Ο Μελιγαλάς αποτελεί μία από τις πιο φορτισμένες σελίδες της ελληνικής δεκαετίας του 1940. Για δεκαετίες η δημόσια μνήμη του γεγονότος οικοδομήθηκε περισσότερο μέσα από τις ανάγκες του Εμφυλίου και του μετεμφυλιακού κράτους παρά μέσα από τη νηφάλια εξέταση της Κατοχής, της Αντίστασης και της συνεργασίας με τον κατακτητή.
13–15 Σεπτεμβρίου 1944
Η αποκατάσταση της ιστορικής πραγματικότητας δεν απαιτεί να αποσιωπηθούν οι εκτελέσεις που ακολούθησαν τη μάχη. Απαιτεί όμως να ειπωθεί ολόκληρη η ιστορία.
ΜΥΘΟΣ 1
«Στον Μελιγαλά ο κομμουνιστογενής και σοβιετόφιλος ΕΛΑΣ έσφαξε έναν φιλήσυχο πληθυσμό αθώων αμάχων»
Η αλήθεια είναι διαφορετική. Στον Μελιγαλά, από τις 13 έως τις 15 Σεπτεμβρίου 1944, δεν έγινε μια απρόκλητη επίθεση εναντίον ενός ανυπεράσπιστου χωριού, αλλά μια σκληρή στρατιωτική μάχη ανάμεσα στις δυνάμεις του ΕΛΑΣ και σε μια μεγάλη, οργανωμένη και οχυρωμένη δύναμη των Ταγμάτων Ασφαλείας. Απέναντι στον ΕΛΑΣ δεν βρίσκονταν φιλήσυχοι «εθνικόφρονες πολίτες», αλλά ένοπλα σώματα που είχαν συγκροτηθεί μέσα στην Κατοχή και είχαν θέσει τα όπλα τους στην υπηρεσία του κατοχικού μηχανισμού· στον Μελιγαλά συγκρούστηκε η μαζική Εθνική Αντίσταση με ένοπλους συνεργάτες της Κατοχής.
Ο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ήταν ο μαζικότερος και ισχυρότερος φορέας της ελληνικής Εθνικής Αντίστασης. Το ίδιο το ΕΑΜ είχε διακηρύξει ήδη από την ίδρυσή του ότι πρωταρχικός του σκοπός ήταν η απελευθέρωση του Έθνους από τον ξένο ζυγό και η κατάκτηση της πλήρους ανεξαρτησίας της χώρας. Δεν πολεμούσε για λογαριασμό κάποιας ξένης δύναμης μέσα στην κατεχόμενη Ελλάδα. πολεμούσε τον κατακτητή και τον μηχανισμό που αυτός είχε δημιουργήσει για να κρατά υποταγμένο τον ελληνικό λαό.
Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν θυμηθούμε τι σήμαινε τότε «Ελλάδα». Η χώρα ήταν διαμελισμένη μεταξύ Γερμανών, Ιταλών και Βουλγάρων. Ελληνικά εδάφη στη Μακεδονία και ιδιαίτερα στη Θράκη βρίσκονταν κάτω από ξένη κατοχή, ενώ οι βουλγαρικές αρχές επιδίωκαν την ενσωμάτωση της κατεχόμενης Δυτικής Θράκης στη Βουλγαρία. Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, το ΕΑΜικό κίνημα συνέδεε τον κοινωνικό και πολιτικό του αγώνα με ένα απολύτως σαφές εθνικό αίτημα: ελεύθερη, ανεξάρτητη και ακηδεμόνευτη Ελλάδα.
Ο πατριωτισμός στην Κατοχή δεν κρινόταν από το αν κάποιος ήταν δεξιός ή αριστερός, αλλά πρωτίστως από ένα απλό ερώτημα: με ποιον πολεμούσες όταν η πατρίδα σου βρισκόταν υπό ξένη κατοχή; Ο ΕΛΑΣ πολεμούσε τον Άξονα, ενώ τα Τάγματα Ασφαλείας πολεμούσαν Έλληνες αντιστασιακούς στο πλευρό του κατοχικού μηχανισμού. Αυτό είναι το ιστορικό σημείο εκκίνησης της Μάχης του Μελιγαλά.
ΜΥΘΟΣ 2
«Τα Τάγματα Ασφαλείας ήταν πατριωτικές μονάδες που απλώς προετοιμάζονταν να προστατεύσουν την Ελλάδα από τον κομμουνισμό μετά την αποχώρηση των Γερμανών»
Όχι. Τα Τάγματα Ασφαλείας δεν εμφανίστηκαν μετά την Απελευθέρωση· δημιουργήθηκαν μέσα στην Κατοχή, έδρασαν μέσα στο σύστημα της κατοχικής εξουσίας και δεν στράφηκαν στρατιωτικά εναντίον των δυνάμεων του Άξονα, αλλά εναντίον εκείνων που πολεμούσαν τον Άξονα. Αυτό είναι το βασικό γεγονός που δεν μπορεί να εξαφανίσει κανένας μεταπολεμικός εξωραϊσμός.
Όταν η χώρα βρίσκεται υπό ξένη κατοχή, όταν τμήματα της Μακεδονίας και της Θράκης βρίσκονται κάτω από γερμανικό και βουλγαρικό έλεγχο και όταν οι αρχές κατοχής εκτελούν, λεηλατούν και τρομοκρατούν τον ελληνικό πληθυσμό, δεν μπορείς να υπηρετείς τον ένοπλο μηχανισμό τους και ταυτόχρονα να απαιτείς τον τίτλο του υπερασπιστή του Έθνους. Ήταν ανθελληνική δράση ως προς το αντικειμενικό αποτέλεσμά της: ξένα όπλα σε ελληνικά χέρια, με ελληνικές στρατιωτικές ενδυμασίες, τέθηκαν στην υπηρεσία της προσπάθειας των κατακτητών να διατηρήσουν υποταγμένη και εδαφικά ακρωτηριασμένη την Ελλάδα και να συντρίψουν την ελληνική Αντίσταση.
Ο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ αγωνίστηκε για εθνική απελευθέρωση, λαϊκή κυριαρχία και πλήρη ανεξαρτησία. Στις απελευθερωμένες περιοχές συγκροτήθηκε το 1944 η ΠΕΕΑ, με διακηρυγμένο στόχο να συντονίσει τον αγώνα για την εθνική απελευθέρωση και να διοικήσει προσωρινά την Ελεύθερη Ελλάδα, ενώ ο αγώνας αυτός αφορούσε την Ελλάδα στο σύνολό της: την απελευθέρωση από τους κατακτητές, την αποκατάσταση της ελληνικής κυριαρχίας στα κατεχόμενα εδάφη της Μακεδονίας και της Θράκης και, στο ευρύτερο μεταπολεμικό εθνικό ζήτημα, την ολοκλήρωση της ελληνικής κυριαρχίας στα Δωδεκάνησα.
Πατριωτισμός δεν ήταν να παίρνεις όπλο από έναν κατοχικό μηχανισμό για να κυνηγήσεις τον συμπατριώτη σου που πολεμούσε στα βουνά. Πατριωτισμός ήταν να απαιτείς να φύγει ο κατακτητής, να απελευθερωθεί η Ελλάδα, να αποκατασταθεί η εθνική της κυριαρχία και να μην αποκοπεί ούτε σπιθαμή ελληνικού εδάφους. Πάνω σε αυτό το πεδίο πρέπει να κριθεί ιστορικά και ο Μελιγαλάς: από τη μία ο ΕΛΑΣ, στρατός μιας μαζικής εθνικοαπελευθερωτικής Αντίστασης· από την άλλη τα Τάγματα Ασφαλείας, ένοπλοι σχηματισμοί του κατοχικού κράτους που έστρεψαν τα όπλα τους εναντίον της Αντίστασης. Οι μεταπολεμικές πολιτικές ανάγκες μπορούν να αλλάξουν τις λέξεις. Δεν μπορούν να αλλάξουν με ποια πλευρά πολέμησε ο καθένας την ώρα της Κατοχής.
ΜΥΘΟΣ 3
«Στον Μελιγαλά χιλιάδες αθώοι εθνικόφρονες πολίτες, γυναίκες και παιδιά πετάχτηκαν ζωντανοί στην Πηγάδα από τον ΕΛΑΣ»
Αυτό είναι ίσως το πιο επίμονο και περισσότερο πολιτικά αξιοποιημένο κομμάτι του μεταπολεμικού μύθου του Μελιγαλά. Για δεκαετίες επιχειρήθηκε να σβηστεί από τη συλλογική μνήμη ένα βασικό γεγονός: οι περισσότεροι άνθρωποι που βρίσκονταν οπλισμένοι μέσα στον Μελιγαλά δεν ήταν άμαχοι, αλλά άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας, ενώ πριν από την Πηγάδα είχε προηγηθεί τριήμερη, αιματηρή και σκληρή μάχη.
Αυτή η πραγματικότητα εξαφανίστηκε συστηματικά από το μεταπολεμικό αφήγημα, γιατί αν παραδεχθεί κανείς ότι προηγήθηκε πραγματική μάχη μεταξύ του στρατού της Εθνικής Αντίστασης και ενός οργανωμένου, ένοπλου σώματος συνεργατών του κατοχικού καθεστώτος, καταρρέει αυτομάτως η εικόνα μιας δήθεν απρόκλητης «κομμουνιστικής επιδρομής» εναντίον ενός φιλήσυχου χωριού.
Τι έγινε όμως μετά τη μάχη; Εδώ δεν υπάρχει λόγος να κρυφτούμε πίσω από το δάχτυλό μας. Μετά την κατάληψη του Μελιγαλά έγιναν εκτελέσεις αιχμαλώτων και συντελέστηκαν λιντσαρίσματα από αγανακτισμένους Μεσσήνιους που είχαν υποστεί δολοφονίες, βιασμούς και πλιάτσικο στα χέρια των ταγματασφαλιτών μέχρι και τις τελευταίες ημέρες της Κατοχής· μεταξύ των νεκρών υπήρξαν και άμαχοι.
Όμως η ιστορική έρευνα δείχνει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στους αριθμούς που χρησιμοποιήθηκαν πολιτικά και στα στοιχεία που μπορούν πράγματι να τεκμηριωθούν. Ιατροδικαστική έρευνα του 1945 κατέγραψε 708 σορούς, ενώ άλλες πηγές έδωσαν μεγαλύτερους αριθμούς. Παράλληλα, κατάλογοι που χρησιμοποιήθηκαν από την ίδια τη μεταπολεμική δεξιά μνήμη περιλαμβάνουν κυρίως άνδρες στρατεύσιμης ηλικίας και πολύ μικρότερους αριθμούς γυναικών, ηλικιωμένων και ανηλίκων.
Άρα πρέπει να ξεχωρίσουμε δύο πράγματα: άλλο η πραγματική εκδικητική βία μετά την πτώση του Μελιγαλά και άλλο ο μεταπολεμικός μύθος ότι ο ΕΛΑΣ συγκέντρωσε χιλιάδες ανυπεράσπιστους αμάχους και γυναικόπαιδα και τους έσφαξε συλλήβδην. Το δεύτερο δεν αποτελεί ιστορική περιγραφή αλλά πολιτική κατασκευή, που υπηρέτησε έναν συγκεκριμένο σκοπό: να εξαφανιστεί η ιδιότητα του ταγματασφαλίτη και στη θέση της να εμφανιστεί ο «αθώος εθνικόφρων πολίτης». Με μία μεταπολεμική αλλαγή λέξεων, ο συνεργάτης του κατοχικού μηχανισμού έγινε «πατριώτης» και ο άνθρωπος που τον πολέμησε έγινε «σφαγέας».
ΑΛΗΘΕΙΑ 1
Στην υπόλοιπη Ευρώπη η συνεργασία με τον κατακτητή θεωρήθηκε εθνικό όνειδος. Στην Ελλάδα ο αντικομμουνισμός επέτρεψε σε μεγάλο μέρος του δοσιλογικού μηχανισμού να επιβιώσει πολιτικά και κρατικά.
Αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που πρέπει να κατανοήσει κανείς για να καταλάβει όχι μόνο τον Μελιγαλά αλλά ολόκληρη τη μεταπολεμική Ελλάδα. Μετά την ήττα του Άξονα, σχεδόν ολόκληρη η κατεχόμενη Ευρώπη αντιμετώπισε το ίδιο βασικό ερώτημα: τι κάνουμε με αυτούς που συνεργάστηκαν με τον κατακτητή;
Στη Γαλλία υπήρξε η épuration — η κάθαρση. Στη Νορβηγία, στο Βέλγιο, στην Ολλανδία και αλλού πραγματοποιήθηκαν δίκες και εκκαθαρίσεις συνεργατών. Οι ηγέτες της συνεργασίας αντιμετωπίστηκαν ως άνθρωποι που είχαν θέσει τον εαυτό τους στην υπηρεσία της ξένης κατοχής. Ο Πιερ Λαβάλ, πρωθυπουργός της κυβέρνησης του Βισύ, καταδικάστηκε και εκτελέστηκε. Ο Βίντκουν Κουίσλιγκ στη Νορβηγία καταδικάστηκε επίσης και εκτελέστηκε, και το όνομά του έμεινε στην ευρωπαϊκή πολιτική γλώσσα ως συνώνυμο του προδότη και συνεργάτη του κατακτητή. Αυτό δεν ήταν κάποια «κομμουνιστική εκδικητικότητα», αλλά η αντιμετώπιση του δοσιλογισμού από τα ίδια τα μεταπολεμικά ευρωπαϊκά κράτη.
Στην Ελλάδα τυπικά υπήρξαν και εδώ δικαστήρια δοσιλόγων και οι κατοχικοί πρωθυπουργοί δικάστηκαν: ο Τσολάκογλου καταδικάστηκε σε θάνατο, ποινή που μετατράπηκε, ο Λογοθετόπουλος καταδικάστηκε και ο Ιωάννης Ράλλης καταδικάστηκε σε ισόβια. Αν σταματούσαμε εδώ, θα πιστεύαμε ότι η Ελλάδα ακολούθησε τον ίδιο δρόμο με την υπόλοιπη Ευρώπη· δεν τον ακολούθησε.
Πολύ γρήγορα το βασικό ερώτημα του ελληνικού κράτους έπαψε να είναι «ποιος συνεργάστηκε με τον κατακτητή;» και έγινε «ποιος είναι αντικομμουνιστής;». Η έρευνα του ιστορικού Δημήτρη Κουσουρή πάνω στα αρχεία του Ειδικού Δικαστηρίου Δοσιλόγων της Αθήνας έχει δείξει ότι περίπου το 60% των κατηγορουμένων στις περίπου 2.200 υποθέσεις που εξετάστηκαν αθωώθηκαν, ενώ σημαντικός αριθμός υποθέσεων δεν έφθασε καν σε δίκη. Η ιστοριογραφία συνδέει αυτή τη μετατόπιση με την προτεραιότητα που απέκτησε μετά τα Δεκεμβριανά ο αντικομμουνισμός έναντι του αντιφασισμού.
Εδώ βρίσκεται η ελληνική τραγωδία. Άνθρωποι που λίγους μήνες πριν αποτελούσαν μέρος του ένοπλου μηχανισμού της κατοχικής εξουσίας μπορούσαν πλέον να εμφανιστούν ως χρήσιμοι υπερασπιστές του μεταπολεμικού κράτους απέναντι στην Αριστερά, ενώ άνθρωποι που είχαν περάσει την Κατοχή πολεμώντας τον Άξονα βρέθηκαν διωκόμενοι από το ίδιο το μεταπολεμικό κράτος. Η μεγάλη αντιστροφή είχε ολοκληρωθεί: ο χθεσινός ταγματασφαλίτης μπορούσε να βαφτιστεί «εθνικόφρων πατριώτης», ο χθεσινός ΕΛΑΣίτης «κομμουνιστής ανθέλληνας» και ο άνθρωπος της Αντίστασης να φυλακιστεί, να εξοριστεί ή να τεθεί στο περιθώριο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο Νικόλαος Μπουραντάς, επικεφαλής μηχανοκίνητης μονάδας της Αστυνομίας Πόλεων, που κατηγορήθηκε για συνεργασία με τις κατοχικές δυνάμεις σε συλλήψεις και διώξεις αντιστασιακών, δικάστηκε μετά την Απελευθέρωση και αθωώθηκε. Αυτό ήταν το πολιτικό κλίμα της εποχής: όχι η πλήρης εκκαθάριση του δοσιλογισμού, αλλά η σταδιακή υποταγή του ζητήματος του δοσιλογισμού στη νέα προτεραιότητα, την ήττα του ΕΑΜικού κινήματος και της Αριστεράς.
Γι’ αυτό και η μνήμη του Μελιγαλά απέκτησε τόσο μεγάλη πολιτική σημασία. Το μετεμφυλιακό κράτος δεν μπορούσε εύκολα να τιμήσει ανθρώπους ως αντικομμουνιστές χωρίς ταυτόχρονα να ξεχάσει ότι ορισμένοι από αυτούς είχαν προηγουμένως υπάρξει συνεργάτες της Κατοχής. Έτσι οικοδομήθηκε μια νέα μνήμη: ο ταγματασφαλίτης εξαφανιζόταν και στη θέση του εμφανιζόταν ο «εθνικόφρων», ενώ ο ΕΛΑΣίτης έπαυε να είναι ο μαχητής μιας τεράστιας εθνικοαπελευθερωτικής οργάνωσης και γινόταν απλώς ο «κομμουνιστής εγκληματίας». Αυτό δεν ήταν ιστορία. Ήταν η πολιτική μνήμη του νικητή του Εμφυλίου.
ΑΛΗΘΕΙΑ 2
Η βίαιη τιμωρία των ένοπλων συνεργατών δεν υπήρξε ελληνική ούτε «κομμουνιστική» ιδιομορφία
Υπάρχει ακόμη ένας μύθος πίσω από ολόκληρη τη συζήτηση για τον Μελιγαλά: ότι δήθεν η εκδικητική βία απέναντι στους συνεργάτες της Κατοχής ήταν αποτέλεσμα μιας ειδικής «κομμουνιστικής βαρβαρότητας». Η ευρωπαϊκή ιστορία του 1944–45 διαψεύδει αυτή την εικόνα.
Στην απελευθερωμένη Γαλλία, πριν ακόμη οργανωθεί πλήρως το νέο κράτος, ξέσπασε αυτό που έμεινε γνωστό ως épuration sauvage — άγρια κάθαρση. Ένοπλες ομάδες της Αντίστασης και τοπικοί πληθυσμοί εκτέλεσαν συνεργάτες χωρίς κανονική δικαστική διαδικασία, άλλοι ξυλοκοπήθηκαν ή διαπομπεύθηκαν και χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στο κύμα της εκδίκησης που ακολούθησε την Απελευθέρωση. Δεν το έκαναν μόνο κομμουνιστές ή αριστεροί, αλλά άνθρωποι από ολόκληρο το φάσμα της γαλλικής Αντίστασης. Σε ολόκληρη την κατεχόμενη Ευρώπη ο ένοπλος συνεργάτης του κατακτητή θεωρούνταν ότι είχε παραβιάσει το θεμελιωδέστερο καθήκον προς την πατρίδα του.
Το παράδειγμα των Γάλλων Waffen-SS είναι αποκαλυπτικό. Τον Μάιο του 1945, άνδρες της 2ης Τεθωρακισμένης Μεραρχίας του στρατηγού Φιλίπ Λεκλέρκ, ενός ανθρώπου του Ντε Γκολ και κάθε άλλο παρά κομμουνιστή, συνέλαβαν μια ομάδα Γάλλων εθελοντών της Waffen-SS που είχαν υπηρετήσει τη ναζιστική Γερμανία. Οι αιχμάλωτοι εκτελέστηκαν συνοπτικά χωρίς κανονική δίκη. Η παράδοση γύρω από το περιστατικό αναφέρει ακόμη και έντονη λεκτική αντιπαράθεση με τον Λεκλέρκ, αν και οι ακριβείς λεπτομέρειες και ο βαθμός της προσωπικής του ευθύνης παραμένουν αντικείμενο ιστορικής συζήτησης.
Δεν χρειάζεται να μυθοποιήσουμε ούτε αυτό το περιστατικό, γιατί το ίδιο το γεγονός αρκεί: Γάλλοι που είχαν φορέσει τη στολή της Waffen-SS αντιμετωπίστηκαν ως ένοπλοι συνεργάτες του εχθρού και εκτελέστηκαν από στρατιώτες της ελεύθερης Γαλλίας. Ο Λεκλέρκ δεν ήταν μπολσεβίκος ούτε πράκτορας της Μόσχας, αλλά ένας από τους εμβληματικούς στρατηγούς της Γαλλίας του Ντε Γκολ.
Γιατί λοιπόν αυτό έχει σημασία για τον Μελιγαλά; Όχι επειδή «αφού έγινε στη Γαλλία, δικαιολογείται και στην Ελλάδα». Αυτό θα ήταν ιστορικά και ηθικά φτωχό επιχείρημα. Το νόημα είναι διαφορετικό: η ακραία τιμωρία των συνεργατών του κατακτητή υπήρξε ευρωπαϊκό φαινόμενο της Απελευθέρωσης. Η Ελλάδα δεν βρισκόταν σε πολιτικό κενό. Είχε ζήσει πείνα, Κατοχή, εκτελέσεις, ομηρίες, μπλόκα, καμένα χωριά, αντίποινα και έναν ιδιότυπο εσωτερικό πόλεμο στον οποίο ελληνικά ένοπλα σώματα συνεργάζονταν με τις κατοχικές δυνάμεις εναντίον της Αντίστασης. Όταν το κράτος της Κατοχής κατέρρευσε, αυτή η συσσωρευμένη βία δεν εξαφανίστηκε ως διά μαγείας. Εξερράγη. Αυτό συνέβη στον Μελιγαλά και, με διαφορετικές μορφές και κλίμακες, σε ολόκληρη την απελευθερωμένη Ευρώπη.
Η μεγάλη ελληνική ιδιαιτερότητα ήρθε μετά. Στη Γαλλία, παρά τις αυτοδικίες και όλες τις αντιφάσεις της Απελευθέρωσης, η επίσημη κρατική αφήγηση θεμελιώθηκε τελικά στην καταδίκη της συνεργασίας με τον κατακτητή. Στην Ελλάδα η πορεία ήταν διαφορετική: η επερχόμενη σύγκρουση με το ΕΑΜ και στη συνέχεια ο Εμφύλιος έκαναν τον αντικομμουνισμό ισχυρότερο πολιτικό κριτήριο από το κατοχικό παρελθόν. Εκεί βρίσκεται μία από τις βαθύτερες ρίζες της αποτυχίας της ελληνικής εθνικής συμφιλίωσης μετά το 1944. Στη μεταπολεμική Ευρώπη μπορούσε κανείς να είναι δεξιός, κεντρώος, σοσιαλιστής ή κομμουνιστής και ταυτόχρονα να συμφωνεί σε ένα στοιχειώδες πράγμα: ο συνεργάτης του κατακτητή είχε στραφεί εναντίον της πατρίδας του.
Τι σημαίνουν λοιπόν όλα αυτά σήμερα; Ακούμε συχνά τη λέξη «εθνική ενότητα» και την επικαλούμαστε στις εθνικές επετείους, στις κρίσεις και στις δύσκολες στιγμές της χώρας, όμως αξίζει να αναρωτηθούμε σοβαρά γιατί αυτή η εθνική ενότητα εξακολουθεί, ογδόντα και πλέον χρόνια μετά την Απελευθέρωση, να είναι τόσο δύσκολη. Ίσως η απάντηση να βρίσκεται ακριβώς στο 1944, στην ώρα της Απελευθέρωσης και στο ερώτημα ποιον θεωρούσαμε απελευθερωτή και ποιον κατακτητή.
Ποιος είχε περάσει τα χρόνια της Κατοχής πολεμώντας για να φύγουν οι Γερμανοί, οι Ιταλοί και οι Βούλγαροι από την Ελλάδα; Και ποιος είχε περάσει αυτά τα ίδια χρόνια κυνηγώντας Έλληνες αντιστασιακούς, στελεχώνοντας κατοχικούς μηχανισμούς ή συνεργαζόμενος με υπηρεσίες που υπηρετούσαν την καταστολή της Αντίστασης; Εδώ βρίσκεται ακόμη και σήμερα μια ανοιχτή πληγή της ελληνικής ιστορικής μνήμης. Δεν μπορείς να ζητάς από έναν λαό να οικοδομήσει κοινή εθνική μνήμη όταν δεν έχει συμφωνήσει ούτε στο στοιχειώδες: ότι κατά την Κατοχή ο εχθρός ήταν ο κατακτητής και ότι η συνεργασία μαζί του δεν μπορεί, ογδόντα χρόνια αργότερα, να βαφτίζεται πατριωτισμός.
Ακόμη και σήμερα βλέπουμε στον δημόσιο λόγο απόπειρες εξωραϊσμού ανθρώπων και οργανώσεων του σκληρού κατοχικού αντικομμουνισμού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Οργάνωση «Χ» που έχει υμνηθεί ακόμα και εντός του ελληνικού κοινοβουλίου από Έλληνα βουλευτή. Η ιστορική έρευνα δεν μας επιτρέπει να την παρουσιάσουμε απλουστευτικά σαν ένα ενιαίο σώμα που υπαγόταν στους Γερμανούς, μας επιτρέπει όμως να πούμε κάτι βαρύ και συγκεκριμένο: στελέχη και μέλη της συνδέθηκαν με την κατοχική Ειδική Ασφάλεια, μέλη της συμμετείχαν σε εφόδους και μπλόκα εναντίον ΕΑΜιτών, ενώ τεκμηριώνεται ακόμη και η σύλληψη φοιτητών της ΕΠΟΝ από μέλη της «Χ» και η παράδοσή τους στις γερμανικές κατοχικές αρχές. Η ίδια η γερμανική διοίκηση αντιμετώπιζε την οργάνωση ευνοϊκά, παρότι είχε απορρίψει πρόταση του Γρίβα για θεσμοθετημένη συνεργασία.
Παρόλα αυτά, πρόσωπα και παραδόσεις αυτού του χώρου εξακολουθούν κατά καιρούς να παρουσιάζονται στον δημόσιο λόγο ως αυτονόητα κομμάτια μιας δήθεν ενιαίας «εθνικής αντίστασης». Εδώ ακριβώς γεννιέται το ερώτημα: πόσο ειλικρινά μπορούμε να μιλάμε για εθνική ενότητα όταν ακόμη δυσκολευόμαστε να συμφωνήσουμε ποιος αντιστάθηκε στον κατακτητή και ποιος στράφηκε εναντίον εκείνων που αντιστέκονταν;
Εθνική ενότητα δεν σημαίνει ιστορική αμνησία. Δεν σημαίνει να ισοπεδώσουμε τις διαφορές για να αισθανθούμε όλοι πιο άνετα ούτε να πούμε ότι «όλοι είχαν τα δίκια τους». Υπάρχουν ιστορικές στιγμές στις οποίες οι επιλογές έχουν βάρος, και η Κατοχή ήταν μία από αυτές. Όταν η χώρα σου βρίσκεται υπό ξένο ζυγό, το θεμελιώδες ερώτημα είναι απλό: στάθηκες απέναντι στον κατακτητή ή στράφηκες εναντίον των συμπατριωτών σου που τον πολεμούσαν;
Η Κατοχή ήταν εθνική καταστροφή και η Αντίσταση αγώνας για την ελευθερία της χώρας· η συνεργασία με τον κατακτητή δεν γίνεται να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε τίτλο εθνικοφροσύνης επειδή οι συνεργάτες ήταν αντικομμουνιστές. Αν δεν μπορούμε ακόμη να συμφωνήσουμε ούτε σε αυτό, τότε ίσως δεν πρέπει να απορούμε γιατί η έννοια της εθνικής ενότητας παραμένει εύθραυστη.
Η πραγματική εθνική ενότητα δεν οικοδομείται πάνω στην ιστορική λήθη, αλλά πάνω στην αλήθεια. Η αλήθεια της Κατοχής είναι ότι η Ελλάδα απελευθερώθηκε επειδή άνθρωποι αντιστάθηκαν στον κατακτητή, όχι επειδή κάποιοι συνεργάστηκαν μαζί του. Ένας λαός που μέχρι σήμερα συγχέει τον απελευθερωτή με τον δυνάστη δεν χάνει μόνο την Ιστορία του· χάνει και την πυξίδα του για το μέλλον.
