«Η αστυνομία ακρωτηριάζει τα παιδιά μας» (“La police mutile nos lyceens”). Ένα τεράστιο κίτρινο γιλέκο, με αυτό το σύνθημα γραμμένο πάνω του, κάλυψε το άγαλμα της Μαριάν (γυναίκας-συμβόλου της Γαλλικής Επανάστασης) στην Πλατεία της Δημοκρατίας, το περασμένο Σάββατο 17 Οκτώβρη, στο Παρίσι.
Πάνω από μισό εκατομμύριο άνθρωποι γέμισαν τους δρόμους της πόλης και πάνω από ένα εκατομμύριο ήταν αυτοί που ανταποκρίθηκαν συνολικά στα καλέσματα σε όλη τη χώρα. Παιδιά των λυκείων, φοιτητές, εργαζόμενοι, συνδικάτα και τα «Κίτρινα Γιλέκα» (που είχαν ήδη προγραμματίσει την επανεμφάνισή τους για την όγδοη επέτειο του κινήματος που ξέσπασε το 2018) βγήκαν στους δρόμους όχι για να κάνουν μια ακόμα βόλτα, αλλά αποφασισμένα και μαχητικά. Πλημμύρισαν το κέντρο της πρωτεύουσας και κάθε πόλης της χώρας με την μαχητικότητα και τον ενθουσιασμό τους.
Κώστας Μπουγιούκος, Παρίσι
Δεν πρόκειται, φυσικά, για «επαναστάτες χωρίς αιτία», όπως τους χαρακτηρίζει η κυβερνητική και μιντιακή προπαγάνδα. Αντιθέτως, οι αιτίες που έχουν σωρεύσει τεράστια εκρηκτική ύλη στην κοινωνία είναι πολλές – από τα 40άρια τμήματα στα σχολεία και τις άθλιες υποδομές σε πολλά από αυτά (κυρίως στις πιο υποβαθμισμένες περιοχές, όπως το προάστιο Σεν-Ντενί) μέχρι τον νόμο για το ταξικό ξεδιάλεγμα των μαθητών, από την εργασιακή ανασφάλεια μέχρι την πολεμική απειλή και από τον ασύλληπτο πλούτο για τους λίγους μέχρι τη βαθιά διαφθορά στο σύστημα εξουσίας.
Τούτες είναι από τις μέρες που ακόμα και τα αγάλματα μιλούν. Στη Γαλλία, ζούμε αυτές τις λίγες στιγμές στην ιστορία στις οποίες το καθολικό και άφθαρτο κοινό αίσθημα περί δικαίου, που υπάρχει στην κοινωνική πλειοψηφία, βγαίνει μπροστά και κυριαρχεί. Κόντρα στο κατεστημένο και την κρατική βία, την προπαγάνδα και τη δυσφήμιση, φωνάζει δυνατά και καθαρά «Είμαστε Εδώ!» και βγάζει τη γλώσσα σε όλο το σύστημα που έχει βαλθεί να «σκοτώσει» τη ζωή και τα όνειρα ενός ολόκληρου λαού και κυρίως των νέων ανθρώπων.
Το περασμένο Σάββατο πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι μια πορεία την οποία οι θεσμοί του κράτους και της αστικής εξουσίας χρησιμοποίησαν κάθε μέσο για να εμποδίσουν, αρνούμενοι ακόμη και τις σχετικές άδειες. Όταν αναγκάστηκαν να δεχτούν το γεγονός ότι θα γινόταν, έκαναν τα πάντα για να αλλάξουν τα σχέδια που είχαν καταστρώσει τα συνδικάτα, οι συνελεύσεις των φοιτητών, τα συντονιστικά των λυκείων και οι πιο πολιτικές ομάδες των «Κίτρινων Γιλέκων».
Δεν είναι τυχαίο ότι η διαδρομή την οποία ενέκριναν ήταν για πορείες 50 ή και 100 φορές μικρότερες – σε έναν δρόμο που ήταν αδύνατο να χωρέσει τόσο κόσμο. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα η διαδήλωση να γίνει από πολλούς παράλληλους δρόμους.
Η αστυνομία τη χτύπησε με δακρυγόνα και εφόδους πολύ πριν αρχίσει και έτσι, σχεδόν μια ώρα πριν την έναρξη, ήταν αδύνατο να πλησιάσει κανείς την Πλατεία Δημοκρατίας. Στο τέλος της δε και ενώ η αστυνομία είχε αμέτρητες φορές προκαλέσει με εφόδους και ρίψεις χημικών και απαγορευμένων χειροβομβίδων, το μεγαλύτερο κομμάτι του κόσμου βρέθηκε πρακτικά σε μέρη που είχαν θεωρητικά απαγορευτεί. Δεκάδες πλατείες του Παρισιού γέμισαν με κόσμο που δεχόταν συνεχείς επιθέσεις και συγκρουόταν – κι αυτό αφορούσε τη συντριπτική πλειοψηφία των διαδηλωτών. Στην πράξη, λοιπόν, το σχέδιο του αστικού κράτους απέτυχε και η αστυνομία δεν είχε τον έλεγχο πολλών περιοχών του κέντρου της πόλης, μέχρι σχεδόν τις 11 το βράδυ.
Παράλληλα, προκλήθηκαν και επεισόδια τυφλής βίας και λεηλασιών. Δεν μπορούμε να μιλάμε για μεμονωμένα περιστατικά, ούτε όμως να τα γενικεύουμε. Στα φαινόμενα αυτά συμμετείχαν παντελώς ετερόκλητα μεταξύ τους στοιχεία, από ένστολους αστυνομικούς και προβοκάτορες με πολιτικά μέχρι φτωχοδιάβολους που εκμεταλλεύονταν την ευκαιρία για να βγάλουν ένα χαρτζιλίκι και από νεαρούς που απλά έκαναν χαβαλέ μέχρι ομάδες που φετιχοποιούν τις βιτρίνες και τα προϊόντα πολυτέλειας. Συνεπώς, κάθε προσπάθεια ένταξης όλων αυτών των χαρακτηριστικών κάτω από μια κοινή «ομπρέλα» δεν έχει καμιά πραγματική σημασία.
Η εικόνα αυτής της κατάστασης έχει όμως μεγάλη σημασία για την αστική εξουσία και τους μηχανισμούς της, γιατί τη χρησιμοποιούν και την μεγεθύνουν για δύο λόγους.
Πρώτα από όλα, με το που ξεκινάει η πρώτη σύγκρουση, εμφανίζεται ένας πραγματικά εντυπωσιακός συντονισμός του συνόλου των φορέων της αστικής εξουσίας, που «ξεχνούν» ξαφνικά όλα τα αιτήματα και τους λόγους που οδηγούν τον κόσμο στους δρόμους και κάνουν λόγο μόνο για «βίαιους διαδηλωτές», επιχειρώντας να αλλάξουν, εν ριπή οφθαλμού, το αφήγημα. Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος και πιο υποδόριος μηχανισμός, ο οποίος έχει να κάνει με την απαξίωση και την υποβάθμιση του λαού όταν βγαίνει στο δρόμο. Οδηγώντας στο συμπέρασμα ότι δεν έχει αιτήματα και διεκδικήσεις, αλλά το μόνο που ξέρει να κάνει είναι λεηλασίες και καταστροφές.
Πάνω σε αυτό το τελευταίο έχει στηθεί όλος ο αυταρχισμός της αστικής εξουσίας. Μετά από ένα μήνα ανελέητων επιθέσεων των πραιτοριανών της αστυνομίας σε παιδιά 14-17 χρόνων έξω από τα σχολεία τους και το πρωτοφανές κύμα προσαγωγών και συλλήψεων – γύρω στις 7.000 σε δύο εβδομάδες, όταν κατά τη διάρκεια του Μάη του ’68 δεν υπήρξαν πάνω από 700 – σειρά έχει ο επόμενος μηχανισμός, η δικαστική εξουσία. Ανήλικοι καταδικάστηκαν σε αδιανόητες ποινές φυλάκισης επειδή «βρέθηκαν με μια μάσκα» ή «επέστρεψαν ένα άδειο κάνιστρο δακρυγόνου στα γαλλικά ΜΑΤ (CRS)». Μια αδιανόητη κινητοποίηση της αστικής δικαιοσύνης έλαβε χώρα, πενταπλασιάζοντας τους διαθέσιμους δικαστές και προχωρώντας σε διαδικασίες-αστραπή για όλα τα άτομα που είχαν συλληφθεί.
Για να καταλάβουμε την έκταση, αρκεί να υπενθυμίσουμε πως ένα τεράστιο σκάνδαλο για υπόθεση παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης είχε ξεσπάσει μόλις πριν λίγες μέρες ακριβώς επειδή χιλιάδες υποθέσεις βρίσκονταν στα συρτάρια και δεν δικάζονταν λόγω έλλειψης δικαστών. Για ένα «άδειο κάνιστρο» εμφανίζονται πενταπλάσιοι δικαστές, αλλά για χιλιάδες κακοποιημένα παιδάκια κανένας – το «κράτος δικαίου» τους δεν είναι παρά ένα κενό γράμμα που χρησιμοποιείται κατά το δοκούν από την κυρίαρχη τάξη.
Ακριβώς αυτό το τελευταίο μπορεί και πρέπει να αποτελέσει τον κινητήριο μοχλό της σκέψης και της δράσης μας. Η δύναμη του κόσμου της δουλειάς που αγωνίζεται βγήκε ξανά στο προσκήνιο, όπως πολλές φορές στη διάρκεια της τραγικής προεδρίας Μακρόν. Με τον ίδιο τρόπο όπως με το κίνημα κατά του εργασιακού νομοσχεδίου, όπως με τα «Κίτρινα Γιλέκα», όπως με το ασφαλιστικό. Όπως επιβάλλει η τεράστια παράδοση αγώνων και διεκδικήσεων της Γαλλίας. Κάθε φορά, όμως, είναι τόσο ίδια μα και τόσο διαφορετική με την προηγούμενη.
Σήμερα έχουμε ένα βαθύ ριζοσπαστικό κοινωνικό κίνημα, στο οποίο έχει αναφορά το σύνολο σχεδόν της νεολαίας των λυκείων και η πλειοψηφία εκείνης των πανεπιστημίων. Διαπερνά πολλά κοινωνικά στρώματα και πολλές γεωγραφικές (και ως εκ τούτου διαφοροποιημένες ταξικά) περιοχές. Αυτό που το κάνει διαφορετικό είναι το γεγονός ότι το διάχυτο δυναμικό, συνειδητά και ημι-συνειδητά κομμάτια του κόσμου, εκφράζουν ξεκάθαρα και από τα κάτω αντικαπιταλιστικά αιτήματα. Για αναδιανομή του πλούτου, για την αντιμετώπιση της κλιματικής καταστροφής και τον κοινωνικό έλεγχο της Τεχνητής Νοημοσύνης – όλα όσα δεν αποτελούν «απλά» καθημερινά αιτήματα που θα μπορούσαν να αλλάξουν με μια διαφορετική κυβέρνηση.
Η «πρώτη ύλη», όλα αυτά που ψάχνουμε να βρούμε και στην Ελλάδα, είναι πλειοψηφικά στην Γαλλία. Αυτό που λείπει είναι η αυτόνομη πολιτική τους έκφραση. Για πολλούς, ιστορικούς λόγους, η γαλλική εξωκοινοβουλευτική, ριζοσπαστική, επαναστατική αριστερά δεν προτάσσει την αυτοτελή πολιτική έκφραση και δράση όλου αυτού του αριθμητικά πολύ σημαντικού δυναμικού. Η στρατηγική των εργαζόμενων και της νεολαίας δεν πρέπει να συρρικνωθεί αποκλειστικά σε τακτικισμούς και «μέτρα ανακούφισης» από κάποια επικείμενη εκλογική εκπροσώπηση. Η γαλλική αριστερά, που έχει τεράστια ιστορία στην πολιτική καινοτομία και πρωτοπορία, χρειάζεται να υπερβεί τον εαυτό της. Να βρει πώς θα δώσει μακρύτερη πνοή από τις επικείμενες (σημαντικές, αλλά μόνο αυτό) εκλογές, να αξιοποιήσει τα καύσιμα που έχει ήδη προσφέρει το τεράστιο αυτό κίνημα και να το πάει πιο μακριά.
Μέχρι την εξουσία.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ που κυκλοφόρησε 24-25 Οκτωβρίου
