απεργιακή διαδήλωση στις Βρυξέλλες

Μια περίεργη πολιτική στασιμότητα συνυπάρχει με την πάντοτε επίμονη πολιτική ρευστότητα. Στις δημοσκοπήσεις καταγράφεται η μεγάλη κοινωνική δυσαρέσκεια για την κυβερνητική πολιτική, γεγονός που αποσυσπειρώνει ένα μεγάλο μέρος της εκλογικής βάσης της ΝΔ.

Αυτή η δυσαρέσκεια όμως δεν εισπράττεται από τα, κατά δήλωση τους, κυβερνητικά κόμματα, την ΕΛΑΣ και το ΠΑΣΟΚ, τα οποία διαγκωνίζονται στο κέντρο, πιστά στο παλαιό δόγμα πως οι εκλογές κερδίζονται στο κέντρο.
Το δόγμα αυτό απηχεί μια μακρά περίοδο πολιτικής σταθερότητας σε ολόκληρη την Ευρώπη, όταν κυριαρχούσε ο συναινετικός δικομματισμός. Η περίοδος αυτή έχει παρέλθει. Η κρίση εκπροσώπησης μεγαλώνει και αγκαλιάζει τα συστημικά κόμματα. Ένα ολοένα και μεγαλύτερο μέρος εκλογέων εγκαθίσταται στην αποχή. Και εκεί που κυβερνούν κεντρώες δυνάμεις αδυνατούν να απαντήσουν στην πολύ-κρίση που οξύνεται, τώρα μάλιστα μέσα σε ένα απρόβλεπτο κόσμο πολέμων, περιβαλλοντικής καταστροφής, έκρηξης των κοινωνικών ανισοτήτων και πρωτόγνωρων επιπτώσεων της Τεχνητής Νοημοσύνης.

Οι κεντρώες πολιτικές, ούτε απαντούν στις αγωνίες των πολιτών, ούτε δημιουργούν έμπνευση και όραμα. Έτσι δημιουργείται ένα μεγάλο πολιτικό κενό, στο οποίο εισβάλουν, με αρκετή προς ώρας επιτυχία, δυνάμεις του ακροδεξιού φάσματος. Η παρατεταμένη λιτότητα, η φθηνή και επισφαλής εργασία, η διάλυση του κοινωνικού κράτους με τη μεταφορά πόρων στη στρατιωτική οικονομία φτωχοποιούν μεσαία στρώματα και σπρώχνουν τις λαϊκές τάξεις στα δόκανα της ακροδεξιάς.
Η Γερμανία ιστορικά είναι πολιτικό εργαστήρι για ολόκληρη την Ευρώπη. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχουμε μηχανιστική μεταφορά γεγονότων. Διαχέονται όμως πρότυπα και συμπεριφορές στον Ευρωπαϊκό δημόσιο χώρο όπου ισχύει η κοινή οικονομική-κοινωνική πολιτική του δημοσιονομικού κορσέ (για ζουρλομανδύα είχε μιλήσει ο Πρόντι) που διογκώνει τις τεράστιες κοινωνικές ανισότητες.
Μπροστά σε αυτή την κοινωνική-οικονομική και συνακόλουθα πολιτική κρίση, οι κεντρώες -κυβερνητικές δυνάμεις επιχειρούν να αντιγράψουν πολιτικές και αξίες της ακροδεξιάς. Καταφεύγουν στη δημαγωγία του εθνικισμού και την αντιμεταναστευτική υστερία, πολιτικές που διογκώνουν τον αυταρχισμό δήθεν για την αντιμετώπιση του εχθρού, στο τέλος όμως πλήττουν τη δημοκρατία και την καθημερινότητα όλων των πολιτών. Αυτή η αντιγραφή των ακροδεξιών πολιτικών δεν αντιμετωπίζει την πίεση της ακροδεξιάς.
Στην Ελλάδα οι ακροδεξιές ιδέες έχουν αποικίσει τον κυρίαρχο λόγο της Νέας Δημοκρατίας, δημιουργούν ένα πολυκέφαλο εκλογικό συνεχές με υφιστάμενα ή υπό ίδρυση κόμματα εθνικιστικής δημαγωγίας και παρασύρουν και τα κόμματα του κέντρου αρκετές φορές, δυστυχώς, και παράγοντες της αριστεράς.
Μέσα σε αυτό το δυσοίωνο περιβάλλον διαπιστώνουμε αναλαμπές. Η ριζοσπαστική και ανανεωτική αριστερά, ως σύνθεση σύγχρονων αριστερών και οικολογικών αξιών, σε αρκετές χώρες ορθώνεται ως αντίρροπη δύναμη. Στη Γερμανία με το Die Linke, στη Βρετανία με τους Οικολόγους, στο Βέλγιο με το Εργατικό Κόμμα, στη Γαλλία με την Ανυπότακτη Αριστερά, στην Αυστρία με την νίκη στο Γκρατς.

Οι εξελίξεις αυτές, που μένει να επιβεβαιωθούν στη συνέχεια, αντανακλούν και την πολιτική κινητοποίηση που σηματοδοτεί η νίκη Μαμντάμι σε πολλές πολιτείες των ΗΠΑ. Συγκροτούν μια νέα ελπίδα και υπόσχεση για μια νέα αριστερά, κινηματική και ταυτόχρονα προγραμματική, με όραμα ένα σοσιαλισμό που θα είναι δημοκρατικός και οικολογικός, γιατί διαφορετικά δεν μπορεί να υπάρξει. Η συνάντηση «του κόκκινου με το πράσινο» αποτελεί μια υπόσχεση που εκκρεμεί και στη χώρα μας μάλιστα σε συνθήκες δημογραφικής κρίσης .

Μια τέτοια υπόσχεση, μπροστά στις εκλογές, μπορεί να εμπνεύσει ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής αποχής, ιδιαίτερα τους νέους και τις νέες, και να δώσει αριστερή απάντηση στο πολιτικό κενό, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για πολιτικές-κοινωνικές συμμαχίες.

Άκου ζωντανά Spi8a