότι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ δεν είναι το ίδιο με τον μισθό. Σωστά. Ας μιλήσουμε λοιπόν για τους μισθούς. Σύμφωνα με τη Eurostat, ο μέσος ετήσιος προσαρμοσμένος μισθός πλήρους απασχόλησης στην Ελλάδα ήταν το 2024 μόλις 18.000 ευρώ, έναντι 39.800 ευρώ στην ΕΕ. Δηλαδή 55% χαμηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και δεύτερος χαμηλότερος σε ολόκληρη την Ένωση, μετά τη Βουλγαρία.
Ακόμη και οι δείκτες που επέλεξε ο ίδιος εκθέτουν καταφανώς την κυβέρνηση. Η πραγματική ατομική κατανάλωση βρίσκεται στο 80% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, με μόλις έξι χώρες χαμηλότερα, ενώ ο κατώτατος μισθός σε όρους αγοραστικής δύναμης κατατάσσεται μόλις 14ος μεταξύ των 22 χωρών που διαθέτουν εθνικό κατώτατο μισθό. Και υπάρχει κάτι που ο Άκης Σκέρτσος παρέλειψε να σχολιάσει: Για έξι διαδοχικά τρίμηνα η αποταμίευση των νοικοκυριών είναι αρνητική, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ. Στο πρώτο τρίμηνο του 2026 το ποσοστό αποταμίευσης υποχώρησε στο -3,3%. Με απλά λόγια, τα νοικοκυριά ξοδεύουν περισσότερα από το διαθέσιμο εισόδημά τους για να μπορέσουν να επιβιώσουν.
Την ίδια ώρα, η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό στεγαστικής υπερεπιβάρυνσης στην ΕΕ, ενώ το 19% του πληθυσμού αδυνατεί να θερμάνει επαρκώς το σπίτι του.
Ο Άκης Σκέρτσος απαντά σε ένα ερώτημα που δεν έθεσε στην πραγματικότητα κανείς. Αν δηλαδή η Ελλάδα έγινε Βουλγαρία. Το πραγματικό ερώτημα, όμως, είναι γιατί, έπειτα από επτά χρόνια κυβέρνησης Μητσοτάκη, οι μισθοί παραμένουν στον ευρωπαϊκό πάτο και το κόστος της στέγασης στην κορυφή.
Καμία στατιστική αλχημεία της κυβέρνησης δεν θα αλλάξει τη βιωμένη πραγματικότητα που ζουν εκατομμύρια εργαζόμενοι μέσα στην οποία ο μισθός τελειώνει πριν τα μέσα του μήνα.
