Η 50χρονη καταδικασμένη για φόνο παρέμεινε ζωντανή και ακουγόταν να ροχαλίζει μετά τη χορήγηση δύο δόσεων πεντοβαρβιτάλης, σύμφωνα με μαρτυρίες που επικαλούνται οι δικηγόροι της.
Η εκτέλεση της Κρίστα Γκέιλ Πάικ στο Τενεσί σημαδεύτηκε από μια ασυνήθιστη εξέλιξη: αφού της χορηγήθηκαν δύο δόσεις πεντοβαρβιτάλης, η 50χρονη παρέμενε ζωντανή και ακουγόταν να ροχαλίζει, σύμφωνα με τους συνηγόρους της και δημοσιογράφους που παρακολούθησαν τη διαδικασία.
Οι μάρτυρες ανέφεραν ότι η Πάικ παρέμεινε ξύπνια και κάποια στιγμή σήκωσε το κεφάλι της, ρωτώντας αξιωματούχους της φυλακής αν ήταν φυσιολογικό να αισθάνεται «έτσι» το χέρι της. Δεν διευκρινίστηκε σε τι αναφερόταν. Η δεύτερη δόση είχε χορηγηθεί έως τις 8:26 μ.μ., ενώ το ροχαλητό ακουγόταν πίσω από κλειστή κουρτίνα μέχρι να απενεργοποιηθεί το μικρόφωνο, στις 8:53 μ.μ. Τότε ζητήθηκε από τους μάρτυρες να αποχωρήσουν.
Οι δικηγόροι της κατέθεσαν επείγουσα αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, ζητώντας να σταματήσει και να ανασταλεί η εκτέλεση. Υποστήριξαν ότι η πελάτισσά τους υπέφερε χωρίς λόγο και ότι παραβιαζόταν το δικαίωμά της να μην υποστεί σκληρή και ασυνήθιστη τιμωρία. Παράλληλα, προσέφυγαν στο Εφετείο της 6ης Περιφέρειας και σε περιφερειακό δικαστήριο.
Η καταδίκη και οι λόγοι που επικαλούνται οι υποστηρικτές της
Η Πάικ είχε καταδικαστεί το 1995 για τη δολοφονία της 19χρονης Κολίν Σλέμερ, συμμαθήτριάς της σε κέντρο επαγγελματικής κατάρτισης στο Νοξβίλ. Στην υπόθεση είχε δοθεί μεγάλη δημοσιότητα, μεταξύ άλλων λόγω ενός πενταγράμμου που είχε χαραχτεί στο σώμα του θύματος και προκάλεσε τότε φόβους για σατανιστική λατρεία.
Η Πάικ δεν αμφισβητεί ότι διέπραξε τη δολοφονία. Οι υποστηρικτές της, ωστόσο, ζητούν να συνεκτιμηθούν η ηλικία της κατά τον χρόνο του εγκλήματος, η ψυχική της υγεία και οι ισχυρισμοί της ότι είχε υποστεί σοβαρή σεξουαλική κακοποίηση. Μετά τη δολοφονία διαγνώστηκε με διπολική διαταραχή και διαταραχή μετατραυματικού στρες.
Σε αίτημά της για επιείκεια, η Πάικ είχε αναφέρει ότι αρχικά ήθελε να τσακωθεί με τη Σλέμερ, αλλά τη σκότωσε ενώ βρισκόταν σε κατάσταση υστερίας και δεν μπορούσε να σταματήσει. Οι συνήγοροί της υποστήριξαν ότι οι ένορκοι δεν είχαν τη δυνατότητα να εξετάσουν τα ζητήματα της κακοποίησης όταν αξιολογούσαν την ηθική της ευθύνη.
Η εκτέλεση θα ήταν η πρώτη γυναίκας στο Τενεσί εδώ και περισσότερα από 200 χρόνια. Σύμφωνα με τη Ρόμπιν Μ. Μάχερ, εκτελεστική διευθύντρια του Κέντρου Πληροφόρησης για τη Θανατική Ποινή, έχουν καταγραφεί επτά περιπτώσεις ανθρώπων που επέζησαν από προβλήματα κατά την εκτέλεση επειδή η ομάδα δεν κατάφερε να βρει φλέβα. Η ίδια σημείωσε ότι δεν είχε προηγηθεί περίπτωση ανθρώπου που να παρέμεινε ζωντανός μετά τη χορήγηση των φαρμάκων της θανατηφόρου ένεσης.
