Η παρέμβαση του Γαβριήλ Σακελλαρίδη στο Regional Growth Conference δεν ήταν απλώς μια ακόμη πολιτική τοποθέτηση στη συγκυρία. Ήταν μια προσπάθεια να τεθεί με καθαρό τρόπο το βασικό ερώτημα της επόμενης ημέρας: θα συνεχίσει η κοινωνία να πληρώνει την κρίση, την ακρίβεια και τα υπερπλεονάσματα της κυβέρνησης μέσα από τον ΦΠΑ, τους έμμεσους φόρους και τη συμπίεση των εισοδημάτων της ή θα ανοίξει επιτέλους η συζήτηση για το ποιοι πραγματικά πρέπει να βάλουν το χέρι στην τσέπη;

Ο Σακελλαρίδης περιέγραψε τη Νέα Αριστερά ως ένα κόμμα που δεν δημιουργήθηκε για να αποτελέσει προσωρινό σταθμό, ούτε για να υπηρετήσει προσωπικές στρατηγικές και σενάρια αναμονής. «Ήρθε και θα μείνει», είναι το πολιτικό μήνυμα που εκπέμπεται. Όχι με όρους αυτάρεσκης επιβεβαίωσης, αλλά ως δέσμευση ότι υπάρχει ανάγκη για μια αριστερή δύναμη με καθαρό κοινωνικό πρόσημο, με πρόγραμμα, με αυτοτέλεια και με διάθεση να μιλήσει για τα πραγματικά προβλήματα της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Στην καρδιά αυτής της παρέμβασης βρίσκεται η φορολογική δικαιοσύνη. Και εδώ η θέση είναι σαφής: δεν μπορεί η συζήτηση να περιορίζεται γενικά και αφηρημένα στη μείωση της έμμεσης φορολογίας, χωρίς να λέμε από πού θα προκύψουν τα δημόσια έσοδα. Αν θέλουμε να μειωθεί ο ΦΠΑ, αν θέλουμε να ανακουφιστούν τα νοικοκυριά, οι εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι και οι μικρομεσαίοι, τότε πρέπει να πληρώσουν αυτοί που όλα τα προηγούμενα χρόνια συσσώρευσαν κέρδη: οι πολύ πλούσιοι, οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι, τα funds, οι κάτοχοι μεγάλων μερισμάτων και περιουσιών.

Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η Νέα Αριστερά επιχειρεί να ξαναφέρει τη συζήτηση στο έδαφος της κοινωνικής σύγκρουσης. Γιατί η ακρίβεια δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Δεν είναι μια αόρατη δύναμη που χτυπάει όλους το ίδιο. Είναι ένας μηχανισμός αναδιανομής εισοδήματος προς τα πάνω. Όταν οι τιμές αυξάνονται, το κράτος εισπράττει περισσότερα από τον ΦΠΑ. Όταν η κυβέρνηση πανηγυρίζει για υπερπλεονάσματα, στην πραγματικότητα πανηγυρίζει πάνω στην εξάντληση των λαϊκών νοικοκυριών. Παίρνει πολλά από τους πολλούς και επιστρέφει λίγα, επιλεκτικά και προσωρινά, με τη μορφή επιδομάτων και κουπονιών.

Απέναντι σε αυτό το μοντέλο, η πρόταση που διατυπώνεται είναι ευθεία και αναδιανεμητική: κατάργηση φοροαπαλλαγών για όσους δεν τις έχουν πραγματικά ανάγκη, αύξηση της φορολογίας στα μερίσματα, ουσιαστική φορολόγηση του μεγάλου πλούτου και μετατόπιση του φορολογικού βάρους από τους εργαζόμενους και την κατανάλωση προς τα υψηλά εισοδήματα και τα μεγάλα κέρδη. Δεν πρόκειται για «δαιμονοποίηση του κέρδους», όπως συνηθίζει να απαντά η Δεξιά. Πρόκειται για το αυτονόητο σε μια κοινωνία που θέλει να λέγεται δίκαιη: δεν γίνεται να πληρώνει ο μισθωτός από το πρώτο ευρώ και να απολαμβάνουν ειδική μεταχείριση όσοι μοιράζουν εκατομμύρια σε μερίσματα.

Το πολιτικό ενδιαφέρον της παρέμβασης Σακελλαρίδη βρίσκεται και στο ότι επιχειρεί να απεγκλωβίσει τη συζήτηση από την ατέρμονη επιστροφή στο παρελθόν. Η περίοδος 2015-2019 δεν μπορεί ούτε να σβηστεί ούτε να μετατραπεί σε μόνιμο πεδίο αυτοδικαίωσης ή ενοχοποίησης. Η κοινωνία σήμερα δεν ζητά από την Αριστερά να αναμετριέται διαρκώς με τα φαντάσματα του χθες. Ζητά απαντήσεις για το ενοίκιο, το ρεύμα, τον μισθό, την υγεία, την παιδεία, τη φορολογική αδικία, τη διαφθορά, τη δημοκρατία.

Και ακριβώς εδώ βρίσκεται η αισιόδοξη πλευρά της υπόθεσης. Όσο κι αν το πολιτικό σκηνικό εμφανίζεται κουρασμένο, όσο κι αν η απογοήτευση έχει ριζώσει σε μεγάλο τμήμα της κοινωνίας, υπάρχει ακόμη ανοιχτός χώρος για μια Αριστερά που δεν θα φοβάται να μιλήσει καθαρά. Όχι με γενικόλογες εκκλήσεις στην «προοδευτική διακυβέρνηση», αλλά με συγκεκριμένες δεσμεύσεις υπέρ της κοινωνικής πλειοψηφίας. Όχι με αμήχανη προσαρμογή στον κυρίαρχο λόγο, αλλά με αυτοπεποίθηση ότι η δικαιοσύνη, η ισότητα και η δημοκρατία μπορούν ξανά να γίνουν πολιτικό σχέδιο πλειοψηφίας.

Η Νέα Αριστερά καλείται, βεβαίως, να αποδείξει στην πράξη ότι μπορεί να σηκώσει αυτό το βάρος. Να ξεκαθαρίσει τις εσωτερικές της εκκρεμότητες, να αποκτήσει σταθερό βηματισμό, να μιλήσει έξω από τα κομματικά ακροατήρια, να συνδεθεί με τους ανθρώπους που δεν περιμένουν πια πολλά από την πολιτική αλλά εξακολουθούν να χρειάζονται μια συλλογική διέξοδο. Αυτή είναι και η μεγάλη πρόκληση: να μετατραπεί η πολιτική αυτοτέλεια σε κοινωνική χρησιμότητα.

Γιατί η χώρα δεν έχει ανάγκη από ακόμη ένα κόμμα διαχείρισης της φθοράς. Έχει ανάγκη από μια δύναμη που θα λέει καθαρά ότι η ανάπτυξη χωρίς δικαιοσύνη είναι ανάπτυξη για λίγους. Ότι τα δημόσια έσοδα δεν μπορούν να στηρίζονται στην ακρίβεια. Ότι η δημοκρατία δεν αντέχει άλλο συγκάλυψη, αλαζονεία και επιτελικό αυταρχισμό. Ότι οι πολλοί δεν είναι καταδικασμένοι να πληρώνουν μόνιμα τον λογαριασμό.

Η αισιοδοξία, λοιπόν, δεν βρίσκεται σε εύκολες υποσχέσεις. Βρίσκεται στο ότι αρχίζει ξανά να διατυπώνεται μια καθαρή αριστερή απάντηση: να πληρώσουν αυτοί που έχουν, να ανακουφιστούν αυτοί που σηκώνουν τα βάρη, να ξαναχτιστεί η εμπιστοσύνη στην πολιτική μέσα από πράξεις δικαιοσύνης. Αν η Νέα Αριστερά καταφέρει να υπηρετήσει με συνέπεια αυτή τη γραμμή, τότε πράγματι δεν θα είναι ένα κόμμα παρένθεση. Θα είναι μέρος της αναγκαίας ανασύνθεσης που έχει ανάγκη η κοινωνία.

Στείλτε email στο admin@diktioaristera.gr

Κατασκευή ιστοσελίδας: @AM - 2025