Τεχνοσκεπτικισμός και τεχνολογικά κοινά στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης

Η τεχνολογία παρουσιάζεται διαχρονικά από τις δυνάμεις εξουσίας ως μια αόριστη δύναμη με μόνιμα θετικό πρόσημο, η «πανάκεια» που πάντα έλυνε και πάντα θα επιλύει τα προβλήματα της ανθρωπότητας (πχ. κλιματική, ενεργειακή κρίση). Η θέση αυτή παραβλέπει σημαντικά ζητήματα.

Κάθε τεχνολογικό σύστημα ενσωματώνει επιλογές σχετικά με το ποιος αποκτά πρόσβαση, ποιος ελέγχει τη λειτουργία του, ποιος ωφελείται και ποιος επωμίζεται το κόστος του. Η τεχνολογία δεν αναπτύσσεται έξω από την κοινωνία. Αντίθετα, σχεδιάζεται μέσα σε συγκεκριμένες σχέσεις ιδιοκτησίας, εξουσίας και κοινωνικής ιεράρχησης. Αυτό σημαίνει ότι εμπεριέχει ιδεολογία, πολιτική και μπορεί να αξιοποιείται από τους λίγους και δυνατούς που τη σχεδιάζουν και την κατέχουν ενάντια στους πολλούς και τους αδύνατους που την επινοικιάζουν για να τη χρησιμοποιούν.

Ταυτόχρονα η πεποίθηση περί «πανάκειας» διαιωνίζει τον ακόλουθο φαύλο κύκλο. Κάθε νέα τεχνολογία υποτίθεται ότι έρχεται για να λύσει οριστικά κάποια προβλήματα, πράγμα που συνήθως δε συμβαίνει, ενώ την ίδια στιγμή δημιουργεί νέα προβλήματα, μεταθέτοντας το χρέος επίλυσης τους σε μια μελλοντική τεχνολογία, ανανεώνοντας το βρόγχο.  Χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ είναι η μετάβαση από τη χρήση ορυκτών καυσίμων στα αυτοκίνητα, στην ηλεκτροκίνηση με μπαταρίες. Ενώ οι εκπομπές CO2 μειώνονται, δημιουργούνται νέα περιβαλλοντικά προβλήματα τόσο από την εξόρυξη, όσο και από την απόσυρση/ανακύκλωση των σπάνιων υλικών που απαιτούνται για τις μπαταρίες.

Η κατανόηση των παραπάνω μπορεί κάλλιστα να οδηγήσει στον τεχνοσκεπτικισμό.

Ο τεχνοσκεπτικισμός δεν σημαίνει απόρριψη της τεχνολογίας αλλά αντίθετα κριτική εξέταση των υποσχέσεών της, θέτοντας συγκεκριμένες ερωτήσεις όπως το ποιο πρόβλημα υποτίθεται ότι λύνει, ποιος καθορίζει το πρόβλημα, ποιες εναλλακτικές λύσεις αποκλείστηκαν και ποιοι άνθρωποι δεν συμμετείχαν στον σχεδιασμό. Υπό αυτό το πρίσμα όμως πρέπει να επαναφέρουμε στο δημόσιο διάλογο την πολιτική κριτική της τεχνολογικής εξουσίας. Το ερώτημα δεν είναι «Θέλουμε μηχανές;» ή «Δε θέλουμε καθόλου μηχανές;», αλλά «Ποιος κατέχει τις μηχανές;», «Ποιος αποφασίζει για τη χρήση τους;» και «Πώς διανέμονται τα οφέλη της παραγωγικότητάς τους;». Είναι χρέος μας να απορρίπτουμε τεχνολογίες που απαιτούν κοινωνική υποταγή και να διεκδικούμε την ανάπτυξη εκείνων που ανταποκρίνονται σε πραγματικές κοινωνικές ανάγκες.

Η διάκριση ανάμεσα στην «περισσότερη τεχνολογία» και στην «αναγκαία τεχνολογία» είναι εδώ καθοριστική. Δεν είναι κάθε νέα εφαρμογή κοινωνική πρόοδος, ούτε κάθε αύξηση της ταχύτητας, της αυτοματοποίησης ή της υπολογιστικής ισχύος αποτελεί βελτίωση της ανθρώπινης ζωής. Μια κοινωνικά αναγκαία τεχνολογία θα έπρεπε να αξιολογείται με βάση το κατά πόσο μειώνει τον μόχθο, διευρύνει την πρόσβαση στη γνώση, υποστηρίζει την υγεία και την αυτονομία, προστατεύει το περιβάλλον και βοηθά τους ανθρώπους να συμμετέχουν στα κοινά. Αντίθετα, μια τεχνολογία που υπάρχει κυρίως για να αυξάνει την επιτήρηση, να στοχεύει στην εξάρτηση ή να μετατρέπει κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα σε εμπορεύσιμα δεδομένα, δεν είναι κοινωνικά αναγκαία, ακόμη και αν είναι εντυπωσιακή από τεχνική άποψη. Εδώ όμως έρχεται η ερώτηση «Υπάρχει χώρος χειραφέτησης διαμέσου της τεχνολογίας;».

Το διαδίκτυο αποτέλεσε το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τεχνολογικής υποδομής με χειραφετικές δυνατότητες. Μείωσε δραστικά το κόστος δημοσίευσης και επικοινωνίας, επέτρεψε τη συνεργασία ανθρώπων σε διαφορετικές χώρες και δημιούργησε νέους χώρους πολιτικής οργάνωσης, εκπαίδευσης και πολιτιστικής παραγωγής. Ωστόσο, οι δυνατότητες αυτές δεν είναι εγγυημένες από την τεχνική αρχιτεκτονική του. Η συγκέντρωση των ψηφιακών υπηρεσιών σε λίγες εταιρικές πλατφόρμες έχει μετατρέψει την επικοινωνία σε επιτήρηση, τους χρήστες σε προϊόντα και τη δημόσια συζήτηση σε αντικείμενο αλγοριθμικής χειραγώγησης.

Ένας διαφορετικός δρόμος ορίζεται από το ελεύθερο λογισμικό. Σύμφωνα με τον ορισμό του GNU, ελεύθερο είναι το λογισμικό που επιτρέπει στους χρήστες να το εκτελούν, να το μελετούν, να το αντιγράφουν, να το τροποποιούν και να διανέμουν τις τροποποιήσεις τους. Η ελευθερία αυτή δεν αφορά απλώς τη δωρεάν πρόσβαση, αλλά τη δυνατότητα κατανόησης και συλλογικού ελέγχου της τεχνικής υποδομής.

Το ελεύθερο λογισμικό, η Wikipedia, τα ανοικτά εκπαιδευτικά αποθετήρια και άλλες συνεργατικές υποδομές μπορούν να θεωρηθούν ως τεχνολογικά ή γνωσιακά κοινά με χειραφετική δύναμη. Τα κοινά δεν είναι απλώς πόροι στους οποίους όλοι έχουν δωρεάν πρόσβαση. Είναι πόροι που μια κοινότητα παράγει, οργανώνεται γύρω από αυτούς, τους συντηρεί και τους διαχειρίζεται μέσα από κανόνες συμμετοχής, λογοδοσίας και συλλογικής φροντίδας.

Μπορεί η τεχνητή νοημοσύνη να αποτελέσει τεχνολογικό κοινό;

Η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε θεωρητικά να συμβάλει στον εκδημοκρατισμό της γνώσης, στην εξατομικευμένη εκπαίδευση, στη μετάφραση, στην πρόσβαση σε επιστημονικά και νομικά κείμενα, στην υποστήριξη σε άτομα με αναπηρίες και να προσφέρει εργαλεία ανάλυσης σε κοινότητες που δεν διαθέτουν εξειδικευμένο προσωπικό. Να βοηθά ανθρώπους να κατανοούν θεσμούς, να ελέγχουν δημόσιες αποφάσεις και να συμμετέχουν ουσιαστικότερα στη συλλογική ζωή.

Ωστόσο, η τεχνική δυνατότητα δεν ισοδυναμεί με κοινωνική πραγματικότητα. Στη σημερινή της κυρίαρχη μορφή, η ΤΝ βασίζεται σε τεράστιες συγκεντρώσεις δεδομένων, υπολογιστικής ισχύος, ενέργειας και κεφαλαίου. Τα μοντέλα μπορεί να εκπαιδεύονται πάνω σε συλλογικά παραγόμενη γνώση, αλλά ελέγχονται από ιδιωτικές επιχειρήσεις. Οι πολίτες συνεισφέρουν σε γλώσσα, εικόνες, κώδικα, πολιτισμό και δεδομένα, συχνά χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι το κάνουν και χωρίς αποκτούν αντίστοιχο δικαίωμα συμμετοχής στη διακυβέρνηση των συστημάτων που προκύπτουν. Σε αυτή την περίπτωση, δεν έχουμε ένα κοινό αλλά μια περίφραξη του κοινού και τη μετατροπή της κοινωνικά παραγόμενης γνώσης σε ιδιωτική υποδομή.

Για να θεωρηθεί η ΤΝ τεχνολογικό κοινό, δεν αρκεί να παρέχεται δωρεάν μια διαδικτυακή εφαρμογή ή να δημοσιεύονται τα βάρη ενός μοντέλου. Θα πρέπει να υπάρχει κοινωνικός έλεγχος σε ολόκληρη την υποδομή της όπως στα δεδομένα, στην υπολογιστική ισχύ, στα μοντέλα, στους μηχανισμούς αξιολόγησης και στους κανόνες χρήσης με τέτοιο τρόπο ώστε να μετατραπεί σε συλλογική. Η έννοια της συλλογικής τεχνητής νοημοσύνης είναι, επομένως, πολιτική και όχι μόνο υπολογιστική. Συλλογική ΤΝ δεν υπάρχει όταν ένα κεντρικό σύστημα συλλέγει τις γνώσεις των πολλών και επιστρέφει αποφάσεις που κανείς δεν μπορεί να ελέγξει, αλλά υπάρχει όταν οι άνθρωποι διατηρούν τη δυνατότητα να συνεισφέρουν, να αμφισβητούν, να τροποποιούν τους κανόνες και να μοιράζονται ισότιμα τα οφέλη. Και φυσικά οι ίδιοι οι άνθρωποι και όχι ιδιωτικές εταιρίες συνεργαζόμενες εν κρυπτώ με κυβερνήσεις κρατών θα πρέπει να αποφασίσουν αν επιθυμούν να επωμιστούν το κόστος ανάπτυξης της ΤΝ, αφού οι ανάγκες των θηριωδών data centers που επεξεργάζονται τα δεδομένα σε ηλεκτρική ενέργεια για λειτουργία, νερό για ψύξη αλλά και η θερμότητα και ο θόρυβος που εκπέμπουν επηρεάζουν ήδη εκατοντάδες κοινότητες.

Έτσι, η ΤΝ δεν είναι από τη φύση της ούτε απελευθερωτική ούτε καταπιεστική. Μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό συγκέντρωσης της γνώσης και της εξουσίας, αλλά μπορεί επίσης να αποτελέσει μέρος μιας δημοκρατικής γνωσιακής υποδομής. Το αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί λιγότερο από το πόσο «έξυπνα» θα γίνουν τα μοντέλα και περισσότερο από το ποιος θα τα κατέχει, ποιος θα τα κυβερνά και ποιος θα έχει το δικαίωμα να τα αλλάζει.

Ο σύγχρονος τεχνοσκεπτικισμός λοιπόν δε ζητά επιστροφή σε έναν κόσμο χωρίς μηχανές. Διεκδικεί έναν κόσμο στον οποίο η τεχνολογία δεν επιβάλλεται ως αναπόφευκτη μοίρα, αλλά επιλέγεται και διαμορφώνεται δημοκρατικά και όταν χρειάζεται περιορίζεται ή και απορρίπτεται. Δεν είναι άρνηση της καινοτομίας, αλλά απαίτηση η καινοτομία να υπηρετεί την κοινωνική ελευθερία. Τελικά το κρίσιμο δίλημμα δεν είναι τεχνολογία ή μη τεχνολογία, αλλά τεχνολογία ως ιδιωτική εξουσία ή τεχνολογία ως κοινό αγαθό.

Άκου ζωντανά