Ο πόλεμος μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Χούθι ξεκίνησε το 2015, με αφορμή την κατάληψη της Σαναά, πρωτεύουσας της Υεμένης, το 2014, πράγμα που σήμαινε ότι οι κυβερνητικές δυνάμεις της Υεμένης, που στήριζε –και συνεχίζει να στηρίζει– το Ριάντ έχαναν συνεχώς έδαφος.
Το Ριάντ επιδίωξε τη στήριξή τους, για πολιτικούς λόγους, και ενεπλάκη σε έναν πόλεμο που αποδείχτηκε ότι δεν μπορούσε να κερδίσει, γεγονός που οδήγησε τα δύο μέρη σε εκεχειρία το 2022. Παρά το γεγονός ότι οι Χούθι είναι σύμμαχοι του Ιράν, η επανέναρξη του πολέμου τον Σεπτέμβριο δεν οφείλεται στην προσφορά βοήθειας προς το Ιράν αλλά στην αναζωπύρωση του εμφύλιου πολέμου στην Υεμένη, που σηματοδοτήθηκε από την επίθεση των δυνάμεων της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Υεμένης στο αεροδρόμιο της Σαναά, τον Ιούλιο του 2026, κατηγορώντας το Ιράν ότι απέστειλε στρατιωτική βοήθεια στους Χούθι. Κατόπιν τούτου, και δεδομένου ότι οι δυνάμεις αυτές υποστηρίζονται από τη Σαουδική Αραβία, ήταν αναμενόμενο πως οι σποραδικές επιθέσεις των Χούθι εναντίον του Βασιλείου της Σαουδικής Αραβίας θα οδηγούσαν στην επανέναρξη του πολέμου, πολύ περισσότερο που οι Ηνωμένες Πολιτείες, εγκλωβισμένες στον πόλεμο κατά του Ιράν, δεν φαίνονται διατεθειμένες να συνδράμουν το Ριάντ κατά των Χούθι.
Οι περιφερειακές επιπτώσεις της επανέναρξης του πολέμου
Ως εκ τούτου, η κατάσταση στην περιοχή γίνεται ακόμα πιο περίπλοκη, καθώς οι δύο πόλεμοι, αν και δεν συνδέονται άμεσα, εντείνουν τις περιφερειακές ανατροπές και απειλούν την ασφάλεια των περιφερειακών συμμάχων των ΗΠΑ. Πράγματι, οι Χούθι κερδίζουν στρατηγικό έδαφος, κάτι που σημαίνει ότι, δυνητικά, ενισχύονται οι σιιτικοί πληθυσμοί που βρίσκονται σε χώρες όπως η Σαουδική Αραβία ή το Μπαχρέιν, και οι οποίοι είναι στο απόλυτο περιθώριο όχι για λόγους θρησκευτικούς αλλά πολιτικούς. Για παράδειγμα, στο Μπαχρέιν η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων είναι σιίτες, αλλά είναι αποκλεισμένοι από την εξουσία, την οποία κατέχει η σουνιτική μειοψηφία. Επίσης, σημαντικό οικονομικό πλήγμα δέχεται και η Αίγυπτος, εφόσον ο έλεγχος της Ερυθράς Θάλασσας από τους Χούθι είναι απαγορευτικός για τη διέλευση πλοίων από και προς το Κανάλι του Σουέζ, στερώντας έτσι το Κάιρο από απόλυτα αναγκαίους οικονομικούς πόρους.
Η προέλαση των Χούθι στη Δυτική Υεμένη και η κατάληψη του λιμένα Μόχα και της υεμενικής πλευράς του στενού του Μπαμπ αλ Μαντέμπ, η δυνατότητα των Χούθι να πλήττουν τον σαουδαραβικό πετρελαιαγωγό Ανατολής-Δύσης που καταλήγει στο λιμάνι Γιαμπού στην Ερυθρά Θάλασσα, όπως επίσης και το ότι μπορούν να χτυπούν σαουδαραβικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, όπως συνέβη στις 8 Σεπτεμβρίου σε εγκαταστάσεις της Aramco, αποδεικνύει ότι η άμυνα της Σαουδικής Αραβίας είναι τουλάχιστον ανεπαρκής, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι Χούθι ελέγχουν μόνο την πλευρά του Μπαμπ αλ Μαντέμπ, καθώς η άλλη βρίσκεται σε αφρικανικό έδαφος. Έτσι, κρίσιμος γεωστρατηγικός παράγοντας στη σύγκρουση αυτή αναδεικνύεται το Κέρας της Αφρικής, κυρίως η Σομαλία και το Τζιμπουτί, όπου βρίσκονται κινεζικές και αμερικανικές βάσεις, καθώς και στρατιωτική παρουσία άλλων χωρών, όπως η Γαλλία και η Ιταλία, δίνοντας τη δυνατότητα στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Ερυθρά Θάλασσα, πράγμα που, όμως, δεν φαίνεται πιθανό στις παρούσες συνθήκες. Τέλος, η σύγκρουση Σαουδικής Αραβίας-Χούθι απασχολεί σοβαρά το Τελ Αβίβ, που θεωρεί ότι οι Χούθι ενισχύουν το Ιράν, επομένως αποτελούν ένα σημαντικό εμπόδιο στη νίκη των ΗΠΑ-Ισραήλ στον πόλεμο τους κατά του Ιράν.
Σε αυτό το πλαίσιο, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί τυχαίο το γεγονός ότι τον Δεκέμβριο του 2025 το Ισραήλ αναγνώρισε επίσημα τη Σομάλιλαντ, προσδοκώντας, ενδεχομένως, την απόκτηση στρατιωτικής βάσης, που θα διευκόλυνε επιθέσεις εναντίον των Χούθι στην προοπτική εξασθένησης του Ιράν. Επίσης, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, που έχουν συνάψει Συνθήκη ειρήνης με το Ισραήλ (στο πλαίσιο των Συμφωνιών του Αβραάμ), διαθέτουν ισχυρή παρουσία στη Σομάλιλαντ μέσω λιμενικών και στρατιωτικών υποδομών, ενώ η Αιθιοπία συνεργάζεται στενά με το Ισραήλ. Στον αντίποδα είναι, προφανώς, η Σομαλία, αλλά και η Τουρκία, που βρίσκεται σε ρήξη με το Ισραήλ και η οποία έχει αποκτήσει στρατιωτικές βάσεις στη Σομαλία, ενώ η Αίγυπτος συντάσσεται επίσης με τη Σομαλία και έχει αναπτύξει στρατιωτική συνεργασία μαζί της.
Οι διεθνείς επιπτώσεις του πολέμου Σαουδικής Αραβίας – Υεμένης
Η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί είναι απαγορευτική για τις σαουδαραβικές εξαγωγές πετρελαίου, αφού τα δύο κομβικά στενά για την εξαγωγή του (Ορμούζ και Μπαμπ αλ Μαντέμπ) είναι κλειστά. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι πλήττεται η καρδιά της σαουδαραβικής οικονομίας, όπως επίσης και των άλλων πετρελαιοπαραγωγών κρατών, που δεν μπορούν να εξάγουν πετρέλαιο και φυσικό αέριο λόγω του πολέμου εναντίον του Ιράν. Είναι σαφές ότι οι δύο αυτοί τεμνόμενοι πόλεμοι δημιουργούν μια αδιέξοδη κατάσταση και κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει ούτε το πότε ούτε το πώς θα εξομαλυνθεί. Παράλληλα, οι ΗΠΑ έχουν χάσει την περιφερειακή τους αξιοπιστία, ενώ αλλάζουν οι περιφερειακές ισορροπίες, όπως φαίνεται να συμβαίνει με τη Συμφωνία της Μέκκας.
Στο μεταξύ, η ελλειμματική τροφοδοσία των διεθνών αγορών με πετρέλαιο και φυσικό αέριο οδηγεί σε σημαντικές ανατιμήσεις τους, απειλώντας με γενικευμένη ενεργειακή κρίση, γεγονός που μπορεί να καταλήξει σε διεθνή οικονομική κρίση.
Φωτό: 17_Kefala Lara Jameson / pexels Λεζάντα: Βορειοανατολικά τα Στενά του Ορμούζ / Νοτιοδυτικά τα στενά του Μπαμπ αλ Μαντέμπ
.

